Ύφος : είναι ο προσωπικός τρόπος έκφρασης.

Ως προς τα εκφραστικά μέσα: απλό, λιτό, φυσικό σύνθετο, περίπλοκο, περίτεχνο, δυσνόητο, σκοτεινό επιτηδευμένο, προσποιητό πομπώδες, στομφώδες, ρητορικό

Ως προς την ψυχική διάθεση: σοβαρό, εύθυμο, χιουμοριστικό, ειρω­νικό, μελαγχολικό, απαισιόδοξο ,οικείο*.

Ως προς τον τόνο: διδακτικό, συμβουλευτικό, παραινετικό-απολογητικό εξομολογητικό , ειρωνικό.

*Στοιχεία που κάνουν το ύφος οικείο είναι :

α) η χρήση του α’ ,β’ ενικού και β’ πληθυντικού προσώπου,

β)ο διάλογος ,

γ)οι ρητορικές ερωτήσεις,

δ)ο ευθύς λόγος ,

ε)τα παραδείγματα,

στ)ο μύθος,

ζ)η σαφήνεια,

η)το χιούμορ.

Ενεργητική και παθητική σύνταξη

Ενεργητική σύνταξη χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να τονίσουμε (να δώσουμε έμφαση) στο πρόσωπο που ενεργεί, δηλαδή στο υπο­κείμενο.

Παθητική σύνταξη χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να τονίσουμε το αποτέλεσμα της ενέργειας του υποκειμένου, την πράξη του υποκειμένου που ενεργεί.

[Έκφραση-Έκθεση Β’ Λυκείου, ΟΕΔΒ, σελ. 45]

Η παθητική σύνταξη προσδίδει στο λόγο πυκνότητα, επειδή το ποιητικό αίτιο μπορεί και να παραλείπεται, και αντικειμενικότητα γιατί με αυτή εξαίρονται (τονίζονται) ενέργειες και ιδέες, όχι πρόσω­πα.

(Αντικειμενικότητα στο λόγο δίνεται επίσης, με την οριστική έγκλιση και τη χρήση του γ’ ενικού και πληθυντικού προσώπου.)

Ρηματικά πρόσωπα

Το α’ ενικό : εκφράζει υποκειμενικότητα και χρησιμοποιείται, όταν ο συγγραφέας θέλει να διαχωρίσει τη θέση του για κάποιο θέμα ή να τονίσει τη συμβολή του σε αυτό. Επίσης, δίνει εξομολογητικό τόνο στο κείμενο (ημερολόγιο, στοχαστικό δοκίμιο) και αμεσότητα.

Το α’ πληθυντικό : ο συγγραφέας εντάσσει και τον εαυτό του σε ένα σύνολο ανθρώπων και συμμερίζεται απόψεις που έχουν άλ­λοι. Επίσης, το πρόσωπο αυτό δίνει αμεσότητα και οικειότητα και διευκολύνει την επικοινωνία του συγγραφέα με τον αναγνώστη.

Το β’ ενικό και το β’ πληθυντικό είναι τα πρόσωπα του διαλόγου, γι’ αυτό δίνουν δραματικότητα (θεατρικότητα) στο λόγο, παραστα­τικότητα, αμεσότητα και ζωντάνια.

Το β’ ενικό : εκφράζει οικειότητα (επιστολή σε φιλικό πρόσωπο),

Το β’ πληθυντικό : εκφράζει επισημότητα, τυπικότητα ή ευγένεια (επιστολή σε πρόσωπο που έχει κάποιο αξίωμα ή μας είναι άγνωστο).

Το γ’ ενικό και το γ’ πληθυντικό : εκφράζουν αντικειμενικότητα, γι’ αυτό προτιμούνται σε αποδεικτικά κείμενα ή στο δημοσιογραφικό λόγο, στην ειδησεογραφία και στην ερμηνευτική δημοσιογραφία (άρθρο και επιφυλλίδα).

