(Από την εισήγηση της Ε. Ελευθερίου “ΡΙΖΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ”)

1. Φόνος του Πρωτοπατέρα και ανάδυση του πολιτισμού (Φρόυντ)

Την σύνδεση της σύγκρουσης αμφιθυμίας με την ανάδυση της ηθικότητας μαρτυρά και η αναδρομή στις απαρχές του πολιτισμού, μέσα από το πρώτο ανθρωπολογικό έργο του Φρόυντ, το Τοτέμ και ταμπού – όπου μεταφερόμαστε από την οπτική του ατομικού σε εκείνη του συλλογικού. Διαπιστώνουμε σε αυτό το κείμενο τις αναλογίες οντογενετικής και φυλογενετικής υπόθεσης, στην σκέψη του Φρόυντ, την διασταύρωσή τους στην βάση αφ’ ενός του καθολικού φαινομένου του οιδιποδείου, αφ’ ετέρου του έμπρακτου φόνου του Πρωταρχικού Πατέρα της ορδής – ως πραγματικό, ιστορικό γεγονός που, με τις επενέργειές του στην συλλογική ψυχή, έθετε τα θεμέλια του πολιτισμού και του κοινωνικού δεσμού.

Ταμπού

Στην εγκαθίδρυση των ταμπού, την εποχή και στο πλαίσιο του ανιμιστικού κοσμοθεωρητικού συστήματος, εντόπισε ο Φρόυντ τον πρώτο, πρωτόλειο ηθικό κώδικα, τις πρώτες απαγορεύσεις που επέβαλαν οι άνθρωποι στο εαυτό τους και ταυτόχρονα τον πρώτο, πρωτόλειο κοινωνικό κώδικα, μια πρώτη μορφή ρύθμισης των σχέσεων μεταξύ των μελών της νεοσύστατης κοινότητας: θεμελιώνοντας τον πολιτισμό.

Το ταμπού είναι μια πανάρχαια απαγόρευση τέλεσης μιας πράξης σε σχέση με ένα αντικείμενο: πρόσωπο, ζώο, πλάσμα ή φαινόμενο της φύσης, πράγμα. Μια απαγόρευση έχει έννοια όταν υφίσταται μία επιθυμία εξαιρετικά ισχυρή. Ό,τι κανείς δεν το επιθυμεί δεν χρειάζεται να είναι απαγορευμένο. Ό,τι εμπίπτει σε μια πολύ ισχυρή απαγόρευση, είναι ασφαλώς αντικείμενο ισχυρής επιθυμίας. Το περιεχόμενο μιας ισχυρής επιθυμίας είναι η επιδίωξη μιας απόλαυσης. Οι περιορισμοί που επιβάλλουν τα ταμπού στις κοινωνίες που η κοινωνική ζωή τους ρυθμίζεται από αυτά συνιστούν συνεπώς περιορισμούς της ατομικής ελευθερίας ως προς πράξεις που συνεπάγονται ορισμένες απολαύσεις.

– Το γεγονός ότι το ταμπού έχει γενικευμένη ισχύ σε  μια συλλογικότητα (μια κοινωνική οργάνωση) υποδηλώνει ότι προφανώς αφορά μια εξίσου γενικευμένη εξαιρετικά ισχυρή επιθυμία. Που ωστόσο δεν αναγνωρίζεται. Οι άνθρωποι υπόκεινται διαρκώς στην ασυνείδητη επιθυμία να παραβούν το ταμπού και υποτάσσονται σε αυτό, διατηρώντας ενδόμυχα μια αμφιθυμική στάση απέναντί του. Όσο πιο πολύ επιθυμούν την παράβασή του, τόσο πιο πολύ το φοβούνται. Ο φόβος, ισχυρότερος από την επιθυμία, προκαλεί την απώθηση.

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ταμπού μαρτυρούν την ψυχολογική τους σημασία και την ψυχική τους καταγωγή:

– η μεταδοτική τους επέκταση από πρόσωπα-ταμπού (πρόσωπα κύρους, ικέτες κ.λ.π.) σε αντικείμενα που τους ανήκουν, παρακολουθεί τις διαδρομές της ασυνείδητης επιθυμίας, που, μέσα από συνειρμικές διαδικασίες (κατοχής, ομοιότητας, συνάφειας) μετατίθεται σε άλλα, παραπλήσια αντικείμενα και, από το ένα στο άλλο, ακόμη και σε αρκετά απομακρυσμένα από το αρχικό αντικείμενα.

– η επέκταση της απαγόρευσης μιας ισχυρής επιθυμίας, θεωρούμενης ανόσιας και επικίνδυνης, σε φαινομενικά ακίνδυνες, απομακρυσμένες από την αρχική, πράξεις, έτσι ώστε και αυτές να εμφανίζονται ως εξίσου επικίνδυνες, για παρ. η επέκταση από το ταμπού του φόνου ή της αιμομιξίας στο ταμπού της παραμικρής επαφής, προφυλάσσει από την διάνοιξη της δυνατότητας (μέσω δυνητικής διεύρυνσης του πειρασμού) να κατακτηθεί το αντικείμενο του ταμπού είτε σεξουαλικά είτε επιθετικά. (Δώσε θάρρος στο χωριάτη…)

Οι γενικεύσεις αυτές που αφορούν στα ταμπού δεν είναι παρά παραφυάδες του αρχικού ταμπού – της αρχικής απαγορευμένης επιθυμίας.

