Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων

Ιμμάνουελ Καντ : για το “καλό” και το “κακό”

Ιμμάνουελ Καντ γεννήθηκε στις 22 Απριλίου 1724 στο Καίνιξμπέργκ της Πρωσίας, όπου και πέθανε στις 12 Φεβρουαρίου 1804. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους όλων των εποχών. Δεν παντρεύτηκε ποτέ κι ούτε εγκατέλειψε ποτέ την γενέτειρά του. Θρυλική ήταν η συνέπεια και η αυτοπειθαρχία του, σε σημείο που –όπως λέγεται- οι γείτονές του να ρυθμίζουν τα ρολόγια τους σύμφωνα με το ημερήσιο πρόγραμμα του Καντ. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Καίνιξεμπέργκ Λογική, Μεταφυσική, Ανθρωπολογία, Θεολογία, Φυσική, Κοσμολογία και Γεωγραφία. 
Μετά από μερικές μικρότερες δημοσιεύσεις του για θέματα Φυσικής και Μεταφυσικής, παρουσίασε σε τρία θεμελιώδη έργα την υπερβατολογική φιλοσοφία του: «Κριτική του καθαρού Λόγου» (Kritik der reinen Vernunft, 1781), «Κριτική του πρακτικού Λόγου» (Kritik der praksischen Vernunft, 1788) και «Κριτική της κριτικής Δύναμης» (Kritik der Urteilskraft, 1790).
Έκτοτε, το έργο του Καντ έμελλε να επηρεάσει όλη την δυτική φιλοσοφία. Kάθε σύγχρονη συζήτηση   λαμβάνει υπόψη της τις καντιανές παρακαταθήκες.

για την καλή και την κακή πράξη 

“Έναν άνθρωπο τον αποκαλούμε κακό όχι επειδή διαπράττει πράξεις οι οποίες είναι κακές (παράνομες), αλλά επειδή έχουν τέτοια υφή, ώστε να επιτρέπουν να συναχθούν σ’ αυτόν 
       κακοί  γνώμονες”.
(“Η θρησκεία εντός των ορίων του Λόγου και μόνο, εδκ. Πόλις, 2007)
 
