• 29 Φεβρουαρίου 2024 00:38

ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ :

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ

ΤΩΝ ΒΑΣΙΚΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΤΟΥ

ΤΟ ΡΗΜΑ  : Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΟΥ

του Στράτου Τσαγκαρή

Το ρήμα είναι ο βασικότερος όρος της πρότασης . Ετυμολογικά προέρχεται από το «λέγω» (το θέμα του ῥη- το συναντάμε σε διάφορους τύπους του ρήματος ,όπως εἲ-ρη-κα / ῥη-θήσομαι / ἐρ-ρή-θην κ.ά) και σημαίνει το αποτέλεσμα του «λέγω», δηλαδή λόγος, φράση, αλλά και διακήρυξη, διαταγή κ.ά. Σημαίνει επίσης τη λέξη που δηλώνει ότι το υποκείμενο της πρότασης ενεργεί ή παθαίνει κάτι ή βρίσκεται σε μια κατάσταση.

Είναι ο σημαντικότερος όρος μιας πρότασης ,γιατί δηλώνει ολοκληρωμένο νόημα ακόμη και μόνος της. Το ρήμα αποτελεί από μόνο του μια (ελλειπτική) πρόταση.

Π.χ. Λύω. [εγώ ενεργώ, «λύνω», τώρα]

Στο ρήμα μιας πρότασης συμπυκνώνεται όλο το νόημά της και οι περισσότεροι όροι της εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από αυτόν. Αν επομένως, κατανοήσουμε τη λειτουργία του και τη σύνταξή του, κατανοούμε σε μεγάλο βαθμό το νόημα της πρότασης στην αρχαία ελληνική γλώσσα.

Χαρακτηριστικά του Ρήματος

Το ίδιο το ρήμα διαθέτει :

Πρόσωπο [α’, β’, γ’ ενικό και α’, β’, γ’ πληθυντικό, που δηλώνουν ποιος ενεργεί, παθαίνει κάτι ή βρίσκεται σε μια κατάσταση]

Χρόνο [Δηλώνει τη χρονική βαθμίδα, κατά την οποία συμβαίνει η ενέργεια του ρήματος, δηλαδή ενεστώτα, παρατατικό, μέλλοντα, αόριστο ,παρακείμενο, υπερσυντέλικο και (σπανιότατα) συντελεσμένο μέλλοντα. Ο ενεστώτας, ο μέλλοντας και ο παρακείμενος λέγονται και Αρκτικοί Χρόνοι επειδή αναφέρονται στο «Παρόν», ενώ ο παρατατικός, ο αόριστος και ο υπερσυντέλικος λέγονται Ιστορικοί Χρόνοι ,επειδή αναφέρονται στο «Παρελθόν».]

Φωνή [Ενεργητική , Μέση, Παθητική, που αφορούν τη γραμματική του ρήματος]

Διαθέσεις [Ενεργητική , Παθητική, Μέση και Ουδέτερη, που αφορούν τη σύνταξη του ρήματος]

Έγκλιση [Οριστική , Υποτακτική, Ευκτική , Προστακτική. Προσοχή ! Οι μετοχές και τα απαρέμφατα είναι ρηματικοί τύποι και δεν αποτελούν εγκλίσεις]

ΟΙ ΕΓΚΛΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ

Οι εγκλίσεις εκφράζουν την ψυχική κατάσταση του υποκειμένου ως προς αυτό που σημαίνει το ρήμα, δηλαδή βεβαιότητα, προσδοκία, ευχή, δυνατότητα, προσταγή κ.ά.

 [Απλή] Οριστική:  και στον εξαρτημένο, και στον ανεξάρτητο λόγο, εκφράζει κάτι το πραγματικό (γνώμη, σκοπό, φόβο, αιτία, αποτέλεσμα, γεγονός, προϋπόθεση, εναντίωση)

Προσοχή ! Η οριστική των απρόσωπων ρημάτων ή απρόσωπων εκφράσεων στον παρατατικό, (π .χ. ἐχρῆν, ἒδει, προσήκει, ἐξῆν, δίκαιον  ἦν, προσῆκον ἦν, οἷον τε ἦν),  δε δηλώνει το πραγματικό, αλλά το μη πραγματικό

π.χ. Ἐχρῆν τόν Σωκράτη διδάσκειν τούς συνόντας σωφρονεῖν,

Δυνητική Οριστική: (οριστική ιστορικού χρόνου + ἂν δυνητικό) και στον ανεξάρτητο και στον εξαρτημένο λόγο εκφράζει κάτι που θα μπορούσε να γίνει στο παρελθόν ,αλλά τελικά δεν έγινε, κάτι το απραγματοποίητο και το μη πραγματικό.

Ευχετική Οριστική: (οριστική παρατατικού ή σπάνια αορίστου με το εἰ γάρ ή εἲθε μόνο στον ανεξάρτητο λόγο εκφράζει ευχή ανεκπλήρωτη  ή το μη πραγματικό.

Ορ. Πρτ. ευχή ανεκπλήρωτη στο παρόν

Ορ. Αορ. ευχή ανεκπλήρωτη στο παρελθόν

Στον ανεξάρτητο λόγο, εκφράζει τη θέληση του υποκειμένου. Τίθεται σε απληθυντικό.

Απορηματική Υποτακτική:   (προηγούνται  μερικές φορές τα   βούλει,   βούλεσθε) εκφράζει απορία του υποκειμένου, και στον εξαρτημένο (Πλάγιες Ερωτηματικές Προτάσεις), και στον ανεξάρτητο λόγο (Ευθείες Ερωτήσεις)

(Απλή) Υποτακτική: μόνο στον εξαρτημένο λόγο εκφράζει το προσδοκώμενο ή  αόριστη επανάληψη στο παρόν και το μέλλον.

(Απλή) Ευκτική ή Ευχετική Ευκτική: μόνο στον ανεξάρτητο λόγο, εκφράζει ευχή που μπορεί να εκπληρωθεί στο παρόν ή στο μέλλον.

Δυνητική Ευκτική: (εκτός μέλλοντα) και στον ανεξάρτητο και στον εξαρτημένο λόγο εκφράζει κάτι που μπορεί να γίνει στο παρόν ή στο μέλλον.

Ευκτική του Πλαγίου Λόγου: συναντάται μόνο στον εξαρτημένο λόγο και η ύπαρξή της απαιτεί δύο ταυτόχρονες προϋποθέσεις : α) να εξαρτάται από ιστορικό χρόνο και β) να δηλώνει υποκειμενική-αμφίβολη γνώμη

Αντικαθιστά την οριστική ή την υποτακτική και εκφέρει ειδικές, αιτιολογικές (σπάνια), πλάγιες, τελικές, ενδοιαστικές αναφορικές υποθετικές, χρονικές προτάσεις.

Επαναληπτική Ευκτική:  βρίσκεται  σε αόριστο χρόνο κι εκφέρει  χρονικές, αναφορικές, υποθετικές  προτάσεις.  Εκφράζει επανάληψη.

Ευκτική του ενδεχομένου : τη συναντάμε κυρίως στους υποθετικούς λόγους που δηλώνουν Απλή Σκέψη . Π.χ. Εἰ τις πολεμοῖ,  νικῳη ἄν

Προστακτική: συναντάται μόνο στον ανεξάρτητο λόγο, δηλώνει έντονη απαίτηση, απαγόρευση (με άρνηση), προσταγή, προτροπή ή αποτροπή (με άρνηση).

Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ

Το Υποκείμενο

Είναι το πρόσωπο , το ζώο, το πράγμα, η αφηρημένη έννοια, για το οποίο γίνεται λόγος μέσα στην πρόταση. Είναι δηλαδή η λέξη που δηλώνει ποιος ή τι ενεργεί, παθαίνει κάτι , ή βρίσκεται σε μια κατάσταση.

Το υποκείμενο μπορεί να είναι :

α) ουσιαστικό, β) αντωνυμία, γ) επίθετο, δ) έναρθρη μετοχή, ε) δευτερεύουσα ονοματική πρόταση (ειδική, πλάγια ερωτηματική, ενδοιαστική, αναφορική) , στ) έναρθρο επίρρημα , ζ) έναρθρο απαρέμφατο.

Το υποκείμενο του ρήματος τίθεται πάντοτε σε ονομαστική πτώση.

Π.χ. Φίλιππος ἠσθένει  (ουσιαστικό)

Ἐκεῖνος ἦν φίλος  (αντωνυμία)

Οἱ πάλαι ἦσαν φίλοι (επίρρημα με άρθρο)

Λέγεται ὅτι τέθνηκε ὁ Σωκράτης  (Δευτερεύουσα Ειδική πρόταση)

Ιδιαίτερες Παρατηρήσεις

1.Το υποκείμενο μπορεί  να βρίσκεται και σε πτώση αιτιατική με πρόθεση , όταν δηλώνει το «περίπου» , δηλαδή ποσό κατά προσέγγιση.