– η μετατροπή του ίδιου του παραβάτη σε πρόσωπο ταμπού, σε μίασμα προς αποφυγή, σαν να έχει μετατραπεί σε φορέα μιας επικίνδυνης μεταδοτικής αρρώστιας, προφυλάσσει από τον πειρασμό τα υπόλοιπα μέλη της φυλής να ακολουθήσουν το παράδειγμά του, αφυπνίζοντας τη ζηλοφθονία τους, βάζοντάς τους στον πειρασμό να τον μιμηθούν: (γιατί να απολαμβάνει αυτός ότι απαγορεύεται στους άλλους;)

– η αυστηρή τιμωρία του παραβάτη και, παράλληλα, η δρομολόγηση τελετουργικών εξιλέωσης και γενικευμένου καθαρμού όλης της συλλογικότητας αποσκοπούν στην ενίσχυση της συλλογικής απαγόρευσης, την απομάκρυνση του πειρασμού, την διατήρηση της (συλλογικής) απώθησης, αποτρέποντας έτσι έναν κοινωνικό κίνδυνο: τη διάλυση της κοινότητας: αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα μιας γενικευμένης μίμησης του παραβάτη.

Η παράβαση, η τέλεση της πράξης, αποκαλύπτει το περιεχόμενο της απωθημένης απαγορευμένης επιθυμίας, υποκαθιστώντας την συνειδητή πρόθεση και την υλοποίησή της στη θέση της ασυνείδητης επιθυμίας.

Πέρα από τον φόβο της τιμωρίας, πέρα από την στόχευση αποφυγής μιας καταστροφικής εξάπλωσης της παράβασης στα υπόλοιπα μέλη της φυλής, οι τελετουργικές πρακτικές εξιλέωσης του παραβάτη και ο τελετουργικός καθαρμός όλης της συλλογικότητας μαρτυρούν την ανάδυση του αισθήματος ενοχής.

Η ανάδυση της ενοχής αποτυπώνεται ιδιαίτερα στα ταμπούπου συνδέονται με τους νεκρούς της φυλής αλλά επίσης και με τους σκοτωμένους εχθρούς, στους οποίους επιφυλάσσεται μια εκ των υστέρων «ηθική αβρότητα». Τα τελετουργικά πένθους, εξιλέωσης και συμφιλίωσης μαρτυρούν αισθήματα ενοχής για τον θάνατό τους. Αν για τους εχθρούς η εχθρότητα είναι συνειδητή και ο φόνος τους πραγματικά συντελεσμένος, όσον αφορά τους νεκρούς της φυλής είναι σαν να υποκρύπτεται η πεποίθηση ότι και στην δική τους περίπτωση ο θάνατός τους δεν ήταν φυσικός αλλά προκλητός – αποτέλεσμα της αμφιθυμίας, της ενδόμυχης, ασυνείδητης εχθρότητας που συνυπάρχει με τα συνειδητά αισθήματα αγάπης και σεβασμού. Η ιδιαίτερη υπερτίμηση της σκέψης, ο διανοητικός ναρκισσισμός που χαρακτηρίζει την πρωτόγονη σκέψη, εκφραζόμενος με την παντοδυναμία της σκέψης, κάνει ώστε η πρόθεση (η εχθρική επιθυμία θανάτου) να εκλαμβάνεται ως ισάξια με πράξη.

Τοτεμισμός

Το επόμενο βήμα, για να κατανοήσουμε την προέλευση του πολιτισμού, σε σύνδεση με τον φόνο του Πρωτοπατέρα, έγκειται στην αποκρυπτογράφηση της σχέσης των ταμπού με τον τοτεμισμό. Ας δούμε λοιπόν τι είναι το τοτέμ:

(Frazer) Τοτέμ είναι ένα αντικείμενο που ο άγριος το αντιμετωπίζει με δεισιδαιμονικό σεβασμό, γιατί πιστεύει ότι μεταξύ του ίδιου και κάθε αντικειμένου αυτής της κλάσης υπάρχει μια στενή και εντελώς ειδική σχέση.

Ανάμεσα στα σημαντικότερα τοτέμ (της φυλής, του φύλου, το ατομικό), σημαντικότερο είναι το τοτέμ της φυλής, συνήθως ζώο, αντικείμενο σεβασμού από όλη τη φυλή: από αυτό παίρνουν τα μέλη της το όνομά τους, θεωρώντας εαυτούς συγγενείς εξ αίματος, απόγονους ενός κοινού προγόνου. Μέσω του τοτέμ συνδέονται στενά τα μέλη της φυλής μεταξύ τους. Αναγνωρίζουν κοινές υποχρεώσεις αμοιβαιότητας και κοινή πίστη προς το τοτέμ, κατά τρόπον ώστε ο τοτεμισμός να αντιστοιχεί σε ένα θρησκευτικό και κοινωνικό σύστημα.

Τα πλέον θεμελιώδη ταμπού συνδέονται με το τοτέμ της φυλής:

Απαγορεύεται να το αγγίζουν και να το βλέπουν, ακόμη και να το αποκαλούν με το όνομά του. Η παράβαση συνεπάγεται βαριά αρρώστια και θάνατο. Ένα ζώο-τοτέμ πεθαμένο θάβεται με τιμές και θρηνείται σαν να πρόκειται για μέλος της φυλής. Αν κάποιος βρεθεί στην ανάγκη να σκοτώσει ένα ζώο τοτέμ (ένα φίδι) ακολουθεί τελετουργία που περιλαμβάνει συγγνώμη και διαδικασία εξιλασμού.

