“When they see us”

“When they see us” είναι ο τίτλος του συγκλονιστικού δικαστικού θρίλερ, που προβλήθηκε πρόσφατα από το Netflix. Πρόκειται για την σπαρακτική μίνι σειρά τεσσάρων επεισοδίων, που αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα και τα οποία έμειναν γνωστά στα δικαστικά χρονικά της Αμερικής ως η υπόθεση των “Central Park 5”.

Πέντε παιδιά ηλικίας 14- 16 χρόνων, κατηγορούνται για την επίθεση και τον βιασμό μιας 28χρονης λευκής τραπεζίτισσας, της Trisha Meili, στο Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης το 1989. Τα συντριπτικά στοιχεία υπέρ της αθωότητάς τους δεν πείθουν τους δικαστές, και τα παιδιά καταδικάζονται σε κάθειρξη από 6 ως14 χρόνια.  Τα όσα ακολουθούν καταγράφουν τη ζωή τους μέσα κι έξω από τις φυλακές και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν για την προσαρμογή τους σε μια αφιλόξενη κοινωνία, εμποτισμένη από το ρατσιστικό μίσος που ενσπείρουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης σε αγαστή συνεργασία με το πολιτικό σύστημα, που αναζητά τα εύκολα θύματα, για να καλύψει τις δικές του αμαρτίες και ενοχές.

Ο ρατσισμός, η αστυνομική βία, η τυφλή (στην κυριολεξία) δικαιοσύνη, η διαπλοκή της πολιτικής και δικαστικής εξουσίας, η «κόλαση» των φυλακών, τα προβλήματα της επανένταξης, ο κοινωνικός στιγματισμός, η φτώχεια και η ανέχεια των μαύρων στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις, όλα χωνεύονται και διαπλέκονται σε ένα χορταστικό τηλεοπτικό αριστούργημα.

Η σειρά του Netflix μπήγει από την αρχή το μαχαίρι στην καρδιά του θεατή, προκαλώντας αρχικά ένα τεράστιο ψυχολογικό σοκ και στη συνέχεια ένα αιμορραγικό τραύμα. Καθώς εξελίσσεται η αφήγηση, το αρχικό σοκ γίνεται αλάτι πάνω στην πληγή και αρχίζει να δρα όχι ως καθαρτική διαδικασία, αλλά ως βαθυστόχαστο μοιρολόγι για τον ανθρώπινο πόνο που προκαλεί η αδικία. Η ωμότητα και η κυνικότητα κατακρεούργησης σωμάτων και ψυχών από ένα κράτος, που καυχιέται για το νομικό και δικαστικό του σύστημα, αλλά στην ουσία αναπαράγει τη βία και την εγκληματικότητα, σοκάρουν, προβληματίζουν και εξοργίζουν.

Οι παράλληλες ιστορίες των πέντε παιδιών ως την ενηλικίωσή τους και των οικογενειών τους δομούνται αριστοτεχνικά, χάρη στο στιβαρό σενάριο, τη σκηνοθετική μαεστρία της Ava DuVernay και τις εξαιρετικές ερμηνείες όλων ανεξαιρέτως των ηθοποιών.

Ο ξεκάθαρος στόχος της σειράς είναι να γεμίσει με οργή, να θυμώσει τον τηλεθεατή και να τον κάνει να αντιδράσει, να τον ξυπνήσει από τον λήθαργο της ευδαιμονίας του και τον εφησυχασμό του. Δημιουργεί ένα εφιαλτικό καφκικό περιβάλλον, στο οποίο ο καθένας είναι εντελώς απροστάτευτος από τα σκοτεινά ένστικτα της εκάστοτε εξουσίας, όταν κρίνει ότι πρέπει, για να διαφυλάξει τη βιωσιμότητά και την επικυριαρχία της, να συνθλίψει συνειδήσεις και ζωές, να μετατρέψει αθώους ανθρώπους σε εύκολα θύματα της ασυδοσίας της και της κυνικότητάς της.

Ο τίτλος της, «When they see us» (= «Όταν μας βλέπουν»), συμπυκνώνει την πρόσληψη του ρατσισμού από εκατομμύρια (κυρίως) αφροαμερικανούς και «ξένους», την κραυγή απόγνωσης απέναντι σε  μια κοινωνία, η οποία έχει εκπαιδευτεί εδώ και αιώνες από το συντηρητικό λευκό κατεστημένο να συνδέει άκοπα και αβασάνιστα τον μαύρο πληθυσμό με το εγγενές έγκλημα και τη φυσική κακία.

Η σειρά είναι επίσης ένας θρίαμβος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και μια βαθιά υπόκλιση στην ανθρωπιά και στην καλοσύνη, που ξέρει να βρίσκει τον τρόπο να επιβιώνει ακόμη και στις πιο αντίξοες συνθήκες, ακόμη και στις πιο απάνθρωπες αδικίες. Ολοκληρώνεται με ένα κρεσέντο λυρικού διδακτισμού, που, παρά τη συνηθισμένη κινηματογραφική και τηλεοπτική ευκολία του, δεν προσβάλλει και κυρίως δεν μειώνει σε κανένα βαθμό τη δύναμη των απαραίτητων μηνυμάτων του…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων