Κεφ. 24

Η Επίδαμνος είναι πόλη (που βρίσκεται) στα δεξιά, καθώς μπαίνει κανείς με πλοίο στον Ιόνιο κόλπο (Ανδριατική θάλασσα) και κοντά σ’ αυτήν κατοικούν οι βάρβαροι Ταυλάντιοι, (που είναι) ιλλυρική φυλή. Αυτήν την έκαναν αποικία τους οι Κερκυραίοι, ιδρυτής της όμως έγινε κάποιος Φάλιος, γιος ενός Ερατοκλείδη, Κορίνιθιος στην καταγωγή από τους απογόνους του Ηρακλή, ο οποίος προσκλήθηκε από τη μητρόπολη ακριβώς σύμφωνα με την αρχαία συνήθεια. Συμμετείχαν στον αποικισμό και μερικοί από τους Κορινθίους και (από) το άλλο Δωρικό γένος. Με το πέρασμα του χρόνου η δύναμη της Επιδάμνου (στρατιωτική) μεγάλωσε και αυξήθηκε ο πληθυσμός της, όταν όμως περιήλθαν σε εμφύλιο σπαραγμό για πολλά χρόνια όπως λέγεται, εξαιτίας κάποιου πολέμου με τους γείτονες βάρβαρους καταστράφηκαν και έχασαν την περισσότερη δύναμη τους. Τα τελευταία χρόνια πριν απ’ αυτόν εδώ τον πόλεμο οι δημοκρατικοί εξόρισαν τους ολιγαρχικούς κι αυτοί, αφού έκαναν επιθέσεις με τους βαρβάρους και έκαναν από κοινού επιδρομές, λήστευαν αυτούς που βρίσκονταν στην πόλη και από τη στεριά και από τη θάλασσα. Οι Επιδάμνιοι όμως που έμεναν στην πόλη επειδή υπέφεραν, έστειλαν πρέσβεις στην Κέρκυρα γιατί φρονούσαν ότι ήταν μητρόπολη τους, παρακαλώντας (τους Κερκυραίους) να μην ανέχονται να καταστρέφονται αυτοί, αλλά και τους εξόριστους να συμφιλιώσουν μαζί τους και να σταματήσουν τον πόλεμο με τους βάρβαρους. Αυτές λοιπόν τις παρακλήσεις υπέβαλλαν [οι πρέσβεις των Επιδαμνίων] καθισμένοι να ικέτες στο ναό της Ήρας. Οι Κερκυραίοι όμως δεν αποδέχτηκαν την ικεσία τους και τους έστειλαν πίσω άπρακτους.

Κεφ. 25

Όταν αντιλήφθηκαν οι Επιδάμνιοι πως καμιά βοήθεια δεν υπήρχε γι’ αυτούς από την Κέρκυρα είχαν βρεθεί σε αδιέξοδο να αντιμετωπίσουν την παρούσα κατάσταση, και, αφού έστειλαν [πρέσβεις] στους Δελφούς, ρώτησαν το θεό αν έπρεπε να παραδώσουν την πόλη στους Κορινθίους με το αιτιολογικό ότι ήταν ιδρυτές και να προσπαθήσουν να εξασφαλίσουν κάποια βοήθεια απ’ αυτούς. Και αυτός έδωσε χρησμό σ’ αυτούς να παραδώσουν [την πόλη στους Κορινθίους] και να τους κάνουν αρχηγούς τους. Και αφού ήρθαν οι Επιδάμνιοι στην Κόρινθο, σύμφωνα με το χρησμό παρέδωσαν της αποικία, αποδεικνύοντας ότι ο ιδρυτής τους ήταν από την Κόρινθο και εξηγώντας τους το χρησμό, και παρακαλούσαν να μην ανέχονται να καταστρέφονται αυτοί αλλά να τους βοηθήσουν. Και οι Κορίνθιοι υποσχέθηκαν τη βοήθεια και επειδή ήταν δίκαιο γιατί νόμισαν ότι η αποικία ήταν δική τους όχι λιγότερο απ΄ ότι των Κερκυραίων, και συγχρόνως εξαιτίας τους μίσους για τους Κερκυραίους γιατί [αυτοί] μολονότι ήταν άποικοι τους, τους περιφρονούσαν γιατί, καθώς [οι Κερκυραίοι] ούτε στις κοινές δημόσιες τελετές τους πρόσφεραν τις συνηθισμένες τιμές ούτε άρχιζαν τις θυσίες με τιμητική προσφορά σε άντρα Κορίνθιο όπως ακριβώς [έκαναν] οι άλλες αποικίες, αλλά τους περιφρονούσαν γιατί εκείνη τη εποχή ήταν ως προς τη δύναμη του πλούτου στην ίδια θέση με τους πιο πλούσιους [από τους] Έλληνες και ως προς τον πολεμικό εξοπλισμό πιο ισχυροί [από τους Κορινθίους], και (καθώς) μερικές φορές καυχιόνταν (και) ότι υπερέχουν πολύ στο ναυτικό (και) εξαιτίας του ότι παλιότερα είχαν εγκατασταθεί στην Κέρκυρα οι Φαίακες που ήταν ονομαστοί στα ναυτικά (γι΄αυτό ακόμη πιο πολύ οργάνωναν το ναυτικό και ήταν ισχυροί . γιατί όταν άρχισαν να πολεμούν υπήρχαν σ΄αυτούς εκατόν είκοσι τριήρεις).