Οι προθέσεις αυτές είναι : περί, ὑπέρ, ἀμφί, εἰς.

Π.χ. Περὶ τοὺς χιλίους πελταστὰς ἀφίκοντο ἐν τῷ στρατοπέδῳ  (=περίπου χίλιοι πελταστές έφτασαν στο στρατόπεδο)

Ὑπὲρ τοὺς χιλίους Ἀθηναίους ἐξεστράτευσαν (= έκαναν εκστρατεία περισσότεροι από χίλιοι Αθηναίοι)

2. Το ρήμα συμφωνεί σε μία πρόταση με το υποκείμενό του,  στο πρόσωπο και στον αριθμό.

Εξαίρεση:  η  περίπτωση  της  αττικής  σύνταξης.  Το  υποκείμενο  του  ρήματος  είναι  όνομα ουδετέρου γένους πληθυντικού αριθμού και το ρήμα βρίσκεται στο γ΄ ενικό πρόσωπο (π.χτὰ παιδία παίζει).

3. Το ρήμα μπαίνει στον πληθυντικό αριθμό, αν τα υποκείμενα είναι δύο ή περισσότερα. Όταν τα υποκείμενα βρίσκονται στο ίδιο πρόσωπο, τότε το ρήμα μπαίνει στο αντίστοιχο πρόσωπο στον πληθυντικό. Όταν τα υποκείμενα βρίσκονται σε διαφορετικό πρόσωπο, τότε το ρήμα μπαίνει στο  επικρατέστερο  πρόσωπο  στον  πληθυντικό  αριθμό  (κατά  σειρά  προτεραιότητας  τα πρόσωπα είναι: πρώτο πρόσωπο, δεύτερο πρόσωπο, τρίτο πρόσωπο).

Εξαιρέσεις: α) κάποιες φορές, αν και τα υποκείμενα είναι δύο ή περισσότερα, το ρήμα μπαίνει στον ενικό και στο πρόσωπο του υποκειμένου που είναι πλησιέστερο ή σπουδαιότερο.

β) Το ρήμα μπαίνει στον πληθυντικό, ακόμη κι αν το υποκείμενο είναι ένα. Αυτό συμβαίνει όταν το υποκείμενο είναι όνομα περιληπτικό. Η σύνταξη αυτή ονομάζεται κατά το νοούμενο ή κατά σύνεση

Π.χ. Τὸ πλῆθος ἐπεβοήθησαν

Λέσβος ἀπὸ τῶν Ἀθηναίων ἀπέστησαν.

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΡΗΜΑΤΩΝ

  1. ΤΑ ΣΥΝΔΕΤΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ

Έτσι ονομάζονται τα ρήματα που συντάσσονται με κατηγορούμενο του υποκειμένου.

1.Το ρήμα εἰµ και τα συνώνυμάτου: ὑπάρχω, τυγχάνω, διατελῶ,  ἔφυν, πέφυκα  κ.α.

Π.χ. Οὗτος ἐστί φιλόσοφος

ὉΣοφοκλῆς διετέλεσε ἱερεύς

Σωκράτης ἔφυ πένης

2.Το ρήμα γίγνοµαι και τα συνώνυμά του: καθίσταµαι, ποβαίνω, ἐκβαίνω κ.ά.

Π.χ. Ἡ ἐλπίς ἀπέβη ματαία

Ἡ νίκη κατέστη ἀδόκητος

3.Τα κλητικά παθητικά: καλοῦµαι,  ὀνοµάζοµαι,  προσαγορεύοµαι, ἀκούω κ.ά.

Π.χ. Ὁ δέ τόπος Ἀρμενία καλεῖται

Τον λόχον και στίχον τινές ὀνομάζουσιν

4.Τα εκλογής ή προχειριστικά παθητικά: αἱροῦµαι,  χειροτονοῦµαι, λαγχάνω, ἀποδεικνύοµαι κ.α.

Π.χ. Θηραμένης ᾑρέθη πρεσβευτής

Περικλῆς ἐχειροτονήθη στρατηγός

5.Τα δοξαστικά παθητικά: νοµίζοµαι, κρίνοµαι,  φαίνοµαι,  δοκῶ, ἡγοῦµαι  κ.ά.

Π.χ. Ὁ λόγος οὐ πιστός ἐφαίνετο

Προσοχή ! Τα ενεργητικά κλητικά, εκλογής και δοξαστικά δέχονται και κατηγορούμενο του αντικειμένου.

Συνδετικά Ρήματα Κίνησης :Εκτός από τα συνδετικά ρήματα που συνδέουν το υποκείμενο με το κατηγορούμενο, υπάρχουν κι άλλα ρήματα, που σημαίνουν κίνηση και χρησιμεύουν ως συνδετικά. Τότε το κατηγορούμενο λέγεται επιρρηματικό και δηλώνει:

α)χρόνο,  β)τρόπο,  γ)τάξη/ σειρά,  δ)τόπο,  ε)σκοπό.

  • Ὁ ἄγγελος ἀφίκετο   τριταῖος  (δηλώνει χρόνο)
  • Αἱ νῆες ἔπλευσαν βοηθοί. (δηλώνει σκοπό)
  • Ἀθηναῖοι ἔπλευσαν πελάγιοι   (δηλώνει τόπο)
  • Θηραμένης αφίκετο πρῶτος  (δηλώνει τάξη/σειρά)
  • Οἱ Πλαταιεῖς ἐχώρουν ἁθρόοι (δηλώνει τρόπο)

*Συνήθως επιρρηματικά κατηγορούμενα είναι οι λέξεις: πολύς, μέγας, ἄφθονος, ἑκών, ἑκούσιος, ἐθελοντής, ἐθελούσιος, ἄκων, ἀκούσιος, ἄσμενος, ἥσυχος, ὑπόσπονδος , τα τακτικά αριθμητικά (πρῶτος, δεύτερος ,τρίτος  κ.ά.) , τα χρονικά αριθμητικά (δευτεραῖος, τριταῖος, κ.ά.),τελευταῖος, πελάγιος, ἀπότομος, ἐνάντιος, ἄντιος.

Συνδετικά Ρήματα που δηλώνουν Εξέλιξη : Συντάσσονται με προληπτικό κατηγορούμενο. Το κατηγορούμενο αυτό προλαβαίνει και αποδίδει στο υποκείμενο από πριν μια ιδιότητα που δεν την έχει αποκτηθεί ακόμη, αλλά πρόκειται να την αποκτήσει, μόλις πραγματοποιηθεί εκείνο που σημαίνει το ρήμα.

Τέτοια ρήματα είναι τα εξής : αἴρομαι, αὐξάνομαι, ῥέω, πνέω κ.ά.

*Μεταφράζεται όπως η συμπερασματική πρόταση.    

  • Καὶ ἤρετο τὸ ὕψος μέγα

(=το ύψος του τείχους ανέβαινε, ώστε έγινε μεγάλο.)

  • Φίλιππος ηὔξηται μέγας ἐκ μικροῦ.

(=Ο Φίλιππος αυξήθηκε ,ώστε έγινε μεγάλος από μικρός.)

  • Εἷς τις ἀπὸ τοῦ δήμου ἐτράφη μέγας.

( ένας από το λαό ανατράφηκε ,ώστε έγινε μεγάλος)

  • Ὁ Ασωπός ποταμὸς ἐρρύη μέγας 

(=ο Ασωπός ποταμός πλημμύρισε ,ώστε έγινε μεγάλος)   

  • Ὁ ἄνεμος ἐκπνεῖ μέγας 

(=ο άνεμος πνέει σφοδρός, ώστε είναι δυνατός).

Προσοχή ! Αρκετά ρήματα συντάσσονται με δύο αιτιατικές, αλλά η μια είναι κατηγορούμενο της άλλης. Τα ρήματα αυτά είναι :

α) λέγω, καλῶ, ὀνομάζω κ.ά. ,β) ποιῶ, χειροτονῶ, ἀποδείκνυμι,τίθημικ.ά.,γ)νομίζω, ἡγοῦμαι (=νομίζω),κρίνω κ.α. ,δ) ἔχω, δίδωμι, λαμβάνω, παρέχω κ.α. ,ε) αὔξω, αἴρω, τρέφω κ.τ.λ. (τότε το κατηγορούμενο είναι προληπτικό).

               α               κ

  • Καλοῦσιν αὐτοὺς νομοθέτας.

                                 α                ε.κ

  • Παρέδοσαν τοὺς νεκροὺς ὑποσπόνδους

                                             α                κ

  • Ποιοῦσι τοὺς συμμάχους προθύμους

                                                α                 π.κ                

  • Ἡ εἰρήνη ᾖρε τὸν δῆμον  ὑψηλὸν

                                                  α             κ

  • Ἡ πόλις νομίζει τούτους θεούς.

