Στίχ. 441-470

ΚΡ. Σε σένα, σε σένα μιλώ που σκύβεις το κεφάλι κάτω,

ομολογείς ή αρνείσαι ότι τα ‘κανες αυτά;

ΑΝΤ. Και ομολογώ ότι τα ‘κανα και δεν τ’ αρνούμαι αυτό.

ΚΡ. Εσύ μπορείς να πας όπου θέλεις,

εντελώς απαλλαγμένος από τη βαριά κατηγορία·

συ πες μου όχι με πολυλογία ,αλλά με συντομία,

γνώριζες ότι είχε διακηρυχτεί να μην κάνει κανείς αυτά;

ΑΝΤ. Το ‘ξερα· πώς ήταν δυνατό να μην το ξέρω;

Αφού ήτανε σ’ όλους γνωστό.

ΚΡ. Και τόλμησες λοιπόν να παραβείς αυτούς εδώ τους νόμους;

ΑΝΤ. Ναι [τόλμησα], γιατί δεν ήταν ο Δίας αυτός που είχε διακηρύξει σε μένα αυτά

ούτε η Δίκη, η συγκάτοικος με τους θεούς του κάτω κόσμου,

όρισε τέτοιους νόμους μες στους ανθρώπους,

ούτε μπορούσα να φανταστώ ότι οι δικές σου διακηρύξεις έχουν τόση δύναμη,

ώστε να μπορείς εσύ, αν και θνητός,

να ξεπεράσεις τους άγραφους και απαρασάλευτους νόμους των θεών.

Γιατί δεν έχουν ισχύ αυτοί (οι νόμοι) σήμερα, βέβαια, και χτες αλλά αιώνια, και κανείς δεν ξέρει από πότε φάνηκαν.

Κι ούτε σκόπευα εγώ, από φόβο για την αλαζονεία κανενός ανθρώπου,

να τιμωρηθώ γι’ αυτούς (τους νόμους) μπροστά στους θεούς·

γιατί πως θα πεθάνω το ‘ξερα πολύ καλά·πώς όχι;

Κι αν ακόμη εσύ δεν είχες βγάλει τη διαταγή σου.

Αν όμως είναι να πεθάνω πρόωρα,κέρδος αυτό το θεωρώ εγώ·

γιατί όποιος ζεισε μεγάλη δυστυχία,όπως εγώ,

πώς αυτός δεν είναι κερδισμένοςόταν πεθάνει;

Έτσι και μένα να υποστώ αυτόν το θάνατοκαθόλου δε με λυπεί·

αν ανεχόμουνα όμως για τον αδερφό μου

να μένει άταφο το πτώμα μετά το θάνατο του,

για κείνο θα λυπόμουνα·γι’ αυτό εδώ όμως δε θλίβομαι.

Κι αν όμως τώρα σου φαίνομαι πως είμαι ανόητη,

ίσως από έναν ανόητο θεωρούμαι ανόητη.

Στίχ. 471-507

ΧΟ. Ο χαρακτήρας της κόρης φαίνεται πως είναι σκληρός από σκληρό πατέ­ρα και δεν ξέρει να υποχωρεί στις συμφορές.

ΚΡ. Μάθε όμως πως τα πιο αλύγιστα φρονήματα συχνά ταπεινώνονται,

και μπορείς να δεις ότι το πιο σκληρό σίδερο,

πυρακτωμένο στη φωτιά ώστε να γίνει άκαμπτο,

ραγίζει και σπάει τις πιο πολλές φορές·

και ξέρω ότι τα αγριεμένα άλογα δαμάζονται με μικρό χαλινάρι·

γιατί δεν επιτρέπεται να περηφανεύεται αυτός που ‘ναι δούλος των άλλων.

Αυτή ήξερε καλά να αυθαδιάζει τότε,

όταν παραβίαζε τους νόμους που ισχύουν κι αυτό είναι δεύτερη αυθάδεια,

αφού το έχει κάνει, να καυχιέται δηλαδή γι’ αυτό

και να χλευάζει για το κατόρθωμα της.

Αλήθεια τώρα εγώ δεν είμαι άντρας, αυτή θα είναι άντρας,

αν η νίκη αυτή θα εξακολουθεί να μένει στο ενεργητικό της χωρίς τιμωρία.

Όμως, είτε είναι κόρη της αδερφής μου

είτε ο πλησιέστερος απ’ όλους μας τους συγγενείς,

αυτή και η αδερφή της δε θα ξεφύγουν

από τον πιο ατιμωτικό θάνατο·

γιατί κι εκείνη κατηγορώ εξίσου ότι σκέφτηκε και σχεδίασε αυτή την ταφή.

Φωνάξτε κι αυτήν.Πραγματικά πριν από λίγο την είδα μέσα

να κάνει σαν λυσσασμένη και να μην ελέγχει το λογικό της.

Συνήθως η ψυχή αυτών που μηχανεύονται άσχημες πράξεις στο σκοτάδι

προδίνεται ως ένοχη·

μισώ όμως όταν συλληφθεί κάποιος την ώρα που κά­νει το κακό

κι ύστερα θέλει να το παρουσιάζει ως ωραίο αυτό.