Από το τοτέμ η φυλή προσδοκά προστασία και εύνοια (όπως προσδοκούν οι θρησκευόμενοι όλων των θρησκειών από τον θεό τους)

Με τον τοτεμισμό συνδέονται ορισμένοι κανόνες ηθικής τάξης που καθορίζουν τις κοινωνικές σχέσεις και σε ένα άλλο επίπεδο, εκείνο του γάμου. Πρόκειται για την εξωγαμία, η οποία συνιστά προφύλαξη από την παράβαση του ταμπού της αιμομιξίας, όπως η εξαγωγή, μέσω του πολέμου, εκτός κοινότητας της φονικής επιθετικότητας, συνιστά προφύλαξη από το ταμπού του φόνου εντός της ορισμένης κοινότητας, διασφαλίζοντας την συνοχή της, με άλλα λόγια την προφύλαξή της από την επιστροφή σε εκείνο το προ, της εμφάνισης των ταμπού, παρελθόν της. Ποιο ήταν αυτό;

Δαρβινική υπόθεση για την κοινωνική κατάσταση των πρωτόγονων.

Στη βάση της σύγκρισης με τις συνθήκες ζωής ανώτερων πιθήκων ο Δαρβίνος συμπέρανε ότι και οι πρωτόγονοι άνθρωποι ήταν οργανωμένοι κατ’ ανάλογο τρόπο σε μικρές ορδές, όπου το πιο ηλικιωμένο και δυνατό αρσενικό από ζηλοτυπία εμπόδιζε την σεξουαλική επιμειξία. Αυτές οι συνθήκες φαίνεται να ανάγκασαν στην εξωγαμία τα νεώτερα αρσενικά μέλη.

Κατ’ αυτά το ταμπού της αιμομιξίας στον τοτεμικό πολιτισμό υπερβαίνει το νόημα της αποφυγής θηλυκών της ίδιας οικογένειας (μητέρα, αδελφές). Επεκτείνεται στην εξωγαμία εξαιτίας του κινδύνου που απειλούσε τα νεώτερα αρσενικά αν προσέγγιζαν οποιοδήποτε θηλυκό που διεκδικούσε και απολάμβανε ο αρχηγός της ορδής, το ισχυρό αρσενικό.

Η παιδική νεύρωση της ζωοφοβίας και ψυχολογική ερμηνεία του τοτεμισμού

Ο Φρόυντ, αντλώντας και πάλι από το προνομιούχο πεδίο της κλινικής ψυχαναλυτικής έρευνας και στηριζόμενος στην γνωστή παιδική μορφή φοβίας, την ζωοφοβία, αναδεικνύει την αναλογία ανάμεσα σε αυτά τα ήθη που χαρακτήριζαν την κοινωνική οργάνωση της τοτεμικής φυλής και στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα στο μικρό παιδί. Η φοβία οργανώνεται στη βάση του αμυντικού μηχανισμού της μετάθεσης συναισθημάτων από τον Πατέρα στο ζώο.

Ο Φρόυντ υποθέτει μια πρωτογενή ταύτιση με τον πατέρα στη ζωή του μικρού παιδιού: ο πατέρας είναι το ιδανικό του και ο προστάτης του. Η έλξη για την μητέρα, η εμφανώς σεξουαλική λιβιδινική επένδυσή της, προκαλεί την αντιπαλότητα του αγοριού προς τον πατέρα και από εδώ την σύγκρουση αμφιθυμίας.

Στη φοβία το παιδί δίνει διέξοδο σε αυτήν την σύγκρουση μετατοπίζοντας (μετάθεση), λόγω της αγάπης για τον πατέρα, αλλά και λόγω του φόβου αντιποίνων, τα εχθρικά του συναισθήματα και μαζί τον φόβο, στο ζώο, ως ένα πατρικό υποκατάστατο. Μα η αμφιθυμία ποτέ δεν σβήνει εντελώς και ως προς τα δύο αντικείμενά της: τον πατέρα και το πατρικό υποκατάστατο. Ο πατέρας συνεχίζει ως ένα βαθμό να είναι επίφοβος, αν και κυριαρχούν τα τρυφερά αισθήματα. Το άλογο, το αντικείμενο της ζωοφοβίας στην κλασσική περίπτωση που ερεύνησε ο Φρόυντ, δεν το φοβάται μόνο το μικρό παιδί αλλά και το θαυμάζει, με σεβασμό και με ενδιαφέρον. [Ο μικρός Χανς μετέτρεψε τον θαυμασμό του σε παιχνίδι μίμησης της συμπεριφοράς του αλόγου (πηδούσε, δάγκωνε)].

Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα συνδέεται με το άγχος ευνουχισμού: ο πατέρας είναι ο φοβερός εχθρός των σεξουαλικών συμφερόντων της παιδικής ηλικίας και ο επίφοβος τιμωρός.