Η πράξη που παρατηρείται εμπειρικά στον φυσικό κόσμο και λαμβάνει τον χαρακτηρισμό «κακή πράξη»,  προσλαμβάνεται ως «κακή» όχι γιατί η ίδια η πράξη είναι τέτοια, αλλά γιατί υπονοείται ότι θα μπορούσε να είναι και αλλιώς, δηλ. το αντίθετό της, δηλαδή καλή.Για να το θέσουμε απλά : Παρατηρούμε έναν άνθρωπο που καθώς περπατά  στον δρόμο,  κλωτσάει ένα ζώο ή έναν άλλο άνθρωπο και τον χαρακτηρίζουμε ως «κακό» άνθρωπο. Έναν άλλο άνθρωπο όμως που κλωτσάει μια πέτρα δεν θα τον χαρακτηρίζαμε κακό.Αυτοί οι χαρακτηρισμοί όμως σε ένα άλλο πλαίσιο δεν θα ήταν ίδιοι. Για έναν καρτεσιανό π.χ. το να κλωτσάς ένα ζώο ήταν απλώς δείγμα συμφωνίας με την καρτεσιανή θεωρία που θεωρούσε τα ζώα οργανικές μηχανές χωρίς ψυχή, σκέψη και συναισθήματα. Αντίθετα ένας υλοζωϊστής πιστεύει ότι και οι πέτρες έχουν ψυχή και θα πρέπει να προσέχουμε καθώς περπατάμε, ενώ ένας ρατσιστής θα θεωρούσε πρέπον να κλωτσάς έναν άνθρωπο εάν αυτός έχει διαφορετικό χρώμα.Πότε λοιπόν μια πράξη είναι καλή ή κακή; Η πράξη είναι η ίδια. Η πράξη ιδωμένη ως φυσικό γεγονός δεν φέρει καμία ηθική ποιότητα. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε γι’ αυτήν και να πούμε ότι ήταν μια δυνατή κλωτσιά ή μια ξαφνική κλπ. με όρους αισθητικότητας,  αλλά πώς συνδέεται η πράξη με την ηθική ποιότητα; Τι είναι αυτό που μας επιτρέπει να συνάγουμε καλούς ή κακούς  υποκειμενικούς γνώμονες για τον άνθρωπο που πράττει παρατηρώντας την πράξη του;[Ο γνώμονας είναι ένας υποκειμενικός κανόνας που δέχεται ο καθένας ως προς τι να κάνει. Τους γνώμονες δεν μπορεί κανείς να τους παρατηρήσει.]Θα πρέπει να σκεφτούμε ότι η ανθρώπινη θέληση που προηγείται της πράξης είναι αυτή που μπορεί να “χρωματίζει” ηθικά την πράξη του πράττοντος και να την καθιστά καλή ή κακή. Επομένως ο άνθρωπος μπορεί με την θέλησή του να πραγματοποιήσει μέσα στον κόσμο το καλό και το κακό, δύο ηθικές ποιότητες που δεν προϋπάρχουν, αλλά είναι επιγενόμενες στις ανθρώπινες πράξεις.Εάν ο άνθρωπος ήταν μόνο ένα αισθητηριακό ον οι πράξεις του θα υπαγορεύονταν με βάση αρχές που ανάγονται σε ορμέφυτα και δεν θα είχε νόημα καμία ηθική συζήτηση περί  καλής ή κακής πράξης.  Η υπάρξη όμως Λόγου στον άνθρωπο, σημαίνει ότι μπορούμε ως έλλογα όντα να σκεφτούμε αυτό που δεν υπόκειται σε όρους, το άνευ όρων, το καθολικό ή το Απόλυτο.Ο Καντ θεωρεί ότι έκφραση αυτής της καθολικότητας του πρακτικού Λόγου στον άνθρωπο είναι η “κατηγορική προσταγή“, που θα μπορούσαμε να αποδώσουμε ως εξής : πράττε σύμφωνα με αρχές ικανές να καταστούν νόμοι μιας γενικής – καθολικής νομοθεσίας. Και ενώ ο θεωρητικός Λόγος στον Καντ, εξετάζοντας τα φαινόμενα οδηγείται στην διατύπωση ενιαίων νόμων (επιστήμη) που διέπουν την φυσική πραγματικότητα διασαφηνίζοντας τις αιτιώδεις σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ τους, αντίθετα ο πρακτικός Λόγος είναι a priori δοσμένος πριν από οποιαδήποτε εμπειρία και γίνεται αυτός η αιτία, ο παραγωγός του Καλού και του Κακού. Η δύναμη αυτή του πρακτικού Λόγου πηγάζει από την ελευθερία του Νοείν, η οποία δεν ανήκει στον χώρο της εμπειρίας. Ένας πρακτικός λόγος ο οποίος θα ήταν δέσμιος της υποκειμενικής πραγματικότητας του πράττοντος υποκειμένου θα ήταν ετερόνομος και σε τούτη τη περίπτωση η βούληση θα ήταν ετεροκαθοριζόμενη. Ο πρακτικός Λόγος για τον Καντ, είναι ικανός να θεσπίζει ο ίδιος το νόμο του, αυτονομοθετείται, τον οποίο θα ονομάζουμε ηθικό νόμο και θα αποτελεί το έσχατο σημείο αναφοράς για τον άνθρωπο. Επομένως δεν μπορούμε να αναφερόμαστε σε μια  έναρξη στο χρόνο (π.χ. προπατορικό αμάρτημα) που συνάμα θα ήταν  η πρώτη αρχή μιας αιτιακής αλυσίδας, έστω κι αν αυτή βρίσκεται πολύ μακριά, που θα καθόριζε την ηθική πράξη, γιατί τότε θα έπρεπε να απεμπολήσουμε την ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης και να δεχθούμε τον άνθρωπο εκ φύσεως καλό ή κακό, ενώ αυτό που η καντιανή φιλοσοφία μας προσφέρει είναι τον άνθρωπο συνειδησιακά ελεύθερο.