Κεφ. 26

Οι Κορίνθιοι λοιπόν, (αιτίες δυσαρέσκειας) επειδή είχαν παράπονα για όλα αυτά, έστελναν τη βοήθεια στην Επίδαμνο με ευχαρίστηση, και ως άποικος, προτρέποντας να πάει όποιος ήθελε, και φρουρούς (από) Αμπρακιώτες και Λευκαδίτες και δικούς τους.

[Αυτοί] προεύτηκαν από τη στεριά στην Απολλωνία, που ήταν αποικία των Κορινθίων, από το φόβο των Κερκυραίων μήπως εμποδίζονται απ΄αυτούς αν έφταναν στον προορισμό τους από τη θάλασσα. Οι Κερκυραίοι από την άλλη, όταν έμαθαν ότι και οι άποικοι και οι φρουροί είχαν φτάσει στην Επίδαμνο και πως η αποικία είχε παραδοθεί στους Κορινθίους, οργίζονταν και αφού έπλευσαν [στην Επίδαμνο] αμέσως με εικοσιπέντε πλοία, και αργότερα με άλλο στόλο, διέταζαν με υβριστικό τρόπο αυτούς να δεχτούν πάλι τους εξορίστους (γιατί οι εξόριστοι Επιδάμνιοι πήγαν στην Κέρκυρα, δείχνοντας και τοςυ (πατρογονικούς) τάφους και τη (μεταξύ τους) συγγένεια, την οποία προβάλλοντας ως δικαιολογία παρακαλούσαν [αυτούς] να τους επαναφέρουν στην πατρίδα τους) και να διώξουν (από την Επίδαμνο) τους φρουρούς, που έστειλαν οι Κορίνθιοι, και τους αποίκους.

Οι Επιδάμνιοι όμως σε τίποτε από αυτά δεν υπάκουσαν και γι΄αυτό οι Κερκυραίοι, εκστρατεύουν εναντίον τους με σαράντα πλοία μαζί με τους εξορίστους για να τους επαναφέρουν στην πατρίδα, αφού πήραν ακόμη και τους Ιλλυριούς.

Και αφού (στρατοπέδευσαν) πολιόρκησαν την πόλη, διακήρυξαν εκ των προτέρων ενώπιον όλων των κατοίκων ότι όποιος από τους Επιδαμνίους θέλει (να φύγει) καθώς και οι ξένοι θα φύγουν χωρίς να πάθουν τίποτε. διαφορετικά, [διακήρυξαν ότι] θα μεταχειριστούν [αυτούς] ως εχθρούς.