Τα μέλη της τοτεμικής φυλής θεωρούσαν το τοτέμ-ζώο πρόγονό τους, Προπάτορα. Η ψυχολογική ερμηνεία στη βάση του Οιδιποδείου τον αναγνωρίζει ως τον πρωταρχικό πατέρα της ορδής. Οι δύο κύριες εντολές στον πυρήνα του τοτεμισμού, οι δύο θεμελιώδεις απαγορεύσεις-ταμπού, να σκοτώσεις το τοτέμ, να συνάψεις σεξουαλικές σχέσεις με γυναίκα που ανήκει στο τοτέμ, παραπέμπουν στα εγκλήματα του Οιδίποδα και στις δύο πρωταρχικές επιθυμίες του παιδιού.

Βρίσκουμε εδώ την διασταύρωση της φυλογενετικής και της οντογενετικής υπόθεσης.

 Θυσία – τοτεμικό γεύμα – κοινή ουσία – Kinship

Τα μέλη της τοτεμικής φυλής (Kin) αναγνωρίζονται μεταξύ τους ως αδέλφια, αφού το τοτέμ της φυλής θεωρείται γενάρχης τους. Ο τοτεμικός δεσμός της φυλής είναι ισχυρότερος και από αυτόν της οικογένειας. Προκύπτει από το Kinship: τη συμμετοχή σε μια κοινή ουσία που παραπέμπει στην κοινή καταγωγή: είναι ομοούσιοι. Το Kinship, αρχαιότερο από την οικογενειακή ζωή, υπερβαίνει το άτομο. Όταν σκοτώνεται ένα μέλος του Kin δεν λένε χύθηκε το αίμα εκείνου ή του άλλου, αλλά «χύθηκε το αίμα μας».

Θεμελιώδες τελετουργικό του τοτεμισμού είναι εκείνο του θυσιαστήριου τοτεμικού γεύματος.

Η θυσία, περιλαμβάνοντας την θανάτωση ενός ζώου-τοτέμ, απαγορευμένου για το μεμονωμένο άτομο, ήταν δυνατή μόνον όταν ολόκληρη η φυλή αναλάμβανε την ευθύνη. Μόνον ορισμένες πράξεις είχαν αυτόν τον χαρακτήρα (της απαγόρευσης δηλαδή για το άτομο, της συλλογικής ευθύνης για όλους σε περίπτωση άρσης της απαγόρευσης): πρόκειται για τις πράξεις που προσβάλλουν τον ιερό χαρακτήρα του κοινού αίματος της φυλής.

Από το θυσιαστήριο γεύμα όλοι πρέπει να φάνε. Το ιερό μυστήριο της θυσιαστήριας θανάτωσης δικαιολογείται μόνον γιατί με αυτόν τον τρόπο μπορεί να σχηματιστεί ο ιερός δεσμός που συνδέει τους συμμετέχοντες μεταξύ τους και με τον θεό. Κοινή συμμετοχή, κοινή συνενοχή για να προμηθευτούν την ιερή ουσία και να πιστοποιήσουν καταναλώνοντάς την, την ιερή ταύτιση και το ομοούσιον που έχουν μεταξύ τους και με την θεότητα.

Την θανάτωση του ζώου ακολουθεί θρήνος. Υπαγορεύεται από τον φόβο της τιμωρίας και αποσκοπεί στο να απαλλάξει την φυλή από την ευθύνη του φόνου.

Μετά το πένθος ακολουθεί η γιορτή: η άρση των απαγορεύσεων στις ενορμητικές απολαύσεις. Η γιορτή είναι μια επιτρεπτή – επιβεβλημένη μάλλον – επίσημη παράβαση μιας απαγόρευσης. Η παρεκτροπή είναι η ουσία της γιορτής. 

Θρήνος και γιορτή ερμηνεύονται ως πλήρης αναβίωση της αμφιθυμικής συμπεριφοράς που χαρακτηρίζει την σχέση με τον πατέρα.

Ο τοτεμικός πολιτισμός συνιστά υπέρβαση της δαρβίνειας ορδής. Στην δαρβίνεια ορδή υπάρχει απλώς ένας βίαιος ζηλότυπος πατέρας που κρατά όλα τα θηλυκά και όλες τις απολαύσεις για τον εαυτό του και αποδιώχνει τους γιους του καθώς μεγαλώνουν. Το αποφασιστικό βήμα της εξέλιξης από την πρωτόγονη ορδή στην τοτεμική φυλή, είναι ο φόνος του πρωταρχικού πατέρα από την ένωση των διωγμένων αδελφών. Ενωμένοι αποτόλμησαν αυτό που ήταν αδύνατο για τον καθένα ξεχωριστά. Το να φάνε μετά τον σκοτωμένο ήταν αυτονόητο για τους κανίβαλους.

Ο βίαιος προπάτορας ήταν το επίζηλο και επίφοβο πρότυπο καθενός από την ομάδα των αδελφών. Με την πράξη του φαγώματος προχώρησαν στην ταύτισή τους με αυτό (κανιβαλική στοματική ταύτιση) και καθένας ιδιοποιήθηκε ένα μέρος της δύναμής του [Πώς να μην σκεφτούμε τις συμβολικές επιβιώσεις αυτής της πράξης στο χριστιανικό μυστήριο της μετάληψης, της θείας κοινωνίας]. Το τοτεμικό γεύμα, ίσως η πρώτη γιορτή της ανθρωπότητας, θα ήταν επανάληψη και μνημόσυνο αυτής της αξιομνημόνευτης φονικής πράξης, που στάθηκε αφετηρία για τόσες εξελίξεις: κοινωνική οργάνωση υψηλότερης πολιτισμικής τάξης, ηθικοί περιορισμοί, θρησκεία.