Οι Χρόνοι του Ρήματος

Παρελθοντικοί: παρατατικός: για να δηλωθεί πράξη με διάρ­κεια ή επαναλαμβανόμενη/ αόριστος· πράξη στιγμιαία / υπερσυντέλικος· πράξη που είχε ολοκληρωθεί προτού αρχίσει κάποια άλλη

Παροντικοί: ενεστώτας· πράξη με διάρκεια ή επαναλαμβανόμενη / παρακείμενος- πράξη που άρχισε στο παρελθόν και συνεχίζεται στο παρόν

Μελλοντικοί:  μέλλοντας στιγμιαίος/  μέλλοντας εξακολουθητικός / μέλλοντας συντελεσμένος.

Οι Διαθέσεις του Ρήματος

Ενεργητική διάθεση έχουν τα ρήματα που δείχνουν ότι το υποκείμενο ενεργεί. Η ενεργητική διάθεση χρησιμοποιείται πιο συχνά από ό,τι η παθητική και κυρίως στον καθημερινό προφορικό λόγο και στον μη επίσημο γραπτό.

Η Παθητική διάθεση χρησιμοποιείται, όταν ο ομιλητής θέλει να δώσει έμφαση στο αποτέλεσμα της ενέργειας, σε αντίθεση με τη χρήση της ενεργητικής διάθεσης, με την οποία δίνεται έμφαση στην ενέργεια του ρήματος, αλλά και στον δράστη
της ενέργειας, π.χ. Οι τελικοί βαθμοί δικαίωσαν τους φοιτητές (ενεργ.), αλλά Οι φοιτητές δικαιώθηκαν από τους τελικούς βαθμούς (παθητ.). Η παθητική διάθεση χρησιμοποιείται κυρίως στον γραπτό λόγο σε ύφος τυπικό και ουδέτερο. Πολύ συχνή είναι επίσης η χρήση της στον ειδησεογραφικό δημοσιογραφικό λόγο.

Μέση διάθεση έχουν τα ρήματα τα οποία δείχνουν πως η ενέργεια που κάνει το υποκείμενο επιστρέφει στο ίδιο. Τα ρήματα αυτά ονομάζονται μέσα, π.χ. Η Χριστίνα χτενίζεται προσεκτικά.

Οι Εγκλίσεις του Ρήματος

Οριστική: δηλώνει κάτι πραγματικό, βέβαιο. Συχνά όμως μπορεί να εκφράζει και άλλες σημασίες, όπως τη δυνατότητα να γίνει κάτι (π.χ. Θα πετούσε από τη χαρά του, αν έπαιρνε το δίπλωμα), την πιθανότητα (π.χ. Δεν ήρθε ακόμη. Θα τον πήρε ο ύπνος), την ευχή (π.χ. Ας τον έβλεπε κι ας ήταν για λίγο) και την παράκληση (π.χ. Δεν προσέχεις λιγάκι τη διατροφή σου).

Υποτακτική: (ας / να…) δηλώνει κάτι ενδεχόμενο, πιθανό, μια προσδοκία, προτροπή, αποτροπή, συμβουλή, παραίνεση, απαγόρευση κ.ά.

Προστακτική: δηλώνει διαταγή, προσταγή, επιθυμία, συμβουλή, απαγόρευση κ.ά.

Η υποτακτική και η προστακτική ονομάζονται βουλητικές εγκλί­σεις και δίνουν στο λόγο τόνο παραινετικό και διδακτικό (άμεση διδαχή).

Οι Τροπικότητες

Τροπικότητες ονομάζονται οι διάφορες σημασιολογικές λειτουργίες που εκφράζονται με τη χρήση των εγκλίσεων και δείχνουν την υποκειμενική στάση του ομιλητή, π.χ. Να κερδίσει το λαχείο και τότε ποιος τον πιάνει! (υποθετική τροπικότητα).

Οι τροπικότητες είναι δύο ειδών: η επιστημική και η δεοντική.