Σημείωση :  Τα συνδετικά ρήματα, όταν δεν συντάσσονται με ένα είδος κατηγορουμένου, συχνά συντάσσονται με Γενική Κατηγορηματική. Είναι κατηγορούμενο σε πτώση γενική. Δηλαδή ανάμεσα στο υποκείμενο και τη γενική μεσολαβεί ένα συνδετικό ρήμα.

Διακρίνουμε:

α) γεν. κατηγορ.  κτητική,

  • Τὸ πεδίον ἐστί τοῦ βασιλέως.

β) γεν. κατηγορ. διαιρειική,

  • Σωκράτης ἦν τῶν σοφῶν.

γ) γεν. κατηγορ. της  ιδιότητας,

  • Ὁ ποταμός ἐστι δέκα πλέθρων.

δ) γεν. καιηγορ. της ύλης,

  • Οἱ στέφανοι ἦσαν χρυσίου.

ε) γεν. κατηγορ. της αξίας.

  • Ὁ ἀγρός ἐστι πεντήκοντα ταλάντων.

ΤΑ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ

Έτσι ονομάζονται όσα δηλώνουν ότι το υποκείμενό τους ενεργεί. Είναι μεταβατικά, δηλαδή η ενέργειά τους μεταβαίνει σε ένα άλλο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα, που αποτελεί το αντικείμενο του ρήματος και αμετάβατα, δηλαδή η ενέργειά τους δε μεταβαίνει σε άλλο αντικέιμενο.

  1. ΡΗΜΑΤΑ ΜΟΝΟΠΤΩΤΑ ΜΕ ΑΙΤΙΑΤΙΚΗ

(ρήματα που συντάσσονται με ένα αντικείμενο σε αιτιατική πτώση)

Με αντικείμενο σε πτώση αιτιατική συντάσσονται :

1) Όσα σημαίνουν ωφέλεια ή βλάβη:

-Κλέαρχος ὠφελεῖ τοὺς Ἕλληνας

-Εὖ ποιεῖτε τοὺς φίλους

-Τοῦτο βλάπτει ἄλλον.

2).Όσα φανερώνουν καταδίωξη, απόδραση κ.ά.ό.

-Κῦρος ἐθήρευε κάπρους

-Λύσανδρος ἐδίωκεν πολεμίους

3)Ρηματα διαφόρων σημασιών : φθάνω, λανθάνω, μένω (περιμένω), ἐκλείπω (ἀφήνω), ὄμνυμι/ ἐπιορκῶ, κελεύω 

-Οἱ πελτασταὶ οὐκ ἔμειναν τοὺς ὁπλίτας

-Ἐκέλευσεν ὁ Κῦρος τοὺς ἔνδεκα

4)Μερικά αμετάβατα ρήματα, που χρησιμοποιούνται ως μεταβατικά : αἰδοῦμαι, εὐλαβοῦμαι, ἐκπλήττομαι, καταπλήττομαι, δακρύω, κλαίω, φοβοῦμαι, δέδοικα, οἰμώζω, θρηνῶ, ποθῶ, πενθῶ, ἀλγῶ.

5)Επίσης τα ρήματα : οἰκῶ, σπεύδω, θαρρῶ, σιγῶ, σιωπῶ  κ.ά.ό

Εσωτερικό/ Εξωτερικό / Σύστοιχο  αντικείμενο

Εξωτερικό : Υπάρχει πριν να ενεργήσει το ρήμα

-ὁ ἥλιος θερμαίνει τὴν γῆν

-ὅρα τὸν ἄνδρα

-γιγνώσκω ταῦτα.

Εσωτερικό : Το αντικείμενο προέρχεται από την ενέργεια του υποκειμένου.

-γράφω ἐπιστολήν

-ποιῶ ναῦν

-κατασκευάζω τεῖχος.

Σύστοιχο αντικείμενο :  προέρχεται ετυμολογικά από την ίδια ρίζα του ρήματος της πρότασης ή από τη ρίζα συγγενούς ρήματος. Συνήθως συνοδεύεται από κάποιον επιθετικό προσδιορισμό. Έτσι το σύστοιχο αντικείμενο παραλείπεται συνήθως και τη θέση του παίρνει ο προσδιορισμός.

-βάδιζε τὴν ταχίστην ὁδὸν → βάδιζε τὴν ταχίστην

-ὠφελεῖ βραχεῖαν ὡφέλειαν →ὠφελεῖ βραχέα

-πάσχουσι μέγα πάθος → πάσχουσι μέγα.

  • ΡΗΜΑΤΑ  ΜΟΝΟΠΤΩΤΑ  ΜΕ ΓΕΝΙΚΗ

(ρήματα που συντάσσονται με ένα αντικείμενο σε γενική πτώση)

Ρήματα που παίρνουν ένα αντικείμενο σε πτώση γενική είναι όσα σημαίνουν:

α) επιμέλεια – αμέλεια – φροντίδα (ἐπιμελοῦμαι, ἀμελῶ, φρο­ντίζω, προνοώ, κήδομαι, φείδομαι, ὀλιγωρῶ, ἀφειδῶ κτλ.).

-Κῦρος ἐπεμελεῑτο τῶν βαρβάρων.

-Ἀχιλλεὺς ὠλιγώρησε τοῦ θανάτου.

β) μνήμη – λήθη (μέμνημαι, ἐνθυμοῦμαι, ἐπιλανθάνομαι, ἀμνημονῶ,  κτλ.).

-Οὐκ ἐπελαθόμην τῶν ἐντολῶν σου.

-Μνήσθητί μου, Κύριε.

γ) χωρισμό – αποχή – απομάκρυνση – απαλλαγή (ἀπέχω, ἀφίσταμαι, χωρίζομαι, ἀπαλλάττομαι κτλ.).

-Ἀπηλλάγημέν τοῦ κινδύνου.

-Ἀφίσταμαι τῆς συμμαχίας.

δ) αίσθηση πλην του , ὁρῶ καὶ θεῶμαι (αἰσθάνομαι, ἀκούω, ἅπτομαι, γεύομαι, ἀκροῶμαι, πυνθάνομαι, μανθάνω κτλ.).

-Κῦρος ἤκουσε θορύβου.

-Μή μου ἅπτου.

ε)   συμμετοχή   (μετέχω,  κοινωνῶ,  μεταλαμβάνω,  κληρονομῶ  κτλ.).

-Ἡ ψυχὴ μετέχει τοῦ θείου.

-Οἱ παῖδες τῆς πατρικῆς οὐσίας κληρονομοῦσι.

στ) επιθυμία – απόλαυση (ἀπολαύω, ἐπιθυμῶ, ὀρέγομαι, ἐρῶ  κτλ.).

-Οὐδεὶς πολέμου ἐρᾷ.

-Οὐκ ὀρέγομαι τῶν ἀλλοτρίων.

ζ) εξουσία (ἄρχω, κρατῶ, προίσταμαι, τυραννῶ, ἡγοῦμαι  κτλ.).

-Λακεδαιμόνιοι τῆς Ἑλλάδος προεστήκασι.

-Ἐπισθένης ἡγεῖτο τῶν πελταστῶν.

η) αφθονία – στέρηση – έλλειψη-πλησμονή (γέμω, δέομαι, στεροῦμαι, ἀπορῶ, εὐπορῶ  κτλ.).

-Οὐκ ἀπορήσομεν ἐπιτηδείων.

-Ἅπαντες δεόμεθα σωτηρίας.

θ) απόπειρα – επιτυχία – αποτυχία (πειρῶμαι, τυγχάνω, ἀπο­τυγχάνω, ψεύδομαι, ἁμαρτάνω, ἀξιοῦμαι, σφάλλομαι κτλ.).

-Οἱ νικηταὶ ἀξιοῦνται ἐπαίνου.

-Λακεδαιμόνιοι ἐσφάλησαν τῆς ἐλπίδος.

ι) κατηγορία – καταδίκη (κατηγορῶ, καταγιγνώσκω, καταψη­φίζομαι κτλ.).

-Οὐδεὶς ἑαυτοῦ κατηγορεῖ.

-Ἀθηναῖοι κατεψηφίσαντο ἁπάντων τῶν στρατηγῶν

ία) έναρξη – λήξη (ἄρχω, ἄρχομαι, λήγω, παύομαι κτλ.).

-Ἤρχετο τοῦ λόγου Φαρνάβαζος.

-Λῆγε τῶν πόνων.

ιβ) διαφορά – υπεροχή (διαφέρω, ὑστερῶ, πλεονεκτῶ, ἡττῶμαι, περιγίγνομαι, πρωτεύω, μειονεκτῶ κτλ.).

-Ὁ ἄνθρωπος ὑπερέχει τῶν ζῴων.

-Ὀλίγον διαφέρει ὁ ὀργιζόμενός τοῦ μαινομένου.