η καταβολή για το καλόΟ ηθικός νόμος υπάρχει μέσα μας πριν από κάθε εμπειρία. Η ύπαρξη του ηθικού νόμου στον άνθρωπο ανιχνεύεται ως η καταβολή για το καλό σε τρία επίπεδα : 1) την καταβολή για τη ζωώδη φύση ως ζωντανού όντος. 2) την καταβολή για την ανθρώπινη φύση ως ζωντανού και συγχρόνως έλλογου όντος. 3) την καταβολή για την προσωπικότητα (ήθος) ως έλλογου και συχρόνως ικανού για καταλογισμό.
Η πρώτη καταβολή είναι μια μηχανική φιλαυτία  για την οποία δεν απαιτείται Λόγος. Εκφράζεται ως:  α.- συντήρηση του εαυτού, β-τάση για αναπαραγωγή του είδους, γ-τάση για κοινότητα με άλλους ανθρώπους. Η καταβολή αυτή είναι για τον καλό, φυσικό σκοπό, πλην όμως μπορούν σ’ αυτή να “μπολιαστούν κτηνώδη ελαττώματα”, όπως η κραιπάλη, η λαγνεία, η άγρια ανομία. Η δεύτερη καταβολή είναι μια συγκριτική φιλαυτία, με την οποία κανείς μπορεί να συγκρίνει τον εαυτό του σε σχέση με άλλους (πχ ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος) και να αποκτούμε αξία κατά την γνώμη των άλλων. Η καταβολή αυτή έχει σκοπό τον πολιτισμό και εδώ μπορούμε να βρούμε ελαττώματα όπως ο φθόνος, ο αθέμιτος ανταγωνισμός, η αγνωμοσύνη κ.άλ. και τα ονομάζουμε “διαβολικά ελαττώματα”. Η τρίτη καταβολή ειναι η δεκτικότητα του σεβασμού προς τον ηθικό νόμο ως επαρκούς κριτήριου της προαίρεσης. Η καταβολή αυτή δεν έχει κανέναν άλλο σκοπό πέρα από την πραγμάτωση της Ιδέας της ανθρώπινης φύσης, θεωρημένης νοητικά ως τέλεια. Οι καταβολές για το αγαθό  είναι πρωταρχικές, ανήκουν στην δυνατότητα της ανθρώπινης φύσης και ο άνθρωπος δεν μπορεί να διαγράψει καμία.  

η ροπή για το κακόΟ άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αποκλίνει από τον ηθικό νόμο. Μάλιστα ο Καντ διακρίνει μια φυσική ροπή του ανθρώπου να αποδεχθεί ή να μην αποδεχθεί τον ηθικό νόμο, την οποία ονομάζει καλή ή κακή καρδιά.
Διακρίνονται τρία επίπεδα :
– η ασθένεια της ανθρώπινης καρδιάς να δώσει προβάδισμα στο αντικειμενικώς αγαθό έναντι του υποκειμενικού.
– η φαυλότητα της ανθρώπινης καρδιάς να αποζητά κι άλλα ενισχυτικά ελατήρια για να πράξει σύμφωνα με το καθήκον, το οποίο από μόνο του πρέπει συνιστά επαρκές ελατήριο του ηθικού νόμου.
– η κακοήθεια ή διαστροφή της ανθρώπινης καρδιάς που συνίσταται στην αντιστροφή της ηθικής τάξης που δίδει προβάδισμα στις  καλές πράξεις διαφθείροντας τη νοοτροπία της ηθικής πράξης στη ρίζα της. Για τούτο και ονομάζεται ριζικό κακό.

για το ριζικό κακόΟ άνθρωπος ως αισθητηριακό ον αποδέχεται ελατήρια της αισθητικότητας στην προαίρεσή του. Εάν όμως υποτασσόταν μόνο σ’ αυτά δίχως να λαμβάνει υπόψη του τον ηθικό νόμο τον οποίο (παρ’ όλα αυτά φέρει μέσα του) θα ήταν ένας ηθικά κακός άνθρωπος.
Από την άλλη εάν ο άνθρωπος αποδεχόταν ως μόνο γνώμονά του τον ηθικό νόμο θα ήταν ηθικώς καλός.
Στην θέση που βρίσκεται ο άνθρωπος αποδέχεται και τα δύο ελατήρια και αυτά που έχουν την αναφορά του στην αισθητηριακή του φύση και αυτά που πηγάζουν από τον ηθικό νόμο.
Η διαφορά λοιπόν για να χαρακτηρίσουμε έναν άνθρωπο καλό ή κακό (και συνεπώς τις πράξεις του) δεν βρίσκεται στην διαφορά των ελατηρίων (καθόσον αυτή υπάρχει κατά την ύλη τους) αλλά στην ιεράρχηση. Ποιά ελατήρια καθίστανται όροι των άλλων. Αυτή η ιεράρχηση μπορεί εύκολα να παρακαμφθεί στο όνομα της ευδαιμονίας, να πράττουμε δηλαδή ηθικά για να εξασφαλίσουμε την φιλαυτία μας ή  ένα κοινωνικό απόθεμα ή ακόμη και για να διευκολυνθούμε. Ο Καντ αναφέρει το παράδειγμα της φιλαλήθειας. Μπορεί κάποιος να λέει την αλήθεια μόνο για τον λόγο ότι δεν θέλει να υποστεί τις συνέπειες των ψεμάτων του. Ενώ η φιλαλήθεια θα έπρεπε να εξαρτάται μόνο από τον σεβασμό του ηθικού νόμου. Αυτή η διαστροφή ή διαφθορά όλων των γνωμόνων είναι το ριζικό κακό, το οποίο μπορεί να υπερνικηθεί από ένα ον που πράττει ελεύθερα. 
Για τον Καντ, η ροπή προς το κακό είναι συνυφασμένη με την ανθρώπινη φύση κι ακόμα και στις πλέον καλές ανθρώπινες πράξεις εάν αυτές δεν είναι απαλλαγμένες από κάθε άλλο κίνητρο εκτός από τον σεβασμό στο νόμο. Καλές πράξεις οι οποίες γίνονται από φιλοτιμία ή από καλόκαρδα ένστικα όπως ο οίκτος, τυχαία συμφωνούν με το νόμο και θα μπορούσαν εξ ίσου να παρακινήσουν σε παράβασή του.  