Επιστημική τροπικότητα είναι αυτή που σχετίζεται με τον βαθμό της βεβαιότητας που εκφράζει ο ομιλητής γι’ αυτό που λέει,

π.χ. Πρέπει να περάσατε πολύ καλά στο ταξίδι.

Δεοντική τροπικότητα είναι αυτή που σχετίζεται με τον βαθμό της αναγκαιότητας που εκφράζει ο ομιλητής για την πραγματοποίηση αυτού που λέει,

π.χ. Λέω να πάω σήμερα θέατρο.

Οι τροπικότητες εκφράζονται στη νέα ελληνική με ένα μεγάλο αριθμό γλωσσικών (π.χ. συνδυασμοί συνδέσμων, τροπικά ρήματα, εκφράσεις κτλ.) και εξωγλωσσικών (π.χ. ανασήκωμα ώμων, χειρονομίες κτλ.) στοιχείων. Εξετάζονται μαζί με τις εγκλίσεις, γιατί και οι εγκλίσεις –κυρίως οι προσωπικές– εκφράζουν τροπικότητες.

Επιστημική τροπικότητα

Η επιστημική τροπικότητα καλύπτει ένα φάσμα σημασιών σχετικών με τη βεβαιότητα του ομιλητή γι’ αυτό που λέει, που στο ένα του άκρο βρίσκεται η υπόθεση και στο άλλο η ρητά δηλωμένη βεβαιότητα.

Ορισμένες από αυτές τις σημασίες είναι οι εξής:

Υπόθεση

Εκφράζεται η υπόθεση του ομιλητή γι’ αυτό που λέει. Εκφέρεται με το να + υποτακτική, τα αν, εάν, άμα, έτσι και, ας + οριστική πολλών χρόνων κ.ά.,

π.χ. Να ξέρουν οι άνθρωποι τι χάνουν από τη ζωή στο χωριό, θα φύγουν από τις πόλεις. Ας είχε αυτοκίνητο και θα έβλεπες πού θα ήταν.

Δυνατότητα

Εκφράζεται από τον ομιλητή αυτό που είναι δυνατό να γίνει. Εκφέρεται ως εξής: μπορεί + υποτακτική, ίσως + υποτακτική, θα + οριστική κ.ά., π.χ. Φέτος, λόγω του καιρού, μπορεί να έχουμε μεγάλη παραγωγή λαδιού. Ίσως κάνει λιγότερο κρύο τον επόμενο μήνα.

Πιθανότητα
Εκφράζεται από τον ομιλητή η πιθανότητα να γίνει αυτό που λέει. Από αυτή την άποψη είναι πιοισχυρή από τη δυνατότητα. Εκφέρεται με τα πρέπει + υποτακτική, θα + οριστική κ.ά.,

π.χ. Ο θείος σου πρέπει να έχει πολλά χρήματα για να τα ξοδεύει τόσο εύκολα. Θα ήταν δύσκολα εκείνα τα χρόνια.

Βεβαιότητα
Εκφράζεται από τον ομιλητή βεβαιότητα γι’ αυτό που λέει. Εκφέρεται με απλή οριστική και συνοδεύεται συχνά από εκφράσεις (επιρρήματα κτλ.) που δηλώνουν βεβαιότητα,

π.χ. Ο Κολόμβος σίγουρα ανακάλυψε την Αμερική.

Δεοντική τροπικότητα

Η δεοντική τροπικότητα καλύπτει ένα ευρύ φάσμα σημασιών σχετικών με την προσδοκία πραγματοποίησης αυτών που λέει ο ομιλητής, που στο ένα άκρο του βρίσκεται η απλή επιθυμία και στο άλλο η υποχρέωση.

Ορισμένες από αυτές τις σημασίες είναι οι εξής:

Επιθυμία
Εκφράζεται από τον ομιλητή η επιθυμία του υποκειμένου. Εκφέρεται συχνά με το ρήμα θέλω + υποτακτική,

π.χ. Όλοι θέλουν να έχουν καλή υγεία.