ιγ) καταγωγή (εἰμί, γίγνομαι, ἔφυν, πέφυκα).

-Ἐστὲ τοιούτων προγόνων.

-Ἀγαμέμνονος ἔφυν.

ιδ) σύνθετα με τις προθέσεις: ὑπὲρ – ἀπὸ – ἐκ – ὑπὸ – κατά:

-Μὴ προτρεχέτω ἡ γλῶττα τῆς διανοίας.

-Μένων οὐδενὸς κατεγέλα.       

* Τα απρόσωπα ρήματα : μέλει – μέτεστι – δεῖ-δέομαι (=έχω ανάγκη) , μερικές φορές λαμβάνο­νται ως φροντίδας – συμμετοχής – στερήσεως σημαντικά και δέχο­νται ως αντικείμενο πτώση γενική και ως υποκείμενο την αφηρημένη τους έννοια:

δεῖ χρημάτων  = ἔνδεια ἐστὶ χρημάτων,

δέομαι τῶν ἀναγκαίων ἀγαθῶν

μέλει = μέλημα εστί.- μέτεστι =μετουσία εστί.

* Τα συμμετοχής σημαντικά μερικές φορές δέχονται και την αιτιατική μέρος, επειδή η γενική δηλώνει το σύνολο.

π.χ Οὗτος μετέλαβε τὸ πέμπτον μέρος τῶν ψήφων,

Σύμφωνα με αυτή την σύνταξη και με άλλα ρήματα εννοείται η αιτιατική μέρος:

-Διελόντες τοῦ τείχους.

-Ἀφίησι τῶν αἰχμαλώτων.

-Τῆς ἀρετῆς τὸ ἴσον ἀπέλαυσαν.

* Προσοχή ! Πολλά ρήματα συντασσόμενα με γενική πτώση συντάσσονται και με αιτιατική, όπως το ἀκούω, αἰσθάνομαι  κτλ. ή είναι δίπτωτα, όπως το μανθάνω κτλ.

  • ΡΗΜΑΤΑ ΜΟΝΟΠΤΩΤΑ ΜΕ ΔΟΤΙΚΗ

(ρήματα που συντάσσονται με ένα αντικείμενο σε δοτική πτώση)

Ρήματα που παίρνουν ένα αντικείμενο σε πτώση δοτική είναι όσα σημαίνουν:

α) φιλική ή εχθρική διάθεση (χαρίζομαι, θύω, ἀρέσκω, πολεμῶ, ἀπειλῶ, μάχομαι, ὀργίζομαι, ἀγανακτῶ, εναντιοῦμαι κτλ.).

-Οὐ χαριούμεθα τοῖς ἐχθροῖς.

-Οἱ στρατιῶται ὠργίζοντο τῷ Κλεάρχῳ.

β) ὠφελῶ — βλάπτω — βοηθῶ  (βοηθῶ, ἐπικουρῶ, ἀμύνω, τιμωρῶ, λυσιτελῶ κτλ.).

-Χρή πάντας βοηθεῑν τῇ πατρίδι.

γ) ομοιάζω – συμφωνώ (ἔοικα, συμφωνῶ, σπένδομαι κτλ.).

-Ἡ ἱππομαχία ἔοικε πεζομαχίᾳ.

-Τὰ ἔργα οὐ συμφωνεῖ τοῖς λόγοις.

δ) συναντῶ – ἀκολουθῶ – ἐνώνομαι – ἐπικοινωνῶ  (πελάζω, ὁμιλῶ, ἕπομαι, ἀκολουθῶ, πλησιάζω, μείγνυμι κτλ.).

-Ὅμοιος ὁμοίῳ πελάζει.   

-Δημάρατος εἵπετο τῷ Ξέρξῃ.

ε) ὑπακούω – πείθομαι ἀπειθῶ, πιστεύω κτλ.

-Δίκαια πράττει ὁ πειθόμενος τοῖς νόμοις.

-Ἄδικα δὲ ὁ ἀπειθῶν τούτοις.

στ) πρέπει (πρέπει, ἁρμόττει, προσήκει).

-Προσήκει μάλιστα ἐλευθέρῳ ἡ Ἱππική.

ζ) χρησιμοποιώ (χρῶμαι),

-Οἱ ὁπλῖται ἐχρῶντο τόξοις.

η) λέγομαι – δίδομαι (λέγομαι, δίδομαι, ἀγγέλλομαι κτλ.).

-Τοῦτο ἐκ θεοῡ δέδοταί μοι.

θ) τα σύνθετα με τις προθέσεις: ὑπὸ – πρὸς – περὶ – σὺν – ἐν – ἐπὶ – παρὰ – ἀντὶ καὶ τὸ ἐπίρρημα ὁμοῦ:

-Ἐμμένω τοῖς ὅρκοις.

-Ὁ στρατηγὸς τοῖς στρατιώταις παραινεῖ.

  • ΡΗΜΑΤΑ ΔΙΠΤΩΤΑ ΜΕ ΔΥΟ ΑΙΤΙΑΤΙΚΕΣ

(ρήματα που συντάσσονται με δύο αντικείμενα σε πτώση αιτιατική)

 Ρήματα που σημαίνουν: α) αποκρύπτω, στερώ, εισπράττω, ικετεύω, ρωτώ, β) διδάσκω, υπενθυμίζω, γ) ενδύω, δ) όσα έχουν εκτός από εξωτερικό και σύστοιχο αντικείμενο.

Από τις δυο αιτιατικές, η μία δηλώνει πρόσωπο-έμψυχο  (άμεσο αντικείμενο) και η άλλη «πράγμα»-άψυχο γενικά (έμμεσο αντικείμενο).

Με τις δυο αυτές αιτιατικές συντάσσο­νται τα επόμενα ρήματα και τα συνώνυμα αυτών: αἰτῶ ,διδάσκω, ἐργάζομαι, ἀναγκάζω, δρῶ , ἐρωτῶ, ἀναμιμνῄσκω, ἐθίζω, ἐρωτῶ , ἀπαιτῶ, εἰσπράττω, λέγω ,ἀποστερῶ, ἐκδύω, πείθω, ἀποκρύπτω, ἐνδύω, ποιῶ

Παραδείγματα

1. Πολλοὶ με σῖτον αἰτοῦσι, πολλοὶ δὲ ἱμάτια.

2. Ἀναμνήσω ἡμᾶς τοὺς τῶν προγόνων κινδύνους.

3. Βασιλεὺς ἡμᾶς τὰ δῆλα ἀπαιτεῖ.

4. Διογείτων τὴν θυγατέρα ἔκρυπτε τὸν θάνατον τοῦ ἀνδρός.

5. Χρόνος καί ἐμπειρία τὰ κακῶς ἔχοντα διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους.

6. Ἀθηναῖοι τοὺς νησιώτας ἑξήκοντα τάλαντα εἰσέπραττον.

7. Ὁ πάππος τὸν Κῦρον στολὴν καλὴν ἔνεδυσεν.

8. Τισσαφέρνης συμφορὰς τοὺς Ἕλληνας εἰργάσατο.

9. Οὐ τοῦτο ἐρωτῶ σέ.

10. Τὰ ἔσχατα λέγουσιν ἀλλήλους.

11. Τοῦτο οὐκ ἔπειθε τοὺς Φωκέας.

12. Ἴσασιν ἃ ἐποίησε τοὺς παραδόντας τὴν πόλιν.

  • ΡΗΜΑΤΑ ΔΙΠΤΩΤΑ ΜΕ ΑΙΤΙΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΗ

(ρήματα που συντάσσονται με δύο αντικείμενα σε αιτιατική και γενική)

Συντάσσονται με αιτιατική και γενική τα ρήματα που σημαίνουν:

α) γεμίζω-αδειάζω,

β) ακούω, μαθαίνω, πληροφορούμαι,

γ) παίρνω, προσελκύω,

δ) απαλλάσσω, εμποδίζω, ελευθερώνω, σταματὼ κ.ά.

ε) ανταλλάσσω, αγοράζω, πουλώ, εκτιμώ κ.ά. (η γενικὴ στην περίπτωση αὐτὴ εἶναι τῆς ἀξίας),

στ) ψυχικὸ πάθος (ἡ γενικὴ στην περίπτωση αὐτὴ εἶναι τῆς αἰτίας),

ζ) δικάζω και ἀνταποδιδῶ (ἡ γενικὴ εἶναι τῆς αἰτίας),

η) σύνθετα με τις προθέσεις ἀπό, ἐκ, κατά, πρό.

*Η αιτιατική είναι το άμεσο αντικείμενο και η γενική το έμμεσο.

α) Ἔγεμον τὴν ναῦν ξύλων. -Ἐκένωσαν τάς χεῖρας δώρων.

β)Ἤκουσα ταῦτα Σωκράτους. -Μάθε καὶ τάδε μου.

γ) Εἷλκε  τὸν ἄνδρα τῆς ζώνης.