μας έπλασε έτσι ο Θεός;Μπορούμε να αναζητήσουμε την αρχή του κακού είτε στον χρόνο είτε στον Λόγο. Για το κακό ως ένα φυσικό συμβάν μπορούμε να αναζητούμε την σχέση με κάποια προηγούμενη φυσική αιτία, για το ηθικώς κακό όμως που μας ενδιαφέρει εδώ, ως αποτέλεσμα της ελεύθερης προαίρεσης, θα πρέπει να αναζητήσουμε την προέλευσή του στις παραστάσεις του Λόγου.Επομένως  κάθε κακή πράξη στην οποία περιπίπτει ένας άνθρωπος, θα πρέπει να θεωρείται ότι περιπίπτει άμεσα και να κρίνεται ως το αποτέλεσμα της πρωταρχικής χρήσης της προαίρεσής του δηλ. του Λόγου του.Κατά τον Καντ, μια ανάγνωση της Αγίας Γραφής κατά το Λόγο, θα μας οδηγούσε σ’ αυτή την απόφανση : Ότι το κακό δεν ήταν “φυτεμένο” μέσα στην ανθρώπινη φύση και επειδή προϋπήρχε ωριμάζοντας μέσα στο χρόνο έδωσε τους καταστρεπτικούς κακούς καρπούς του, αναγκάζοντας τον άνθρωπο να παρακούσει τη θεία εντολή. Αλλά ο ηθικός νόμος που προηγείτο ως απαγόρευση (ή κατηγορική προσταγή) δεν ήταν το επαρκές ελατήριο,  για ένα μη καθαρό ον όπως ο πρώτος εκείνος άνθρωπος προκειμένου αυτός να καθορίσει την πράξη του και αναζήτησε κι άλλα ελατήρια.Και παραπέρα : δεν ήταν η χρήση της ελευθερίας του ανθρώπου η αιτία του κακού, αλλά η αδυναμία του  να ακολουθεί το νόμο του καθήκοντος από καθήκον και μόνο, και όχι λαμβάνοντας υπόψη του κι άλλες παραμέτρους, που δια της χρήσης της ελευθερίας οδήγησε το ανθρώπινο γένος στην άθλια κατάσταση που βρίσκεται.
Ένα αμιγώς ανελεύθερο ον, θα ήταν το πολύ είτε σε απόλυτη σύγκρουση με τον ηθικό νόμο από τον οποίο αρνητικά θα εξαρτιώταν με σχέση εξόντωσης και αναίρεσής του  ή θα ήταν ένα ον παντελώς κουφό στον ηθικό νόμο. Πάντως δεν θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τον εαυτό μας είτε με τον έναν είτε με τον άλλο τρόπο. Μπορούμε όμως να σκεφτούμε τον  εαυτό μας ως έναν άνθρωπο που μπορεί να πράξει κι αλλιώς, που επαναστατεί, που είναι σαν να συντελείται στην καρδιά του μια νέα δημιουργία και αναγγενάται ως θεάνθρωπος. 

Πηγή : http://para-cosmos.blogspot.com/2013/12/v-behaviorurldefaultvmlo.html?m=1

Αφήστε μια απάντηση