Ευχή
Εκφράζεται από τον ομιλητή η επιθυμία του υποκειμένου ως ευχή. Είναι πιο ισχυρή από την τροπικότητα της επιθυμίας. Εκφέρεται με απλή υποτακτική (και εκφράσεις που δείχνουν πως πρόκειται για ευχή και όχι προσταγή) και με τα ας, να, μακάρι, που + υποτακτική,

π.χ. Ας πλύνει καμιά φορά το αυτοκίνητο. Να μπεις στην εκκλησία, έστω και για λίγο.
Πρόθεση
Εκφράζεται από τον ομιλητή η πρόθεση του υποκειμένου να κάνει μια ενέργεια. Εκφέρεται με ρήματα που δηλώνουν πρόθεση (στοχεύω να, σκοπεύω να, προτίθεμαι να, λέω να κτλ.) + υποτακτική,

π.χ. Οι μαθητές της Γ΄ Λυκείου σκοπεύουν να πάνε φέτος εκδρομή στην Ιταλία.

Υποχρέωση
Εκφράζεται από τον ομιλητή η ανάγκη, η υποχρέωση του υποκειμένου να κάνει μια ενέργεια. Εκφέρεται, εκτός της προστακτικής, με το απρόσωπο ρήμα «πρέπει» και με ανάλογες εκφράσεις (είναι ανάγκη, είναι υποχρεωμένος κτλ.) + υποτακτική,

π.χ. Φέτος ο Γιάννης πρέπει να πάρει το πτυχίο του.

[ΝΕΓ Γυμνασίου, σελ. 126-127 και 128]

Οι Αναφορικές Προτάσεις

Οι αναφορικές προτάσεις χωρίζονται σε δύο κατηγορίες : 

1. Ονοματικές : εισάγονται με αναφορικές αντωνυμίες, λειτουργούν ως ονόματα και, επομένως, παίζουν το ρόλο υποκειμένου, αντικειμένου, κατηγορουμένου, παράθεσης, επεξήγηση, επιθετικού προσδιορισμού, ετερόπτωτου προσδιορισμού.

Π.χ. Όποιος πεινάει, καρβέλια ονειρεύεται (αναφορική σε ρόλο υποκειμένου)

Μην κάνεις ό,τι δεν πρέπει (αναφορική σε ρόλο αντικειμένου)

Στην εποχή μας είσαι ό,τι δηλώσεις (αναφορική σε ρόλο κατηγορουμένου)

Ο Όμηρος, που έγραψε την Ιλιάδα, ήταν σπουδαίος ποιητής (αναφορική σε ρόλο παράθεσης)

Η άνωση, που είναι αντίθετη δύναμη του βάρους, αποτελεί το λόγο που επιπλέουμε στη θάλασσα (αναφορική σε ρόλο επεξήγησης -υπονοείται το δηλαδή)

Πέταξαν τα ροδάκινα που σάπισαν (αναφορική σε ρόλο επιθετικού προσδιορισμού: που σάπισαν = τα σάπια)

Ν’ ακούς τη γνώμη όποιου σε αγαπά (αναφορική σε ρόλο ετερόπτωτου προσδιορισμού δηλαδή γενική υποκειμενική ή κτητική).

2. Επιρρηματικές : εισάγονται με αναφορικά επιρρήματα αναφορικούς επιρρηματικούς προσδιορισμούς.

Π.χ. Πήγαινε όπου σε στείλουν (αναφορική επιρρηματική που δηλών;

Να έρθεις όποια ώρα θέλεις (αναφορική επιρρηματική που δηλώνει χρόνο). Τακτοποίησε όπως νομίζεις (αναφορική επιρρηματική που δηλώνει τρόπο).

Όσα δίνεις τόσα παίρνεις (αναφορική επιρρηματική που δηλώνει ποσό).