Αφού τον παραμέρισαν, έχοντας ικανοποιήσει μίσος και επιθυμία να ταυτιστούν μαζί του, θα πρέπει να εκδηλώθηκαν τα καταπιεσμένα αισθήματα αγάπης (τουλάχιστον με την έννοια της ασυνείδητης ταύτισης), από όπου προήλθε η μεταμέλεια, στη βάση της ανάδυσης της ενοχής. Έτσι, ο νεκρός πατέρας έγινε τώρα πιο δυνατός από όσο όταν ήταν ζωντανός: αυτό που πριν εμποδιζόταν εξαιτίας του το απαγόρευσαν τώρα οι ίδιοι οι γιοι του στους εαυτούς τους, ευρισκόμενοι σε μια ψυχική κατάσταση «υπακοής εκ των υστέρων». Αποκήρυξαν την πράξη τους, απαγορεύοντας την θανάτωση του πατρικού υποκατάστατου, του τοτέμ, απαρνήθηκαν τα οφέλη της, παραιτούμενοι από τις απελευθερωμένες πια γυναίκες. Δημιουργήθηκαν έτσι τα δύο θεμελιώδη ταμπού του τοτεμισμού με τα οποία αρχίζει η ανθρώπινη ηθικότητα.

Ο τοτεμισμός προσέφερε, εκ των υστέρων, μια ηθική δικαιολογία της πράξης του φόνου που διευκόλυνε την απώθησή του, βοήθησε να ξεχαστεί το γεγονός στο οποίο όφειλε την γέννησή του: «Αν ο πατέρας είχε συμπεριφερθεί όπως το τοτέμ (δείχνοντας προστασία, επιείκεια, φροντίδα) δεν θα είχαμε μπει ποτέ στον πειρασμό να τον σκοτώσουμε».

Η τοτεμική θρησκεία προήλθε από το αίσθημα ενοχής, σαν προσπάθεια να μετριαστεί αυτό το αίσθημα και σαν προσπάθεια εκ των υστέρων συμφιλίωσης με τον πατέρα, μέσω της εκ των υστέρων υπακοής.

Η αμφιθυμία συνεχίστηκε: ο τοτεμισμός δεν περιλαμβάνει μόνον την μεταμέλεια και την προσπάθεια συμφιλίωσης, αλλά διατηρεί και την ανάμνηση θριάμβου πάνω στον πατέρα: Η θυσία του ζώου-τοτέμ επαναλαμβάνει την πατροκτονία.

Για πολύ καιρό μετά, τα κοινωνικά αδελφικά συναισθήματα που ήταν η βάση της μεγάλης αλλαγής, άσκησαν την πιο βαθιά επίδραση πάνω στην εξέλιξη της κοινωνίας. Δημιούργησαν την ιδέα της ιερότητας του κοινού αίματος, τονίζοντας την αλληλεγγύη των μελών της ίδιας φυλής. Εγγυώμενοι ο ένας για την ζωή του άλλου, οι αδελφοί υπόσχονται ότι κανείς δεν θα συμπεριφερθεί στον άλλο με τον τρόπο που όλοι μαζί συμπεριφέρθηκαν στον πατέρα: στην θρησκευτικά βασισμένη απαγόρευση της θανάτωσης του τοτέμ έρχεται να προστεθεί η κοινωνικά βασισμένη απαγόρευση της αδελφοκτονίας. Θα περάσει πολύς καιρός ακόμη πριν εμφανιστεί η γενικευμένη εντολή: ου φονεύσεις.

Τη θέση της πατρικής ορδής παίρνει η αδελφική ομάδα που η ύπαρξή της εξασφαλίστηκε με τον δεσμό του αίματος. Η κοινωνία βασίζεται τώρα στην συνενοχή για ένα από κοινού διαπραγμένο έγκλημα, η θρησκεία στο αίσθημα ενοχής και στη μεταμέλεια για το έγκλημα και η ηθικότητα στις αναγκαιότητες αυτής της κοινωνίας από την μία πλευρά και στην εξιλέωση που αποζητά το αίσθημα ενοχής από την άλλη.

Από τον τοτεμισμό στις πιο εξελιγμένες πατρικές θρησκείες.

Γένεση της πατρικής θεότητας και της πατριαρχικής οικογένειας

Το ζώο-τοτέμ συνιστά μια πρώτη μορφή πατρικού υποκατάστατου.

Ο θεός –εξυψωμένος και εξιδανικευμένος πατέρας- είναι μεταγενέστερος. Στην πατρική θεότητα ο πατέρας έχει ξανακερδίσει τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του.

Ανάμεσα στις συνέπειες της εκ των υστέρων υπακοής των αδελφών και καθώς ο φονευμένος πατέρας είχε μετατραπεί σε (άπιαστο) ιδανικό (επιθυμούσαν να του μοιάσουν, αλλά αυτή η επιθυμία υπέκυπτε στην απειλή που συνιστούσε για την οργάνωσή τους), ήταν η σταδιακή υποχώρηση της οργής και η εμφάνιση ενός πόθου για τον πατέρα με διάθεση υποταγής σε αυτόν (επιστροφή απωθημένου). Εγκαταλείφθηκε έτσι η δημοκρατική ισότητα των αδελφών, εμφανίστηκε η τάση τους να αναβιώσουν και πάλι το παλιό πατρικό ιδεώδες, με τη δημιουργία θεών, μέσω της λατρείας ορισμένων ανθρώπων που ξεχώριζαν από τους υπόλοιπους.

