Κατηγορία: Αρχαία Α’ Λυκείου

Μικρό Λεξιλόγιο Αρχαίων Ελληνικών

Α ἀγὼν= ο δικαστικός αγώνας (ἀγωνίζομαι = διεξάγω δικαστικό αγώνα) ἄγω καὶ φέρω= λεηλατώ ἄδεια= έλλειψη φόβου, ασφάλεια ἆθλον= έπαθλο, βραβείο ἀθυμία= στενοχώρια, δειλία αἰτίαν λαμβάνω ή αἰτίαν ἔχω ὑπό…