Θα δεχτώ μόνο έτσι, όπως σου είπα (αναφορική επιρρηματική που δηλώνει όρο, συμφωνία).

Δε θα πάθουμε τίποτε, όσο κι αν το θέλουν (αναφορική επιρρηματική που δηλώνει εναντίωση, παραχώρηση).

Χωρίς αυτά δεν πάμε πουθενά, όπως δεν πάει χωρίς όπλο στον πόλεμο ο στρατιώτης (αναφορική επιρρηματική που δηλώνει παρομοίωση).

Οι αναφορικές προτάσεις χωρίζονται και σε δύο είδη : 

α) Προσδιοριστικές, που αποτελούν αναγκαίο όρο της πρότασης, δεν μπορούν να παραλειφθούν και γι’ αυτό δεν χωρίζονται με κόμμα (π.χ. Η δύση που είδαμε χτες θα μας μείνει αξέχαστη. Ο καθηγητής που διδάσκει μαθηματικά είναι πολύ αυστηρός.)

β) Παραθετικές ή Προσθετικές που δεν αποτελούν αναγκαίο όρο της πρότασης, μπορούν να παραλειφθούν και γι’ αυτό χωρίζονται με κόμμα (π.χ. Μίλησε για τη χώρα του, που μας ήταν άγνωστη. Το ηλιοβασίλεμα είχε ένα πορτοκαλί χρώμα, που ήταν υπέροχο).

Συνδέσεις

Παρατακτική: γίνεται με τη χρήση παρατακτικών συνδέσμων (και, όμως, αλλά κ.ά). Ο λόγος γίνεται απλός και ευκολονόητος (συνηθί­ζεται σε λογοτεχνικά κείμενα).

Υποτακτική: γίνεται με τη χρήση υποτακτικών συνδέσμων (γιατί, διότι, επειδή, για να, που, ο οποίος/α/ο, όταν, ώσπου, αφού, αν, ότι, ώστε, πως, να, μήπως, αν και, μολονότι, παρόλο που κ.ά). Ο λόγος γίνεται σύνθετος και κάποτε πιο δυσνόητος, αλλά και πιο επίσημος (υπάρχει σε κείμενα που έχουν «λογιότερη γραμμα­τική», δηλαδή σε κείμενα επιστημονικού ή στοχαστικού λόγου).

Ασύνδετο σχήμα (οι όμοιοι όροι (ρήματα, ουσιαστικά, επίθετα, αντωνυμίες, επιρρήματα, κύριες ή δευτερεύουσες προτάσεις) χωρίζονται με κόμμα και όχι με συνδέσμους) : χρησιμοποιείται, για να δηλώσει παραστατικότητα, ζωντάνια, ρυθμό.

O συγγραφέας αποσκοπεί στο να δώσει ένταση, έμφαση στο λόγο και ίσως να χρωματίσει συναισθηματικά το κείμενό του. Παράλληλα, διαπιστώνουμε ότι το ασύνδετο σχήμα συμβάλλει στη ζωντάνια και την παραστατικότητα ενός κειμένου, ενώ συνάμα πυκνώνει το λόγο. Επιπλέον, το ασύνδετο σχήμα χρησιμοποιείται, για να δώσουμε στο λόγο μας ταχύτητα, αμεσότητα, ζωηρότητα.

Προσδίδει μεγαλύτερη έμφαση και ένταση στο λόγο του. Το σχήμα αυτό (βλ. 102 ερώτηση παρακάτω) χρησιμοποιείται συνήθως, όταν απαριθμούνται οι επιπτώσεις κάποιου θέματος με στόχο την υπογράμμιση του αρνητικού και επικίνδυνου περιεχομένου του. Έτσι αποδεικνύεται η πολυπλοκότητα του προ­βλήματος και η αμεσότητα του κινδύνου.