Η εξύψωση σε θεό του άλλοτε δολοφονημένου πατέρα συνιστά μια πολύ πιο σοβαρή προσπάθεια εξιλέωσης, συγκριτικά με εκείνη της δημιουργίας του τοτέμ.

Με την καθιέρωση των πατρικών θεοτήτων η ορφανή από πατέρα κοινωνία μετατράπηκε προοδευτικά σε πατριαρχική. Η οικογένεια δημιουργήθηκε ως ανασύσταση της άλλοτε πρωτόγονης ορδής και έδωσε πάλι πίσω στον πατέρα ένα μέρος από τα δικαιώματά του, που στο μεταξύ, με την εγκαθίδρυση των ταμπού του φόνου και της εξωγαμίας, είχε ενταχθεί και ο ίδιος στον νόμο των αδελφών: Με αυτήν την αποκατάσταση των πατέρων οι κοινωνικές κατακτήσεις της ομάδας των αδελφών δεν εγκαταλείφθηκαν και το πραγματικό χάσμα μεταξύ των νέων πατέρων της οικογένειας και του απεριόριστου σε δύναμη προπάτορα της φυλής ήταν αρκετά μεγάλο, ώστε να εξασφαλίζεται η διαιώνιση της θρησκευτικής ανάγκης να διατηρούν μέσα τους έναν ασίγαστο πόθο για τον πατέρα.

Συμπερασματικά

Ο φόνος του Πρωτοπατέρα συντελέστηκε για να περιορίσει την ναρκισσιστική του παντοδυναμία, την απολυταρχική του κυριαρχία απέναντι στην οποία οι γιοι-οι αδελφοί δεν θα κατείχαν παρά το status της γυμνής ζωής: στερημένοι από οποιοδήποτε δικαίωμα στις απολαύσεις, αντικείμενο διωγμών, βίας, φονικών, χωρίς φραγμό, χωρίς τιμωρία﮲ – Θυμίζει τον Κρόνο, στη δική μας μυθολογία, που έτρωγε τα παιδιά του και δεν είναι τυχαίο.

Η αναδρομή σε αυτές τις απαρχές μας επέτρεψε να αντιληφθούμε πώς, με τα ταμπού, τέθηκαν οι πρώτοι φραγμοί στις ενορμητικές απαιτήσεις, τόσο για τον ισχυρό πατέρα όσο και για τους αδελφούς: οι απαγορεύσεις των ταμπού αφορούν όλους.

Την μετέπειτα απώθηση του φόνου του πρωτοπατέρα μαρτυρά η σύνδεση των ταμπού με το ιερό τοτέμ της φυλής (κάποιο ζώο συνήθως), που τα μέλη της το θεωρούν γενάρχη τους. Η τελετουργικά επαναλαμβανόμενη θυσία του τοτεμικού ζώου, το τοτεμικό γεύμα, η γιορτή μαρτυρούν την αμφιθυμία προς τον γενάρχη, τον πατέρα που εκπροσωπεί το τοτέμ.

Η «εκ των υστέρων υπακοή», στην οποία οφείλεται η σταδιακή αποκατάσταση του Πρωτοπατέρα, μέσα από την ίδρυση των πατρικών θρησκειών, της πατριαρχικής οικογένειας, της πατριαρχικής κοινωνίας, μαρτυρά ομοίως για το φαινόμενο της αμφιθυμίας προς τον φονευμένο πατέρα και την εκ των υστέρων εξιδανίκευσή του.

 Συμπεραίνουμε, γενικότερα σε αυτήν την ερμηνεία ότι:

Ο πολιτισμός γεννήθηκε ως το ανάχωμα ενάντια στο κακό: ενάντια στη φονική βαρβαρότητα, στην απεριόριστη εξουσία και τις αχαλίνωτες απολαύσεις του Πρωταρχικού πατέρα της ορδής.

Θα ήθελα, εδώ, να προσέξουμε πολύ το εξής:

Η Ανάγκη καθόρισε της πρώτες ενορμητικές παραιτήσεις, την παραίτηση από την φονική επιθετικότητα (ταμπού του φόνου), με άλλα λόγια τον έλεγχο της επιθετικότητας, την παραίτηση από την αχαλίνωτη σεξουαλικότητα (ταμπού της αιμομιξίας-εσωγαμίας), με άλλα λόγια τον έλεγχο της σεξουαλικότητας: Για την ακρίβεια, η ανάγκη διατήρησης των κεκτημένων δικαιωμάτων και του κοινωνικού δεσμού που τα διασφαλίζει. Καθώς και η ανάγκη (μέσω των ταμπού και ως προληπτικών μέτρων) να μην επαναληφθεί το παρελθόν: όλοι ζήλευαν την δύναμη και τις απολαύσεις του πρωταρχικού πατέρα, ουδείς θα ήθελε πλέον να βρεθεί στη θέση του. Η Ανάγκη επέβαλε λοιπόν τον εξωτερικό νόμο της διαφύλαξης των ταμπού – στον οποίο όφειλε σύσσωμη η τοτεμική φυλή να υπακούει.