ΑΝΤ. Θέλεις τίποτα χειρότερο από το να με συλλάβεις και να με θανατώσεις;

ΚΡ. Εγώ τουλάχιστον τίποτα·απ’ τη στιγμή που έχω αυτό,έχω τα πάντα.

ΑΝΤ. Γιατί λοιπόν αργείς [να με θα­νατώσεις];

Γιατί τίποτε από τα λόγια σου δε μου είναι ευχάριστο

και μακάρι ποτέ να μη μου είναι ευχάριστο·

έτσι και σε σένα τα δικά μου λόγια είναι φυσικό να σου είναι δυσάρεστα·

κι όμως,από πού θα κέρδιζα λαμπρότερη δόξα

παρά θάβοντας τον αδερφό μου;

Αυτό θα ομολογούσαν όλοι αυτοί ότι τους αρέσει,

εάν ο φόβος δεν κρατούσε κλειστό το στόμα τους.

Αλλά ο τύραννος,εκτός από τα πολλά άλλα πλεονεκτή­ματα που έχει,

μπορεί ακόμη να κάνει και να λέει ό,τι θέλει.

Στίχ. 508-525

ΚΡ. Εσύ μόνη απ’ αυτούς εδώ τους  Καδμείους το βλέπεις έτσι αυτό.

ΑΝΤ. Κι αυτοί το βλέπουν, αλλά για χάρη σου κλείνουν το στόμα τους.

ΚΡ. Δεν ντρέπεσαι λοιπόν εσύ που σκέφτεσαι διαφορετικά απ’ αυτούς εδώ;

ΑΝΤ. [Όχι], γιατί καμιά ντροπή δεν είναι να τιμά κανείς τ’ αδέρφια του.

ΚΡ. Αδερφός από το ίδιο αίμα δεν ήταν κι αυτός που σκοτώθηκε απέναντι ακριβώς;

ΑΝΤ. Από το ίδιο αίμα ήταν, από μια μάνα και από τον ίδιο πατέρα.

ΚΡ. Πώς λοιπόν προσφέρεις τιμές[στον Πολυνείκη], που ‘ναι ασέβεια για κείνον (τον Ετεο­κλή);

ΑΝΤ. Δε θα συμφωνήσει μ’ αυτά ο σκοτωμένος.

ΚΡ. [θα συμφωνήσει] βέβαια,αν τον τιμάς εξίσου με τον ασεβή.

ΑΝΤ. [Τον τιμώ τον Πολυνείκη],γιατί, βέβαια, δε σκοτώθηκε σαν δού­λος αλλά σαν αδερφός.

ΚΡ. [Σαν αδερφός σκοτώθηκε],προσπαθώντας όμως να υποτάξει αυτήν εδώ τη χώρα1

ενώ ο άλλος [σκοτώθηκε]υπερασπίζοντας την.

ΑΝΤ. Ο Άδης όμως αξιώνει οι νόμοι να είναι ίσοι για όλους.

ΚΡ. Μα ο καλός δεν είναι στην ίδια θέση με τον κακό,

ώστε να λάβει την ίδια τιμή.

ΑΝΤ. Ποιος ξέρει αν αυτές οι διακρίσεις είναι δίκαιες στον κάτω κόσμο;

ΚΡ. Ποτέ όμως ο εχθρός δεν είναι φίλος,ούτε κι όταν πεθάνει.

ΑΝΤ. Δε γεννήθηκα εγώ για να συμμερίζομαι το μίσος,

αλλά για να αγαπώ μαζί με άλλους.

ΚΡ. Αν λοιπόν πρέπει να αγαπάς, αγάπα εκείνους,

όταν πας στον κάτω κόσμο·όσο όμως εγώ ζω,δε θα κυβερνήσει γυναίκα.

Στίχ. 526-550

ΧΟ. Αλλά να η Ισμήνη μπροστά στις πύλες,

χύνονταςδάκρυα από αδερφική αγάπη,

κι ένα σύννεφο πάνω απ’ τα φρύδια της

ασχημίζει το κατακόκκινο πρόσωπο της,

βρέχοντας τα ωραία μαγουλά της.

ΚΡ. Εσύ, πουμέσα στο σπίτι μου σαν οχιά κρυμμένη

μου έπινες το αίμα χωρίς να γίνεσαι αντιληπτή,

και δεν καταλάβαινα πως έτρεφα δυο συμφορές

και δυο επαναστάτριες εναντίον του θρόνου μου,

εμπρός, πες μου λοιπόν, θα ομολογήσεις και συ ότι πήρες μέρος σε τούτη την ταφή ή θα ορκιστείς πως δεν ξέρεις τίποτα;

ΙΣΜ. Το έχω κάνει αυτό, αν βέβαια και τούτη συμφωνεί,

κι έχω μερίδιο στην κατηγορία και τη δέχομαι.

ΑΝΤ. Η δικαιοσύνη όμως δε θα σ’ το επιτρέψει αλήθεια αυτό,

γιατί ούτε και θέλησες ούτε κι εγώ σε έκανα συνεργό.

