Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων

Μικρό Λεξιλόγιο Αρχαίων Ελληνικών

Α ἀγὼν= ο δικαστικός αγώνας (ἀγωνίζομαι = διεξάγω δικαστικό αγώνα) ἄγω καὶ φέρω= λεηλατώ ἄδεια= έλλειψη φόβου, ασφάλεια ἆθλον= έπαθλο, βραβείο ἀθυμία= στενοχώρια, δειλία αἰτίαν

Περισσότερα...