Λεκτικά σύνολα

Ρηματικά σύνολα: κάνουν το λόγο συγκεκριμένο, εναργή και σαφή, γιατί το ρήμα δηλώνει διάθεση, φωνή,-χρόνο, έγκλιση, πρόσωπο και αριθμό. Χρησιμοποιούνται κυρίως σε αφηγηματικά, επιχειρηματολογικά, περιγραφικά, επεξηγηματικά κείμενα.

Ονοματικά σύνολα: δίνουν μεν πυκνότητα στο λόγο, γι’ αυτό και προτιμούνται σε τίτλους και πλαγιότιτλους, αλλά κάνουν το λό­γο γενικό και αόριστο. Χρησιμοποιούνται κυρίως σε κείμενα επιστημονικά, φιλοσοφικά κ.ά.

Λειτουργίες της γλώσσας

Αναφορική λειτουργία: (συνήθως δηλώνει  κυριολεξία, ακριβολογία, σαφήνεια). Αναφέρεται στη λογική του δέκτη, αναφέρεται κυρίως στον πραγματικό κόσμο ή στην αντίληψη που έχουμε γι’ αυτόν. Έχει πληροφοριακό χαρακτήρα .Επομένως , είναι πιθανό μια μεταφορά ή προσωποποίηση που χρησιμοποιούμε στον καθημερινό λόγο μας να έχει αναφορική λειτουργία και όχι ποιητική ,όπως συνήθως νοείται κάθε μεταφορά.

Π.χ. Έσπασε το πόδι της καρέκλας / Ο ήλιος δύει στις 6 το απόγευμα.

Ποιητική λειτουργία: (συνήθως δηλώνει συγκίνηση, υπαινικτικότητα, ελλειπτικότητα παραστατικότητα -» ποιητικότητα). Αναφέρεται στη συγκίνηση του δέκτη. Στοχεύει στη συναισθηματική φόρτιση, στη συγκίνηση. Το βάρος πέφτει στο ίδιο το μήνυμα του πομπού και στη μορφή του. Είναι πολύ πιθανόν ,επομένως, μια «καθημερινή» φράση να λειτουργεί συγκινησιακά , διότι είναι συναισθηματικά φορτισμένη ή αποτελεί σύμβολο κ.ο.κ.

Π.χ. «Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη / να εύχεσαι να’ ναι μακρύς ο δρόμος σου» (Κ.Π.Καβάφης, «Ιθάκη»)

Λέξεις

Λόγιες: δηλώνουν επισημότητα, σοβαρότητα, επιστημοσύνη, υψηλό μορφωτικό επίπεδο.

Λαϊκές: δηλώνουν προφορικότητα, αμεσότητα, οικειότητα.

Ειδικό λεξιλόγιο: είναι όροι που προέρχονται από την επιστήμη ή τον επιστημονικό κλάδο, από τη σκοπιά του οποίου εξετάζεται ένα θέμα.

Δηλωτική-Συνυποδηλωτική Σημασία των Λέξεων

Δηλωτική είναι η κυριολεκτική σημασία των λέξεων .

Π.χ. Το τρένο εκτροχιάστηκε εξαιτίας των κατολισθήσεων.

Συνυποδηλωτική είναι η μεταφορική σημασία των λέξεων.

Π.χ. Η οικονομία της χώρας εκτροχιάστηκε εξαιτίας της αβελτηρίας των κυβερνώντων.

Ο Τίτλος ενός κειμένου

Για να σχολιάσουμε τον τίτλο του κειμένου, πρέπει να τον εξετάσουμε από άποψη μορφής και περιεχομένου (εκτός εάν η ερώτηση είναι συγκεκριμένη και ας προσδιορίζει από ποια άποψη να τον εξετάσουμε):

α)από άποψη μορφής/ γλώσσας/ έκφρασης:

  • εξετάζουμε εάν είναι ελλειπτικός (απουσιάζει το ρήμα), αν υπάρχει ρήμα, σε ποιο χρόνο, πρόσωπο, φωνή βρίσκεται, αν έχουμε επίθετα, σημεία στίξης, την έκτασή του, εξετάζουμε αν η χρήση της γλώσσας είναι κυριολεκτική ή μεταφορική, εάν έχουμε ενεργητική ή παθητική φωνή και γιατί, εξετάζουμε το ύφος (σοβαρό, δραματικό, χιουμοριστικό κλπ.)