Όμως, είναι κάτι διαφορετικό από την Ανάγκη, είναι η σύγκρουση αμφιθυμίας προς τον φονευμένο πατέρα[1]ένα αμιγώς ψυχικό φαινόμενο δηλαδή – αυτό το οποίο γέννησε την ενοχή, την ρίζα της ηθικότητας: τον εσωτερικό νόμο. Το μαρτυρά ακριβώς το φαινόμενο της «εκ των υστέρων υπακοής». Το μαρτυρούν τα τελετουργικά εξιλασμού ολόκληρης της φυλής σε περιπτώσεις παραβάσεων (δεν είναι αρκετή μόνη η τιμωρία του παραβάτη) – την ίδια στιγμή που στην θυσία και στην τοτεμική γιορτή αναβιώνει ο θρίαμβος τής δια του φόνου κατανίκησης του Πρωτοπατέρα.

Ό,τι επακολούθησε το φόνο του Πρωτοπατέρα, κοινωνικά, ηθικά, πολιτισμικά εν γένει, και που το αντιλαμβανόμαστε ως μια εξελικτική διαδικασία μετάβασης από μία πολιτισμική βαθμίδα σε μια άλλη, από την πρωτόγονη ορδή,  και δια μέσου του ανιμισμού, στον τοτεμικό πολιτισμό, το βλέπουμε, από αυτήν την άποψη, ως το αποτέλεσμα αυθεντικών ψυχικών μετασχηματισμών: «Εν αρχή είναι η πράξη», καταλήγει το δοκίμιό του ο Φ. Ο φόνος. Μια γονική πράξη που, με τον τοτεμικό πολιτισμό, την εγκαθίδρυση των τοτέμ και των ταμπού, εντάχθηκε στην συμβολική τάξη, αποτρέποντας την επανάληψή της – από Ανάγκη, αλλά και από ενοχή.

«Εν αρχή είναι η πράξη»: η ηθικότητα δεν προϋπάρχει, σαν κάποιο a priori και δεν προηγείται της ενοχής. Στην φροϋδική αφήγηση, στις απαρχές μιας εκπολιτισμένης συλλογικής ζωής, η ενοχή, και η μεταμέλεια, δημιουργούνται λόγω της εκ των υστέρων επίδρασης των αμφιθυμικών συναισθημάτων: λειτουργώντας ως γενεσιουργό αίτιο της ηθικότητας.

Στις απαρχές της ατομικής ζωής, η πρώιμη πρόσβαση στην αμφιθυμία (σύμφωνα με την κλαϊνική θεωρία) δημιουργεί την ενοχή και την ανάγκη επανόρθωσης του αντικειμένου (του Συνάνθρωπου, της φροντίστριας μητέρας). Εκεί, χάρη στην πρόσβαση στην αμφιθυμία, προκύπτει η μετάβαση από τα σχιζοπαρανοειδή στα καταθλιπτικά άγχη, που ακριβώς σηματοδοτούν την ανάδυση της ενοχής, συνιστώντας κεφαλαιώδους σημασίας εξελικτικό επίτευγμα, κομβικό σημείο για τη διαμόρφωση των δομικών χαρακτηριστικών της μετέπειτα οργανωμένης προσωπικότητας: έναν αυθεντικό ψυχικό μετασχηματισμό.

Το αυτό ισχύει και για το οιδιπόδειο σύμπλεγμα: η αμφιθυμία γεννά την ενοχή. Ο πατέρας είναι και αγαπημένο πρόσωπο, εκτός από μισητός αντίπαλος. Είναι η σύγκρουση αμφιθυμίας που αναστέλλει τα «περάσματα στην πράξη» (τις επιθέσεις εναντίον του). Η ενοχή προκύπτει, ωστόσο, ως αποτέλεσμα και μόνο της πρόθεσης –των ευχών θανάτου-, που, λόγω της παντοδυναμίας των σκέψεων, ανάλογης στο μικρό παιδί με εκείνη του πρωτόγονου ανθρώπου, ισοδυναμεί με πράξη. Η ενοχή είναι το έναυσμα της ηθικότητας: αυτό μας λέει ο Φ. και όταν μας λέει ότι το Υπερεγώ (φορέας της ηθικής συνείδησης) είναι ο κληρονόμος του οιδιποδείου. Ο σχηματισμός του Υπερεγώ, υπό οιδιπόδειους όρους συνιστά επίσης έναν αυθεντικό ψυχικό μετασχηματισμό.

Στην ιστορία των πολιτισμών, ο ψυχικός μετασχηματισμός, κατά την μετάβαση από μία πολιτισμική βαθμίδα σε άλλη, είναι έκδηλος και όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο το κακό προβάλλεται εκτός του ανθρώπου, σε εξωτερικές δυνάμεις: με τον τοτεμισμό, για παρ., συντελείται μια μετάβαση από τα κακόβουλα πνεύματα του ανιμισμού στο ιερό ζώο-τοτέμ το οποίο φοβούνται, αλλά και σέβονται οι πρωτόγονοι: προσδοκούν από αυτό κακόβουλες τιμωρητικές κακοτυχίες, αλλά και εύνοια και καλοτυχία. Προβάλλεται, λοιπόν, σε αυτό και το κακό και το καλό. Με τη δημιουργία του τοτέμ προβάλλονται, λοιπόν, τα αμφιθυμικά αισθήματα. Στην ίδια οντότητα. Σε αντίθεση με αυτό που σηματοδοτούν τα κακόβουλα πνεύματα του ανιμισμού, που συνιστούν προϊόντα προβολής προπάντων του κακού, μαρτυρώντας την σχάση ανάμεσα στο καλό και το κακό.

