Ο άνθρωπος από τη φύση του θέλει να είναι καλός. Θέλει να νιώθει δικαιωμένος για τις πράξεις του. Ακόμη και ο χειρότερος εγκληματίας δικαιολογεί τις πιο αποτρόπαιες πράξεις του στη βάση μιας δικής του ηθικής.
Το πρόβλημα όμως, δεν είναι ο σεσημασμένος εγκληματίας, που διαπράττει φανερά και δικαιολογεί τα εγκλήματά του. Αυτόν τον ξέρουμε, τον έχουμε μπροστά μας.
Το πρόβλημα βρίσκεται στον απλό, καθημερινό άνθρωπο, που αποποιείται την ευθύνη του, γιατί, ενώ δεν διαπράττει μια φανερή παρανομία, ένα φανερό έγκλημα, κλείνει τα μάτια στις παρανομίες και στα εγκλήματα των άλλων γύρω του, επικαλούμενος μάλιστα τη δική του ηθική στάση, τη δική του καλοσύνη.
Γιατί, μπορεί να μη σκοτώνει ο ίδιος τη γυναίκα του, να μη βιάζει τα παιδιά του, να μην ασκεί βία κάθε μορφής στον διπλανό του -και μάλιστα δι’ ασήμαντον αφορμήν- αλλά σιωπά, δεν καταγγέλλει, δεν παρεμβαίνει στο όριο και στον βαθμό που του αναλογεί, δεν αντιδρά με τον τρόπο που θα έπρεπε.
Σε καθημερινή βάση οι περισσότεροι από εμάς, χωρίς να διαπράττουμε κάποιο έγκλημα ή κάποια παρανομία, στην πραγματικότητα συμβάλλουμε με τη στάση μας στην τέλεσή τους. Αποποιούμαστε τη συνολική ευθύνη μιας κακής συμπεριφοράς ή πράξης, αλλά με τον τρόπο μας υποθάλπουμε την κακία με όποια μορφή και αν εκδηλώνεται, όταν υποστηρίζουμε ότι εμείς “δεν ξέραμε, δεν ακούσαμε, δεν καταλάβαμε”, ενώ στην πραγματικότητα αναλαμβάνουμε το βάρος της ευθύνης για το κακό που μπορούμε να αντέξουμε, ώστε να αισθανόμαστε “καλοί” και “ηθικά δικαιωμένοι”.
Κι έτσι, το κακό διαιωνίζεται και μεγαλώνει και απλώνει, ενώ εμείς συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι, αφού δεν το προκαλέσαμε άμεσα, αφού δεν έχουμε τη συνολική ευθύνη για την τέλεσή του, συνεχίζουμε να είμαστε καλοί και να δικαιώνουμε τη φυσική ροπή μας…

Πίνακας : Edward Hopper, “Summer in the city”, 1949

Από stratilio

Αφήστε μια απάντηση