Κεφ. 27

Επειδή όμως [οι Επιδάμνιοι] δεν πείθονταν, οι Κερκυραίοι πολιορκούσαν την πόλη (το σημείο είναι ισθμός), οι Κορίνθιοι από την άλλη όταν ήρθαν σ’ αυτούς αγγελιοφόροι από την Επίδαμνο [λέγοντας] ότι [οι Επιδάμνιοι] πολιορκούνται προετοίμαζαν εκστρατεία και συγχρόνως ανακοίνωναν την αποστολή αποίκων στην Επίδαμνο με ισότητα πολιτικών δικαιωμάτων για όποιον ήθελε να πάει  αν όμως κάποιος δε θέλει να πλεύσει αμέσως μαζί με τους άλλους θέλει όμως να πάρει μέρος στην αποικία [έλεγαν] να περιμένει (στην Κόρινθο) αφού καταβάλει πενήντα κορινθιακές δραχμές. Και ήταν πολλοί και εκείνοι που έπλεαν [προς την Επίδαμνο], και εκείνοι που κατέβαλλαν τα χρήματα. Και παρακάλεσαν και τους Μεγαρίτες να τους συνοδεύσουν με πλοία, την αποστολή αν τυχόν οι Κερκυραίοι τους εμποδίζουν να πλέουν (προς την Επίδαμνο) και αυτοί ετοιμάζονταν να πλεύσουν μαζί με εκείνους με οχτώ πλοία, και οι Παλείς από τους Κεφαλλονίτες με τέσσερα [πλοία]. Παρακάλεσαν ακόμη και τους Επιδαυρίους, οι οποίοι τους έδωσαν πέντε [πλοία], οι Ερμιόνιοι ένα και οι Τροιζήνιοι δύο, οι Λευκαδίτες δέκα και οι Αμπρακιώτες οχτώ. Από τους Θηβαίους και τους Φλιασίους ζήτησαν χρήματα και από τους Ηλείους και χωρίς πληρώματα και χρήματα. Ετοιμάζονταν επίσης τριάντα πλοία και τρεις χιλιάδες οπλίτες των ίδιων των Κορινθίων.

Κεφ. 28

Όταν όμως οι Κερκυραίοι πληροφορήθηκαν την προετοιμασία (των Κορινθίων), αφού πήγαν στην Κόρινθο μαζί με Λακεδαιμόνιους και Σικυώνιους πρέσβεις που πήραν μαζί τους, ζητούσαν από τους Κορινθίους να αποσύρουν και τους φρουρούς και τους αποίκους τους που βρίσκονταν στην Επίδαμνο. Γιατί κατά τη γνώμη τους αυτοί δεν είχαν κανένα δικαίωμα επέμβασης στην Επίδαμνο. Αν όμως διεκδικούν ήταν πρόθυμοι να παραπέμψουν το θέμα σε διαιτησία στην Πελοπόννησο σε πόλεις για τις ποίες και οι δύο θα συμφωνήσουν και σ’ όποιον από τους δύο επιδικαστεί να είναι η αποικία, [οι Κερκυραίοι παρήγγειλαν αυτός να την κατέχει]. Ήταν επίσης πρόθυμοι να αφήσουν την υπόθεση στην κρίση του μαντείου των Δελφών. Πόλεμο όμως δεν τους άφηναν να κάνουν σε αντίθετη περίπτωση, είπαν πως και οι ίδιοι θα αναγκαστούν επειδή εκείνοι μεταχειρίζονται βία, να κάνουν φίλους τους αυτούς που δε θέλουν [για φίλους] άλλους απ’ αυτούς που υπάρχουν τώρα περισσότερο για το συμφέρον τους. Οι Κορίνθιοι απάντησαν σ’ αυτούς ότι θα το σκεφτούν αν αποσύρουν από την Επίδαμνο και τα πλοία και τους βαρβάρους πριν απ’ αυτό όμως [απάντησαν πως] δεν είναι σωστό εκείνοι να πολιορκούνται και αυτοί να δικάζονται. Οι Κερκυραίοι αποκρίθηκαν πως θα κάνουν αυτά, αν και εκείνοι αποσύρουν όσους ήταν στην Επίδαμνο [έλεγαν] ακόμη [ότι] είναι πρόθυμοι και να δεχτούν διαιτησία ανακωχή να κάνουν με τον όρο να μένουν στις θέσεις τους και οι δύο που είχαν ως τότε μέχρι να γίνει η δίκη