δ) Ἀπολύω ὑμᾶς τῆς φρουρᾶς.- Ἔπαυσαν Τιμόθεον τῆς στρατηγίας.

ε) Ἀντήλλαξαν τὴν φυγὴν τοῦ χρυσίου (γεν. της ἀξίας)

στ) Ὲζήλωσε Κροῖσον τοῦ πλούτου (γεν. της αἰτίας)

ζ) Διώξομεν αὐτὸν τῆς αἰσχροκερδείας (γεν. της αἰτίας)

η) Ἐξέβαλον αὐτὸν τῆς ἀρχῆς- Ἀποτρέπει μὲ τούτου.

  • ΡΗΜΑΤΑ ΔΙΠΤΩΤΑ ΜΕ ΑΙΤΙΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΟΤΙΚΗ

(ρήματα που συντάσσονται με δύο αντικείμενα σε αιτιατική και δοτική )

Τα παρακάτω ρήματα συντάσσονται με αιτιατική και δοτική:

α) λέγω, δίδωμι ,δείκνυμι, παραινῶ, ἀποκρίνομαι, ἀντιτάσσω και όσα έχουν παρόμοια σημασία.

-Λέγω καὶ μῦθον ὑμῖν

-ἔδειξεν τὴν ὁδὸν αὐτοῖς  

β) ὑπισχνοῦμαι, ἐπιστέλλω, φέρω, προσάγω, προσαρμόζω, παρέχω, πέμπω, και τα συγγενικά τους.

-Ὑπισχνεῑτο πέντε μνᾶς ἑκαστῳ.

– Φέρω πέπλον σοι

γ)Όσα σημαίνουν αξίωση, ομοίωση, μείξη, συνδιαλλαγή.

-Ἐξισοῡσι τὴν τάξιν αὐτῶν τοῖς Μαντινεῦσιν.

-Συνήλλαξαν τοὺς φεύγοντας ἐκείνοις.

δ)Τα σύνθετα με τις προθέσεις ἐν και σύν

– Ἐγχειρίζω ἐμαυτὸν τῇ ἀτυχίᾳ.

– Συνέκρουον αὐτοὺς ἀλλήλοις.

– Ἡ αἰτιατικὴ εἶναι τὸ άμεσο ἀντικείμενο καὶ ἡ δοτικὴ τὸ ἔμμεσο.

  • ΡΗΜΑΤΑ ΔΙΠΤΩΤΑ ΜΕ ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΙ ΔΟΤΙΚΗ

(ρήματα που συντάσσονται με δύο αντικείμενα σε γενική και δοτική)

Με γενική και δοτική συντάσσονται τα ρήματα :

α)μετέχω, κοινωνῶ, μεταδίδωμι καὶ τὰ συνώνυμα τους.

-Μεταδίδωμι τοῦ σίτου τῷ κυνί.

β)όσα σημαίνουν παραχώρηση και το ρήμα φθονῶ.

-Ὁ ποταμὸς παραχωρεῖ τῆς ὁδοῦ ὑμῖν.

-Φθονῶ τοῦ μαθήματος αὐτῷ

γ)τιμῶ (με την έννοια ορίζω ως ποινή για κάποιον), τιμῶμαι  (με την έννοια προτείνω για κάποιον ποινή).

-Ὁ ἀνὴρ τιμᾶται θανάτου μοι.

-Τιμᾶτε φυγῆς μοι.

* Η γενική είναι το  άμεσο αντικείμενο και η δοτική το έμμεσο.

  • ΡΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΝΑΡΘΡΟ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΩΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ

Άναρθρο απαρέμφατο ως αντικείμενο λαμβάνουν τα ρήματα:

α) λεκτικά (λέγω – φημί -ὁμολογῶ- κτλ.).

β) δοξαστικά (λέγω – φημὶ -ὁμολογῶ- ἀρνοῦμαι- ὄμνυμι —ἀπειλῶ – ὑπισχνοῦμαι – ἐπαγγέλλομαι κτλ.).

γ) βουλητικά (βούλομαι – ἐθέλω – ἐφίεμαι – ποθῶ – ἐπιθυμῶ-δέομαι -ἀξιῶ -γλίχομαι  κτλ.),

δ) δυνητικά (δύναμαι – ἀδυνατῶ – ἀπόρως ἔχω – οἷος τ’ εἰμί- ἔχω κτλ.).

ε) προτρεπτικά – απαγορευτικά – αποπειρατικά – γνωστικά (κωλύω – κελεύω – ἐῶ – εὔχομαι – πειρῶμαι – ἐπιχειρῶ – αἱροῦμαι – ἐπίσταμαι κτλ.).

Ιδιαίτερες Παρατηρήσεις

Το απαρέμφατο όταν μεταφράζεται με το «ότι» λέγεται ειδικό, ενώ όταν μεταφράζεται με το «να» λέγεται τελικό.

*Τα ρήματα: ἀπειλῶ – ὄμνυμι – ὑπισχνοῦμαι – ἐπαγγέλλομαι -προσδοκῶ καὶ ἐλπίζω κανονικά συντάσσονται με απαρέμφατο μέλλοντα και ανεξάρτητα από τη μετάφρασή του είναι πάντοτε ειδικό.

*** Το «δοκεῖ» με απαρέμφατο τελικό ως υποκείμενο είναι ρήμα απρόσωπο, ενώ με πτώση ονομαστική ως υποκείμενο είναι ρήμα δοξαστικό και δέχεται ως αντικείμενο απαρέμφατο.

* Το δυνητικό ειδικό απαρέμφατο ισοδυναμεί με δυνητική οριστική ιστορικού χρόνου ή με δυνητική ευκτική.

Παραδείγματα

1. Οὗτος ὁμολογεῖ ἄδικος γεγενῆσθαι.

2. Φίλιππος λέγεται τελευτῆσαι.

3. Οὗτοι ἐδόκουν ἀπρόθυμοι εἶναι.

4. Βασιλεὺς νικᾶν ἡγεῖται.

5. Μένων ἐπεθύμει ἄρχειν.

6. Οὐδεὶς βούλεται θνῄσκειν.

7. Θεμιστοκλῆς οὐκ ἠδύνατο καθεύδειν.

8. Οὐδὲν ἐρῶ καίπερ ἔχων εἰπεῖν.

9. Ἐγὼ παιδεύειν ἄλλους ἐπιχειρῶ.

10. Ἐπίσταμαι σέβειν θεούς.

10.ΤΑ ΔΟΞΑΣΤΙΚΑ (ΓΝΩΜΙΚΑ) ΡΗΜΑΤΑ

Είναι τα ρήματα που εκφράζουν γνώμη (δόξα =γνώμη). Τα ρήματα αυτά ,όταν τα συναντάμε στο λόγο εξαρτούν πάντοτε πλάγιο λόγο.

Τα κυριότερα από αυτά είναι :

  • δοκῶ
  • ἡγοῦμαι
  • νομίζω
  • πιστεύω
  • οἲομαι/οἶμαι
  •  ὑπολαμβάνω
  •  κρίνω
  • φαίνομαι /φανερός εἰμί
  • δῆλος εἰμί κ.ά.

Συντάσσονται :

  • με ειδικό απαρέμφατο (συνήθως)

Π.χ. Κροῖσος ἐνόμιζε ἑαυτὸν εἶναι ἀνθρώπων ἁπάντων ὀλβιώτατον

  • με ειδική πρόταση (σπανιότερα)

Π.χ.  Dῆlόn ἐsti ὅti ἐggύV ἦn basileύV.

11.ΤΑ ΓΝΩΣΤΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ

Στην κατηγορία αυτή συμπεριλαμβάνονται όλα τα ρήματα που δηλώνουν γνώση γενικά, πληροφορία, μάθηση (που αποκτήθηκε από τη γνώση ).

Τα κυριότερα από αυτά είναι :

  • γιγνώσκω
  • οἶδα
  • ἐπίσταμαι
  • πυνθάνομαι
  • μανθάνω
  • ἀγνοῶ
  • ἐννοῶ
  • διδάσκω κ.ά.

Συντάσσονται :

  • με κατηγορηματική μετοχή (συνήθως)

Π.χ. Οὐδένα οἶδα μισοῦντα τούς ἐπαινοῦντας

  • με ειδικό απαρέμφατο

Π.χ. Οἱ πολέμιοι ἐπύθοντο τούς ἱππεῖς ἀπιέναι

  • με ειδική πρόταση

Π.χ. Ἐπιστάμεθα Μυσούς ὅτι ἐν τῇ βασιλέως χώρα πολλὰς καὶ εὐδαίμονας πόλεις οἰκοËσι.

12.ΤΑ ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ

Είναι τα ρήματα που δηλώνουν αίσθηση.

Τα κυριότερα από αυτά είναι :

  • ὁρῶ
  • ἀκούω
  • αἰσθάνομαι
  • ὀσφραίνομαι κ.ά.