ΙΣΜ. Μα μέσα στις συμφορές σου δεν ντρέπομαι

να κάνω τον εαυτό μου συμμέτοχο στο πάθος σου.

ΑΝΤ. Ο Αδης και οι θεοί του κάτω κόσμου ξέρουν καλά

ποιοι έκαναν αυτή την πράξη·

κι εγώ όποια με λόγια αγαπάει δεν τη θεωρώ δικό μου άνθρωπο.

ΙΣΜ. Αδερφή, μη μου στερήσεις την τιμή

μαζί σου να πεθάνω και να εξαγνίσω το νεκρό.

ΑΝΤ. Να μην πεθάνεις μαζί μου ούτε να οικειοποιείσαι αυτά που δεν άγγιξες·

θα είναι αρκετό να πεθάνω εγώ.

ΙΣΜ. Και στη ζωή ποια χαρά θα έχω αν στερηθώ εσένα;

ΑΝΤ. Τον Κρέοντα ρώτα· γιατί γι’ αυτόν εσύ νοιάζεσαι.

ΙΣΜ. Γιατί με πικραίνεις μ’ αυτά, χωρίς να έχεις κανένα κέρδος;

Στίχ. 551-560

ΑΝΤ. Πονώντας, βέβαια[το κάνω αυτό],αν γελώ σε βάρος σου.

ΙΣΜ. Έστω και τώρα λοιπόν σε τι θα μπορούσα να σε ωφελήσω ακόμη εγώ;

ΑΝΤ. Σώσε τον εαυτό σου·δεν αρνούμαι από φθόνο εσύ να γλιτώσεις το θάνατο.

ΙΣΜ. Αλοίμονο η δύστυχη,και να μη συμμεριστώ τη δική σου μοίρα;

ΑΝΤ. Ναι, γιατί εσύ προτίμησες να ζεις, εγώ όμως να πεθάνω.

ΙΣΜ. Αλλά όχι χωρίς να εκφράσω τις δικαιολογίες μου.

ΑΝΤ. Στα μάτια αυτών εδώ φαινόσουν ότι σωστά σκέφτεσαι εσύ,

ενώ εγώ φαινόμουν ότι σκέφτομαι σωστά στα μάτια των άλλων.

ΙΣΜ. Κι όμως το παράπτωμα είναι ίσο για τις· δυο μας.

ΑΝΤ. Πάρε θάρρος· εσύ ζεις, η δική μου όμως ψυχή από καιρό έχει πεθάνει, ώστε να είναι ωφέλιμη στους νεκρούς.

Στίχ. 561-569

ΚΡ. Απ’ αυτές τις δύο κόρες λέω πωςη μια πριν από λίγο αποδείχτηκε άμυαλη και η άλλη από την πρώτη στιγμή της γέννησης της.

ΙΣΜ. Ναι, βασιλιά, γιατί ποτέ δε μένει ούτε η φρόνηση που έχουμε έμφυτη

σε όσους δυστυχούν, αλλά φεύγει από τη θέση της.

ΚΡ. Εσένα λοιπόν σου σάλεψε,

από τη στιγμή που προτίμησες να κάνεις με τους κακούς παράνομα έργα.

ΙΣΜ. Και πώς μπορώ μόνη μου να ζήσω χωρίς αυτήν εδώ;

ΚΡ. Όμως μη λες «αυτή εδώ»· γιατί δεν είναι πια στη ζωή.

ΙΣΜ. θα σκοτώσεις λοιπόν τη μνη­στή του δικού σου παιδιού;

ΚΡ. Ναι, γιατί κι άλλων χωράφια είναι κατάλληλα για καλ­λιέργεια.

Στίχ. 570-581

ΙΣΜ. Όμως ο γάμος με άλλη δε θα είναι τόσο ταιριαστός

όσο ήταν ταιριαστός ανάμεσα σ’ εκείνον και σ’ αυτήν εδώ.

ΚΡ. Εγώ μισώ γυναίκες κακές για τα παιδιά.

ΙΣΜ. Πολυαγαπημένε Αίμονα, πόσο σε προσβάλλει ο πατέρας σου!

ΚΡ. Πολύ πράγματι με στεναχωρείς και συ και ο γάμος για τον οποίο μιλάς.

ΧΟ. Αλήθεια θα στερήσεις το σπλάχνο σου απ’ αυτήν εδώ;

ΚΡ. Ο Αδης είναι αυτός που θα διαλύσει το γάμο αυτό.

ΧΟ. Έχει αποφασιστεί, όπως φαίνε­ται, αυτή εδώ να πεθάνει.

ΚΡ. Και από σένα, βέβαια, και από μένα έχει αποφασιστεί·

μην καθυστερείτε άλλο,αλλά οδηγήστε τις μέσα,δούλοι·

δεμένες (φυλακισμένες)πρέπει αυτές να ‘ναι κι όχι ελεύθερες γυναίκες·

γιατί προσπαθούν, βέβαια, να ξεφύγουν και οι τολμηροί,

όταν βλέπουν πια το Χάρο κοντά στη ζωή τους.

Αφήστε μια απάντηση