β) από άποψη περιεχομένου:

  • εξετάζουμε εάν ο τίτλος είναι κατάλληλος – εάν αποδίδει με ευστοχία το κύριο θέμα του κειμένου ή ποιο ζήτημα του κειμένου επιδιώκει να αναδείξει ο συγγραφέας με τον τίτλο, την οπτική γωνία που προκύπτει ή διαφαίνεται από τον τίτλο.

Η χρήση παραδειγμάτων στο λόγο

Τα παραδείγματα προσδίδουν ζωντάνια, παραστατικότητα και αμεσότητα στο λόγο του συγγραφέα, καθιστούν το κείμενο πιο οικείο, πιο προσιτό στον αναγνώστη. Αρκεί βέβαια να είναι εύστοχα, να μην διακόπτουν την πορεία της σκέψης και να μην πλεονάζουν.

Επίσης, ο συγγραφέας με τη χρήση των παραδειγμάτων επιδιώκει να προσδώσει κύρος και αποδεικτική ισχύ σε όσα ισχυρίζεται, γιατί τα παραδείγματα ανήκουν στα τεκμήρια. Επιβεβαιώνει την ορθότητα των ιδεών και των απόψεών του.

Η χρήση ερωτημάτων στο λόγο

Στην αρχή του κειμένου :

  • Προβληματίζουν τον αναγνώστη, προ­σελκύουν το ενδιαφέρον και την προσο­χή του, κινητοποιούν τη σκέψη του.
  • Εισάγουν κατευθείαν στο θέμα, αν είναι εύστοχα.
  • Δίνουν αμεσότητα και ζωντάνια στο λό­γο, καθώς δίνεται η αίσθηση του διαλόγου (ερώτηση – απάντηση).
  • Διευκολύνουν το συγγραφέα να επικοι­νωνήσει με τον αναγνώστη.

Μέσα στο κείμενο :

  • Λειτουργούν συνήθως συνεκτικά, συνδέ­ουν δηλαδή ενότητες/μέρη του κειμένου.
  • Εισάγουν στο θέμα μιας νέας ενότητας.
  • Δίνουν αμεσότητα και ζωντάνια στο λό­γο και διευκολύνουν το συγγραφέα να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη.

Στο τέλος του κειμένου : Πρόκειται, συνήθως, για ρητορικά ερω­τήματα:

  • με τα οποία δίνεται έμφαση στην άπο­ψη/θέση του συγγραφέα που συνάγεται από όσα προηγουμένως έχει αναπτύξει.
  • που ισοδυναμούν με ισχυρή κατάφαση ή άρνηση.
  • που δίνουν αμεσότητα και ζωντάνια στο λόγο και διευκολύνουν το συγγραφέα να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη.

Ευθύς και Πλάγιος Λόγος

Με τη χρήση του ευθέος λόγου ο συγγραφέας δημιουργεί μια σχέση οικειότητας με τον αναγνώστη, αφού είναι σαν να παρακολουθεί και να αντιλαμβάνεται τις σκέψεις του.

Ο ευθύς λόγος προσδίδει αμεσότητα – βοηθά τον αναγνώστη να βιώσει άμεσα τις απόψεις που μεταφέρονται – ζωντάνια, οικειότητα, θυμίζει τον προφορικό λόγο.

Με τον πλάγιο λόγο ο συγγραφέας μάς μεταφέρει τα λόγια κάποιου άλλου προσώπου. Πιθανόν έτσι να κρατάει αποστάσεις από τις απόψεις του ή να εκφράζει έμμεσα τη διαφοροποίησή του.

Αφήστε μια απάντηση