Συντάσσονται :

  • με κατηγορηματική μετοχή (συνηθέστερα)

Π.χ.  Ὁρῶμεν ὑμᾶς ἀδικοῦντας τοὺς συμμάχους τῶν πόλεων

  • με ειδική πρόταση

Π.χ. Ἀκούω ὡς χρήματα εἲληφεν Αἰσχίνης

  • με ειδικό απαρέμφατο

Π.χ. Αἰγινῆται ἢκουον οὐκ εἶναι αὐτόνομοι κατά τάς σπονδάς.

13.ΤΑ ΛΕΚΤΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ

Τα κυριότερα από αυτά είναι :

  • λέγω
  • ἀγγέλλω / ἀπαγγέλλω
  • φημί
  • ὁμολογῶ κ.ά

Συντάσσονται :

  • με ειδική πρόταση (συνηθέστερα)

Π.χ. Ἀπήγγελλον τοῖς Ἀθηναίοις ὅτι στράτευμα πάμπολυ προσίοι

  • με ειδικό απαρέμφατο

Π.χ. Ὁμολογεῖται τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι

ΤΑ ΠΑΘΗΤΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ

Παθητικά ρήματα ή ρήματα παθητικής διάθεσης ονομάζονται αυτά που φανερώνουν ότι το υποκείμενό τους παθαίνει κάτι από κάποιον άλλο.

Συντάσσονται με Ποιητικό Αίτιο, δηλαδή με το πρόσωπο ή το πράγμα από το οποίο προέρχεται η ενέργεια που δέχεται το υποκείμενο ενός παθητικού ρήματος.

Το Ποιητικό Αίτιο εκφέρεται :

α) με ὑπό +γενική

  • Πολλοί ἐτρώθησαν ὑπό των τοξοτῶν
  • Πολλοί ὑπό των τριάκοντα ἀπέθανον

β) σπανιότερα με τις προθέσεις ἀπό, ἐκ, προς, παρά +γενική

  • Οὐδέν ἔργον ἀξιόλογοςν ἐπράχθη ἀπ’ αὐτῶν.
  • Τοῦτο μοι ἐκ θεοῦ δέδοται.
  • Ταῦτα ἐξηγγέλθη Ἀλεξάνδρῳ πρός τῶν κατασκόπων.
  • Παρά πολλῶν ὁμολογεῖται τοῦτο εἶναι τό δίκαιον.

γ) Με Δοτική Προσωπική του Ποιητικού Αιτίου ή του Ενεργούντος Προσώπου (συνήθως μαζί με ρήματα παθητικού Παρακειμένου ή Υπερσυντελίκου ή με ρηματικά επίθετα σε –τέος και –τός+ εἰμί,  που είναι παθητικής διάθεσης)

  • Ἀλέξανδρος, ὡς λέλεκται Ἀριστοβούλῳ, ὑπό καμάτου ἐνόσησεν.
  • Ὥστε μοι πᾶς ὁ λόγος σχεδόν τι γέγραπται.
  • Ὠφελητέα σοι ἡ πόλις ἐστί.
  • Οὐκ ἐξιτόν ἐστί αὐτοῖς.

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΡΗΜΑΤΩΝ

  1. ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ ΨΥΧΙΚΟΥ ΠΑΘΟΥΣ

Εκφράζουν ψυχικό πάθος , δηλαδή συναίσθημα, ψυχική διάθεση (χαρά, λύπη, οργή, φόβο, αγανάκτηση, ζήλεια, μίσος, αγάπη, αγωνία κ.ά.

Τα κυριότερα από αυτά είναι :

  • ἀ­γα­να­κτῶ
  •  ἥ­δο­μαι (= ευ­χα­ρι­στι­έ­μαι)
  • χα­ί­ρω /χαίρομαι
  •  ὀρ­γί­ζο­μαι
  • Ζηλῶ /φθονῶ
  •  θαυ­μά­ζω (= α­πο­ρώ, ε­κλπήσ­σο­μαι)
  • οι­κτε­ί­ρω (= θρη­νώ)
  • αἰ­σχύ­νο­μαι
  •  βα­ρέ­ως ή χα­λε­πῶς φέ­ρω (= υ­πο­φέ­ρω)
  •  με­τα­μέ­λο­μαι (= με­τα­νι­ώ­νω) κ.ά

Συντάσσονται :

  • με κατηγορηματική μετοχή (σε χρόνο ενεστώτα)

Π.χ. Ἣδομαι τιμώμενος

  • με αιτιολογική μετοχή (σε χρόνο αόριστο ή παρακείμενο)

Π.χ. Ἂχθομαι λιπών τάς οἰκίας

  • με αιτιολογική πρόταση

Π.χ. Οὐκ ἂν θαυμάζοιμι, εἰ ο³ πολέμιοι, ὥσπερ οἱ δειλοὶ κύνες, žμ¶ν ἐπακολουθο¶εν.

  • με εμπρόθετο επιρρηματικό προσδιορισμό της αιτίας

Π.χ. Ἐπί πολλοῖς τῶν κατηγορημένων ἠγανάκτησα.

  • με γενική, δοτική ή αιτιατική της αιτίας

Π.χ. Ζηλῶ σε τοῦ πλούτου // Ἥδομαι τούτοις

  • ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ ΚΙΝΗΣΗΣ

Είναι τα ρήματα που εκφράζουν κίνηση γενικά ,είτε κυριολεκτική (εξωτερική), είτε μεταφορική (εσωτερική)

Τα κυριότερα από αυτά είναι :

  • εἶμι
  • φεύγω
  • ἒρχομαι
  • ἣκω (=φτάνω)
  • πλέω
  • πέμπω
  • παρασκευάζω / παρασκευάζομαι
  • στρατεύω κ.ά.

Συντάσσονται :

  • με τελική μετοχή

Π.χ. Ἔπλεον πολεμήσοντες

  • με τελική πρόταση

Π.χ. Πέμπει στρατιώτας , ὃπως βοηθήσωσι ταῖς πόλεσιν.

  • με εμπρόθετο επιρρηματικό προσδιορισμό

Π.χ. Ἐς πόλεμον παρεσκευάζοντο

  • με επιρρηματικό κατηγορούμενο

Π.χ. Αἱ νῆες ἔπλευσαν βοηθοί /Οἱ στρατιῶται ἀφίκοντο σκοταῖοι

  • ΑΠΡΟΣΩΠΑ ΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΡΟΣΩΠΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ
Απρόσωπα ή τριτοπρόσωπα λέγονται τα ρήματα που βρίσκονται σε γ΄ ενικό πρόσωπο και δεν έχουν ως υποκείμενο ένα πρόσωπο ή πράγμα.

Σχηματισμός απροσώπων ρημάτων και απροσώπων εκφράσεων


Αποκλειστικώς απρόσωπα ρήματα είναι μόνο το χρὴ(= πρέπει, είναι ανάγκη) και το ἔξεστι (= είναι δυνατό, επιτρέπεται).

Τα υπόλοιπα προέρχονται από προσωπικά ρήματα:

α) ενεργητικά, όπως:
δοκεῖ (= φαίνεται, νομίζεται, θεωρείται) δεῖ, πρέπει, προσήκει (= πρέπει, επιβάλλεται, αρμόζει) ἔνεστι, πάρεστι, ἔστιν (= είναι δυνατό) μέλλει (= πρόκειται) σημαίνει (= δίνεται σημείο) μέλει τινί (= ενδιαφέρει κάποιον) δηλοῖ (= είναι φανερό) φιλεῖ (= συνηθίζεται) διαφέρει (= υπάρχει διαφορά) παρέχει (= παρουσιάζεται ευκαιρία) ἔοικε (= φαίνεται) προχωρεῖ (= πάει καλά) λυσιτελεῖ, συμφέρει (= συμφέρει) ἐγχωρεῖ (= είναι δυνατό, επιτρέπεται) ἀρκεῖ (= είναι αρκετό)
β) παθητικά, όπως:
λέγεται, ἀγγέλλεται, θρυλεῖται, ἄδεται, (= λέγεται, διαδίδεται) ὁμολογεῖται (= αναγνωρίζεται) νομίζεται (= θεωρείται) ἐπέρχεταί τινι, παρίσταταί τινι (= έρχεται στο νου κάποιου) εἴμαρται (= είναι πεπρωμένο, είναι ορισμένο από τη μοίρα) ἁμαρτάνεται (= γίνεται σφάλμα) εἰκάζεται (= συμπεραίνεται) ὥρισται (= είναι καθορισμένο) ἐνδέχεται, ἐγγίγνεται (= είναι ενδεχόμενο) προβεβούλευται (= έχει βγει προκαταρτική απόφαση) ἐγγίγνεται (= επιτρέπεται)


Οι απρόσωπες εκφράσεις σχηματίζονται:

α) από ουδέτερο επιθέτου και το ρήμα ἐστί:
ῥᾴδιόν ἐστι (= είναι εύκολο) οἷόν τ΄ἐστι (= είναι δυνατό) δῆλόν ἐστι (= είναι φανερό) δεινόν ἐστι (= είναι φοβερό) προσῆκόν ἐστι (= είναι πρέπον) χαλεπόν ἐστι (= είναι δύσκολο) ἀγαθόν ἐστι (= είναι καλό) πλημμελές ἐστι (= είναι ανάρμοστο)
β) από ουδέτερο μετοχής και το ρήμα ἐστί:
εἰκός ἐστι (= είναι φυσικό) χρεών ἐστί (= είναι αναγκαίο) προσῆκόν ἐστι (= αρμόζει) δεδογμένόν ἐστι (= έχει αποφασιστεί) καθεστηκός ἐστι (= είναι καθορισμένο) δυνατόν ἐστι (= είναι δυνατό)
γ) από αφηρημένο ουσιαστικό και το ρήμα ἐστί:
ἀνάγκη ἐστί (= είναι ανάγκη) ὥρα ἐστί (= είναι ευκαιρία) ἀκμή ἐστι (= είναι η πιο κατάλληλη στιγμή) σχολή ἐστι (= υπάρχει διαθέσιμος χρόνος) θέμις ἐστί (= υπάρχει νόμος / συνήθεια) ἔργον ἐστί (= είναι επίπονο / δύσκολο) ἔργον ἐστί τινος (= είναι καθήκον κάποιου) κίνδυνός ἐστι (= υπάρχει κίνδυνος) λόγος ἐστί (= λέγεται) ἔθος ἐστί (= συνηθίζεται)
δ) από (τροπικό) επίρρημα και το ρήμα ἔχει:
ῥᾳδίως ἔχει (= είναι εύκολο) ἀναγκαίως ἔχει (= είναι αναγκαίο) εὖ ἔχει (= είναι καλό) ἀρκούντως ἔχει (= είναι αρκετό) προσηκόντως ἔχει (= είναι πρέπον) αἰσχρῶς ἔχει (= είναι ντροπή) καλῶς ἔχει (= είναι καλό) κακῶς ἔχει (= είναι κακό)

Το υποκείμενο των απροσώπων ρημάτων και των απροσώπων εκφράσεων


Τα απρόσωπα ρήματα και οι απρόσωπες εκφράσεις δέχονται ως υποκείμενο:

α) άναρθρο απαρέμφατο, τελικό ή ειδικό:
π.χ. Τοὺς νόμους δεῖ τηρεῖν τοὺς δικάζοντας
(= Oι δικαστές πρέπει να τηρούν τους νόμους)
β) δευτερεύουσα ονοματική πρόταση, ειδική, ενδοιαστική ή πλάγια ερωτηματική:
π.χ. Ἠγγέλθη ὅτι ἡττημένοι εἶεν Λακεδαιμόνιοι
(= Aνακοινώθηκε ότι οι Λακεδαιμόνιοι είχαν ηττηθεί)
γ) αφηρημένη σύστοιχη έννοια που ενυπάρχει στο απρόσωπο ρήμα και προκύπτει αν αυτό αναλυθεί σε απρόσωπη έκφραση:
π.χ. πολεμεῖται = γίγνεται πόλεμος
παρεσκεύασται = γεγένηται παρασκευή

Τυπικά τα ρήματα αυτά δεν έχουν υποκείμενο.


Τέτοια ιδιόρρυθμα απρόσωπα ρήματα είναι συνήθως:

α) τα παθητικά απρόσωπα:
πολεμεῖται = πόλεμος γίγνεται παρεσκεύασταί τινι = παρασκευή γεγένηται ηὖκται = εὐχή γεγένηται
β) τα ενεργητικά απρόσωπα:
μέλει τινι τινός = μέλησὶς ἐστί τινί τινός (= φροντίζει κάποιος για κάτι) μεταμέλει τινι τινός = μεταμέλεια ἐστί τινι τινός (= μετανοεί κάποιος για κάτι) μὲτεστί τινι τινός = μετουσία ἐστί τινι τινός (= διεκδικεί κάτι, μετέχει κάποιος σε κάτι) δεῑ μοι τινός = ἔνδεια ἐστί τινι τινός (= χρειάζεται κάποιος κάτι)

Σημείωση: Σε αυτές τις περιπτώσεις το «τινός» είναι αντικείμενο και σπανίως τίθεται σε αιτιατική.
Η γενική όμως που συνοδεύει το ρήμα «μεταμέλει» θεωρείται γενική της αιτίας.

γ) ρήματα που δείχνουν φυσικά ή καιρικά φαινόμενα:
ὕει = ὑετός γίγνεται (= βρέχει) νίφει = πίπτει χιών (= χιονίζει) συννέφει = νέφος γίγνεται (= συννεφιάζει) συνεσκόταζε = σκότος ἐγίγνετο (= σκοτείνιασε, έπεσε σκοτάδι) ἐκείνου τοῦ μηνός ἔσειε = σεισμός ἐγένετο (= έγινε σεισμός)

Ιδιαίτερες Παρατηρήσεις:


1. Οι απρόσωπες εκφράσεις «δῆλόν ἐστι» και «φανερόν ἐστι» δε δέχονται ποτέ ως υποκείμενο απαρέμφατο, αλλά ονοματική ειδική ή πλάγια ερωτηματική πρόταση:
π.χ. Δῆλον ἐγένετο τοῖς Θηβαίοις ὅτι ἐμβαλοῖεν οἱ Λακεδαιμόνιοι.
(= Έγινε φανερό στους Θηβαίους ότι θα εισβάλουν οι Λακεδαιμόνιοι)

2. Στην απρόσωπη σύνταξη έχουμε πάντοτε ετεροπροσωπία, εφόσον το υποκείμενο του ρήματος δεν γίνεται να συμπίπτει με το υποκείμενο του απαρεμφάτου

3. Το ρήμα «δεῖ» είναι προσωπικό όταν συντάσσεται με μία από τις γενικές: «μικροῦ, «πολλοῦ», «ὀλίγου», «τοσούτου», «ἑνός», «δυοῖν»

4. Στην απρόσωπη έκφραση «ἔργον ἐστί τινός»,το «ἔργον» συχνά παραλείπεται και η γενική «τινός» είναι κτητική: π.χ. Ἄρχοντος (ἔργον) ἐστί ἐπιμελεῖσθαι τῶν ἀρχομένων (= Είναι έργο του άρχοντα να φροντίζει το λαό)

5. Το ρήμα «δοκεῖ» όταν συντάσσεται με τελικό απαρέμφατο είναι απρόσωπο και μεταφράζεται: φαίνεται καλό να..

Όταν όμως συντάσσεται με ειδικό απαρέμφατο είναι συνήθως προσωπικό και μεταφράζεται: νομίζει κάποιος ότι..

6. Όταν στην πρόταση υπάρχει ονομαστική τότε η σύνταξη είναι προσωπική:
π.χ. Λέγεται Ἀλκιβιάδης εἶναι ἐν Λακεδαίμονι.

(= Λένε ότι ο Αλκιβιάδης βρίσκεται στην Λακεδαίμονα)

Η δοτική προσωπική στην απρόσωπη σύνταξη

Η δοτική προσωπική είναι η δοτική που συνοδεύει τα απρόσωπα ρήματα και τις απρόσωπες εκφράσεις και δηλώνει το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται η έννοιά τους, το πρόσωπο δηλαδή για το οποίο υπάρχει η γίνεται κάτι. Αποτελεί λοιπόν το λογικό υποκείμενο του ρήματος

π.χ. Ἐμοί προσήκει λέγειν. (= Πρέπει να μιλήσω)

Η δοτική προσωπική, όταν μετατραπεί σε αιτιατική, δίνει το υποκείμενο του απαρεμφάτου που λειτουργεί ως υποκείμενο του απροσώπου ρήματος.
π.χ. Ἐμοί προσήκει λέγειν.(= Πρέπει να μιλήσω)
προσήκει: ρήμα
λέγειν: υποκείμενο του ρήματος, τελικό απαρέμφατο
ἐμοί: δοτική προσωπική
άρα υποκείμενο του απαρεμφάτου: μὲ

Προσοχή ! Στην Απρόσωπη Σύνταξη η ετεροπροσωπία του απαρεμφάτου, δηλαδή το υποκείμενο σε πτώση αιτιατική, είναι υποχρεωτική.