Κεφ. 29

Οι Κορίνθιοι όμως σε τίποτε απ΄ αυτά δεν υπάκουαν αλλά, όταν τα πλοία τους ήταν έτοιμα και οι σύμμαχοι τους είχαν φτάσει αφού έστειλαν πρώτα κήρυκα για να κηρύξει τον πόλεμο στους Κερκυραίους απέπλευσαν με εβδομήντα πέντε πλοία και δύο χιλιάδες οπλίτες και έπλεαν προς την Επίδαμνο για να πολεμήσουν εναντίον των Κερκυραίων,  αρχηγοί των πλοίων ήταν ο Αριστέας, ο γιος του Πέλλιχου ο Καλλικράτης, ο γιος του Καλλία, και ο Τιμάνωρ, ο γιος του Τιμάνθη και [αρχηγοί] του πεζικού [ήταν] ο Αρχέτιμος, ο γιος του Ευρύτιμου, και ο Ισαρχίδας, ο γιος του Ίσαρχου. Όταν έφτασαν στο Άκτιο της Ανακροτίας γης όπου βρίσκεται το ιερό του Απόλλωνα στην είσοδο του Αμβρακικού κόλπου, οι Κερκυραίοι έστειλαν σ΄ αυτούς με μικρό πλοίο (λέμβο) κήρυκα, για να τους αποτρέψει από το να πλεύσουν εναντίον του, και συγχρόνως επάνδρωναν τα πλοία τους, αφού ενίσχυσαν με δοκάρια τα καταστρώματα ώστε να είναι κατάλληλα για θαλάσσιο ταξίδι και επισκεύασαν τα άλλα. Και όταν ο κήρυκας δεν του έφερε καμιά φιλειρηνική απάντηση εκ μέρους των Κορινθίων και τα καράβια τους, που ήταν ογδόντα, (γιατί σαράντα πολιορκούσαν την Επίδαμνο) είχαν ετοιμαστεί απ’ αυτούς, αφού και αυτοί ανοίχτηκαν στο πέλαγος και παρατάχτηκαν έκαναν ναυμαχία, και ήταν εμφανής η νίκη των Κερκυραίων και κατέστρεψαν δεκαπέντε πλοία των Κορινθίων. Και την ίδια μέρα συνέβη εκείνοι που πολιορκούσαν την Επίδαμνο να καταφέρουν να παραδοθεί σ΄αυτούς με συμφωνία, με τον όρο τους ξένους (μη αυτόχθνες) να πουλήσουν ως δούλους και τους Κορινθίους [φρουρούς] να τους κρατήσουν φυλακισμένους μέχρι να παρθεί κάποια άλλη απόφαση.

Κεφ. 30

Μετά τη ναυμαχία οι Κερκυραίοι αφού έστησαν τρόπαιο (σύμβολο νίκης) στην Λευκίμμη, ακρωτήριο της Κέρκυρας σκότωσαν τους άλλους που έπιασαν αιχμαλώτους, αλλά τους Κορινθίους τους κρατούσαν φυλακισμένους. Αργότερα, όταν οι Κορίνθιοι και οι σύμμαχοι, νικημένοι, αναχώρησαν με τα πλοία για την πατρίδα τους, οι Κερκυραίοι ήταν κύριοι σε όλη την θάλασσα σ’ εκείνη την περιοχή και αφού έπλευσαν στη Λευκάδα, την αποικία των Κορινθίων, έκοβαν δέντρα και πυρπόλησαν την Κυλλήνη, το επίνειο των Ηλείων, γιατί έδωσαν στους Κορινθίους πλοία και χρήματα. Και τον περισσότερο καιρό ύστερα από τη ναυμαχία [οι Κερκυραίοι] κυριαρχούσαν στην θάλασσα και κάνοντας επιθέσεις με πλοία έβλαπταν τους συμμάχουν των Κορινθίων μέχρις ότου οι Κορίνθιοι το επόμενο θέρος αφού έστειλαν πλοία και στρατό γιατί οι σύμμαχοι τους υπέφεραν στρατοπέδευσαν στο Άκτιο και γύρω από το Χειμέριο της Θεσπρωτίας και των άλλων πόλεων όσες ήταν φιλικές σ’ αυτούς. Απέναντι τους στρατοπέδευσαν και οι Κερκυραίοι στην Λευκίμμη με πλοία και στρατό. Κανείς όμως από τους δύο δεν έκανε επίθεση στον άλλο, αλλά, αφού στρατοπέδευσαν απέναντι στον αντίπαλο το καλοκαίρι αυτό, όταν ήρθε πια ο χειμώνας γύρισαν πίσω ο καθένας στην πατρίδα του.