Ιδιαίτερες Παρατηρήσεις:


1. Η δοτική προσωπική που συνοδεύει τα ρήματα «δοκεῖ» και «φαίνεται» χαρακτηρίζεται δοτική προσωπική (του ενεργούντος προσώπου), όταν λειτουργούν ως απρόσωπα. Όταν όμως λειτουργούν ως προσωπικά ,τότε η δοτική προσωπική χαρακτηρίζεται του κρίνοντος προσώπου.
2. Τα ρήματα «χρὴ» (πάντα) και «δεῖ» (συνήθως) δε συντάσσονται με δοτική προσωπική, αλλά αντί για δοτική τίθεται συνήθως αιτιατική προσώπου ως υποκείμενο του απαρεμφάτου:

π.χ. Οὐ πόνου πολλοῦ με δεῖ  (= Δεν χρειάζεται να μπω σε μεγάλο κόπο)

3. Η δοτική προσώπου που συντάσσεται με απρόσωπα ρήματα, τα οποία προκύπτουν από ρήματα προσωπικά μεταβατικά που συντάσσονται με δοτική είναι αντικείμενο:

π.χ. Οὐ συμφέρει τοῖς τυράννοις (= Δεν συμφέρει τους τυράννους)

4. Η δοτική προσωπική παραλείπεται συχνά:

α) όταν εννοείται από τα συμφραζόμενα

β) όταν είναι γενική και αόριστη, οπότε εννοούμε ένα από τα: «τινί», «ἡμῖν», «τοῖς ἀνθρώποις»

γ) όταν είναι η ίδια με το υποκείμενο του απαρεμφάτου που εξαρτάται από το απαρέμφατο.

  • ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΝΙΚΗΣ ΟΡΟΛΟΓΙΑΣ

Τα ρήματα αυτά τα συναντούμε συνήθως σε δικανικούς ρητορικούς λόγους και τα σημαντικότερα από αυτά είναι τα εξής :

  • δίκην δίδωμι : τιμωρούμαι
  • δίκην λαμβάνω παρά τινός : τιμωρώ κάποιον
  • δίκην υπέχω :υποβάλλομαι σε δίκη
  • ἂγω εἰς δίκην ή δικαστήριον ή ἐπί τούς δικαστάς = καταγγέλλω κάποιον στο δικαστήριο
  • ἀγωνίζομαι γραφήν ή δίκην = υποστηρίζω μέχρι το τέλος κάποια υπόθεση
  • αἰτίαν ἒχω, ἐν αἰτία εἰμί, αἰτίαν λαμβάνω = κατηγορούμαι
  • αἱρῶ = αποδεικνύω κάποιον ένοχο για έγκλημα
  • αἱρῶ γραφήν ή δίκην = κερδίζω δίκη
  • ἁλίσκομαι = καταδικάζομαι για κάτι
  • ἀντιδικῶ = είμαι αντίδικος, προτείνω δίκη εναντίον κάποιου
  • ἀπογιγνώσκω = αθωώνω κάποιον
  • ἀπογράφω = καταγγέλλω κάποιον
  • ἀποκτείνω= καταδικάζω σε θάνατο
  • ἀποκτείνω εμαυτόν = αυτοκτονώ
  • ἀποφεύγω = απαλλάσσομαι από την κατηγορία
  • ἀποψηφίζομαί τινός = αθωώνω κάποιον
  • ἀτιμῶ = στερώ από κάποιον τα πολιτικά του δικαιώματα
  • ἀφίημι = απαλλάσσω από την κατηγορία
  • γράφομαι = μηνύω, καταγγέλλω κάποιον
  • γράφω ψήφισμα = υποβάλλω σχέδιο νόμου
  • διαγιγνώσκω = αποφασίζω σε κάποια δίκη
  • δέομαι καί ἱκετεύω και ἀντιβολῶ = συνήθως μαζί αυτά τα τρία ρήματα φανερώνουν πολύ θερμή ικεσία
  • διαγράφω δίκην = ξεγράφω από τον κατάλογο κάποια δίκη
  • διαγράφομαι δίκην = αποσύρω τη δίκη
  • διαμαρτύρομαι= κάνω ένσταση, παρουσιάζω μάρτυρες
  • δίδωμι δίκην = τιμωρούμαι
  • δοκιμάζω = εξετάζω και κρίνω κάποιον για δημόσιο λειτούργημα
  • ἐγκαλῶ = μηνύω κάποιον στο δικαστήριο
  • εἰσαγγέλλω= μηνύω κάποιον για δημόσιο αδίκημα
  • εἰσάγω γραφήν ή δίκην = εισάγω στο δικαστήριο κάποια υπόθεση
  • ἐξελέγχω = καταδικάζω , αποδεικνύω ένοχο
  • ἐπέξειμί τινος = καταδιώκω κάποιον δικαστικώς
  • ἐπιδικάζω= επικυρώνω με δικαστική απόφαση κάτι σε κάποιον
  • ἐπικαλῶ = εγκαλώ = κατηγορώ
  • ἐπικηρύσσω = ορίζω ποινή
  • ἐπιμαρτύρομαι = παρουσιάζω κάποιον ως μάρτυρα.
  • ἐπιτιμῶ = βάζω ποινή σε κάποιον
  • καθίσταμαί τινά εἰς ἀγῶνα = φέρνω κάποιον σε δίκη
  • καταγιγνώσκω τινός τι = καταλογίζω σε κάποιον κάτι
  • καταγιγνώσκω τινός θάνατον (με αντικείμενο σε γενική και αιτιατική της ποινής ή γενική του εγκλήματος) = καταδικάζω κάποιον σε θάνατο

Π.χ. Πολλῶν οἱ πατέρες ἡμῶν μηδισμοῦ θάνατον κατέγνωσαν

  • καταχειροτονῶ = ψηφίζω εναντίον κάποιου με ανάταση του χεριού
  • καταχειροτονῶ θάνατόν τινός = ψηφίζω το θάνατο κάποιου
  • καταψηφίζομαί τινός = καταδικάζω κάποιον με την ψήφο μου
  • ὀφλισκάνω δίκην = χάνω τη δίκη
  • ὀφλισκάνω δίκην θανάτου = καταδικάζομαι σε θάνατο
  • ὀφλισκάνω ζημίαν =καταδικάζομαι να πληρώσω πρόστιμο
  • προκαταγιγνώσκω= καταδικάζω κάποιον πριν απολογηθεί
  • ὑβρίζω = κακοποιώ, βιάζω, ατιμάζω, γίνομαι υπερήφανος
  • ὑπάγω τινά υπό το δικαστήριον = καταγγέλλω
  • ὑπέχω δίκην τινός = έχω να δώσω λόγο για κάτι
  • ὑποτιμῶμαι = προτείνω για τον εαυτό μου κατώτερη ποινή από εκείνη που πρότεινε ο κατήγορος

Τα ρήματα αυτά συντάσσονται συχνά με προσδιορισμούς της αιτίας :

  • αιτιολογική μετοχή
  • αιτιολογική πρόταση
  • εμπρόθετο επιρρηματικό προσδιορισμό της αιτίας
  • γενική, δοτική ή αιτιατική της αιτίας
  • ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΗΛΩΝΟΥΝ ΦΟΒΟ ή ΔΙΣΤΑΓΜΟ

Τα σημαντικότερα από αυτά είναι :

  • φοβοῦμαι
  • δέδοικα, δέδια,
  • φυλάττομαι,
  • τρόμος ἔχει,
  • κίνδυνος ἔχει
  • φόβος ἐστί,
  • φοβερόν ἐστι,
  •  δέος ἐστί,
  •  δεινόν ἐστι,
  • κίνδυνός ἐστι, κ.ά.:

Τα ρήματα αυτά συντάσσονται με Δευτερεύουσα Ενδοιαστική (Διστακτική) Πρόταση.

  • ἐδέδισαν μή ποτε αὖθις ξυμφορά τις αὐτοῖς περιτύχῃ
  • ἐφοβοῦντο μή ποτε βασιλεὺς αὐτὸς ποιησάμενος στρατείαν κρατήσειεν
  • φοβοῦνται μὴ ματαία ἂν γένοιτο αὕτη ἡ κατασκευή, εἰ πόλεμος ἐγερθείη
  • φοβερὸν γὰρ <ἐστὶ> μὴ ἅμα τε στερηθῶσι τῆς ἀρχῆς καὶ ἀδύνατοι γένωνται τιμωρήσασθαι τοὺς ἀδικήσαντας
  • ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΗΛΩΝΟΥΝ ΣΥΓΚΡΙΣΗ, ΔΙΑΦΟΡΑ, ΥΠΕΡΟΧΗ

Τα σημαντικότερα από τα ρήματα που δηλώνουν σύγκριση, διαφορά, υπεροχή είναι τα εξής :

  • ὑπερέχω
  • πλεονάζω
  • πλεονεκτῶ κ.ά

Τα ρήματα αυτά συντάσσονται με δοτική της αναφοράς.

  • Πλεονεκτεῑτε αὐτῶν χρήμασιν.
  • Ὁ ἄνθρωπος συνέσει ὑπερέχει τῶν ἄλλων ζώων.

Αφήστε μια απάντηση