Κεφ. 31

Ολόκληρο λοιπόν το χρόνο μετά τη ναυμαχία και τον επόμενο οι Κορίνθιοι, επειδή ήταν οργισμένοι με τον πόλεμο (εναντίον) των Κερκυραίων κατασκεύαζαν πλοία και ετοίμαζαν με όλες τους τις δυνάμεις ναυτική εκστρατεία (δύναμη) συγκεντρώνοντας κωπηλάτες και από την ίδια την Πελοπόννησο και από την άλλη Ελλάδα προσπαθώντας να τους πείσουν με μισθό. Και οι Κερκυραίοι καθώς πληροφορούνταν την προετοιμασία αυτών φοβούνταν και γι’ αυτό (γιατί με κανέναν από τους Έλληνες δεν ήταν σύμμαχοι και δεν είχαν γίνει μέλη ούτε στο συνασπισμό των Αθηναίων ούτε στη συμμαχία των Λακεδαιμονίων) φάνηκε καλό σ’ αυτούς (δηλ. στους Κερκυραίους) αφού πάνε στην Αθήνα, να γίνουν σύμμαχοι (των Αθηναίων) και να προσπαθούν να πετύχουν κάποια βοήθεια απ’ αυτούς. Οι Κορίνθιοι όμως, όταν πληροφορήθηκαν αυτά, ήρθαν και αυτοί στην Αθήνα με σκοπό να κάνουν με πρέσβεις διαπραγματεύσεις, (για να διαπραγματευτούν) για να μη τους γίνει εμπόδιο και το ναυτικό αυτών (των Αθηναίων) σε περίπτωση που προστεθεί στο ναυτικό των Κερκυραίων, να διεξαγάγουν τον πόλεμο όπως θέλουν. Και αφού κλήθηκε σε συνεδρίαση η εκκλησία του δήμου, μίλησαν ο ένας εναντίον του άλλου, και οι Κερκυραίοι είπαν περίπου τα ακόλουθα.

ΚΕΦ. 44

Αυτά λοιπόν είπαν και οι Κορίνθιοι. Οι Αθηναίοι, αφού άκουσαν και τους δύο, αφού συγκλήθηκε η εκκλησία του δήμου και μάλιστα δύο φορές, στην πρώτη σχεδόν δέχτηκαν τις απόψεις των Κορινθίων, αλλά στη δεύτερη, αφού άλλαξαν γνώμη αποφάσισαν να μην κάνουν βέβαια συμμαχία με τους Κερκυραίους με τον όρο να έχουν τους ίδιους εχθρούς και φίλους ( γιατί αν οι Κερκυραίοι τους παρακινούσαν να πλεύσουν μαζί τους εναντίον της Κορίνθου, θα λυνόταν η συμφωνία τους με του Πελοποννησίους), έκαναν όμως αμυντική συμμαχία να βοηθάει ο ένας τη χώρα του άλλου, αν κάποιος κάνει επίθεση εναντίον της Κέρκυρας ή εναντίον της Αθήνας ή εναντίον των συμμάχων τους.

Γιατί πίστευαν ότι ο πόλεμος εναντίον των Πελοποννησίων έτσι και αλλιώς θα γίνει, και γι΄αυτό ήθελαν να μην αφήσουν στους Κορινθίους την Κέρκυρα που είχε τόσο ισχυρή ναυτική δύναμη, αλλά να φέρουν αυτούς σε σύγκρουση μεταξύ τους όσο περισσότερο γίνεται, για να μπουν στον πόλεμο, αν παρουσιαζόταν κάποια ανάγκη, με τους Κορινθίους και τους άλλους που είχαν ναυτικό, όταν θα ήταν πιο αδύναμοι.

Και συγχρόνως το νησί τους φαινόταν πως βρίσκεται σε καλή θέση για την παράκτια ναυσιπλοία προς την Ιταλία και τη Σικελία.

Αφήστε μια απάντηση