*****

2. Η πρωτοτυπική μορφή του κακού (Ν. Ζαλτσμάν)

Στην άνομη φονική εξουσία του Πρωτοπατέρα, κύριου κάθε απόλαυσης, κατόχου δικαιώματος και θανάτου πάνω στους γιους, που δεν θα κατείχαν γι αυτόν παρά το status της γυμνής ζωής, εντοπίζει η Ν. Ζ. την πρωτοτυπική μορφή του κακού. Ο γυμνός ατιμώρητος φόνος, ως έκφραση της απόλυτης κυριαρχίας και της αχαλίνωτης απόλαυσης, είναι το πρωταρχικό κακό. Και θεωρεί, όπως ο Φ., το φόνο του Πρωταρχικού πατέρα από τους γιους ως την ιδρυτική πράξη του πολιτισμού. Οι φονικές απαρχές του πολιτισμού συνιστούν κατά την Ζ. ιστορική αλήθεια κι όχι έναν επιστημονικό μύθο. Απωθήθηκαν και το ρίζωμά τους στο πρωταρχικό απωθημένο, φορέα της συλλογικής αρχαϊκής κληρονομιάς, τις κατέστησε απρόσιτες στη συνείδηση. Κι αν δεν γίνονται δεκτές ως επιστημονική θεωρία, είναι γιατί, συνιστώντας τεκμήρια της ανθρώπινης βαρβαρότητας, στην οποία το είδος δεν παύει να επανέρχεται, είναι βαθειά προσβλητικές για την συλλογική αυτοεκτίμηση.

******

Σχέση της κοινωνικής οργάνωσης και του πολιτισμού με τον ναρκισσισμό

Έχει σημασία, πριν κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο, να προσέξουμε το εξής:

Η φιγούρα του πρωταρχικού πατέρα, αρχηγού της ορδής, παραπέμπει στην απόλυτη, ανεξέλεγκτη ναρκισσιστική παντοδυναμία. Η καταπίεση και οι διώξεις που επιβάλλονταν στους γιους σήμαιναν, από την άλλη πλευρά, απόλυτο περιορισμό του ατομικού τους ναρκισσισμού.

Ο Φρόυντ παραλλήλιζε τα στάδια της εξέλιξη της ανθρωπότητας με τα στάδια της ατομικής ψυχοσεξουαλικής εξέλιξης (στη βάση ενός συγκερασμού της οντογενετικής και φυλογενετικής υπόθεσης).

Ο ανιμιστικός πολιτισμός, μήτρα του τοτεμικού πολιτισμού, προϋποθέτει τον διανοητικό ναρκισσισμό, την εμψύχωση δηλαδή του φυσικού κόσμου -με την δημιουργία, μέσω σχάσεων και προβολών, των κακόβουλων και των αγαθών πνευμάτων-, κατ’ εικόνα και ομοίωση της αίσθησης που είχε ο άνθρωπος για τον εαυτό του, όσον αφορά την  παντοδυναμία της σκέψης και της θέλησης, που εκφράζεται στην τεχνική της μαγείας: θα αντιστοιχούσε κατ’ αυτήν την έννοια ο ανιμισμός στο πρωταρχικό ναρκισσιστικό στάδιο των απαρχών της ζωής του παιδιού.

Ο τοτεμικός πολιτισμός που επιβάλλει όρια στην πατρική παντοδυναμία, αλλά και συλλήβδην στα μέλη της τοτεμικής κοινωνικής οργάνωσης των αδελφών, θα προϋπέθετε και θα αντιστοιχούσε σε μια κοινωνική μορφή περιορισμού του ατομικού ναρκισσισμού, σε έναν κοινωνικά αναγκαίο περιορισμό του ναρκισσισμού. Δεν υφίστανται, όπως θα δούμε, κοινωνική οργάνωση, οργανωμένες κοινωνίες, οργανωμένες συλλογικότητες που δεν περιορίζουν διττά τόσο την ενορμητική ικανοποίηση (λιβιδινική και επιθετική), όσο και τον ναρκισσισμό και τις ναρκισσιστικές ικανοποιήσεις, υπαγορεύοντας το μοντέλο βάσει του οποίου τα μέλη της θα προσπορίζονται το ένα και το άλλο είδος ικανοποιήσεων.

Για τον Φρόυντ της Δυσφορίας μέσα στον πολιτισμό, του επόμενου ανθρωπολογικού του έργου, ο εκπολιτισμός των ενορμήσεων, που προϋποθέτει ενορμητικές παραιτήσεις, συνιστά δείκτη πολιτισμού.

Αν θέλουμε να επιμείνουμε στην αναλογία, επιχειρώντας μια πιο λεπτή διάκριση, θα λέγαμε ότι η εποχή της μαγείας θα αντιστοιχούσε στο αρχικό παντοδύναμο Ιδεώδες Εγώ, ενώ η δημιουργία του τοτεμικού πολιτισμού θα αντιστοιχούσε στη γένεση του πιο εξελιγμένου ναρκισσιστικού μορφώματος που συνιστά το Ιδεώδες του Εγώ. 

Τόσο το Ιδεώδες Εγώ ενός διογκωμένου παντοδύναμου ναρκισσισμού, όσο και το Ιδεώδες του Εγώ, δεν παύουν να παρεμβαίνουν και, με διαφορετικούς μα και συνδεδεμένους, τρόπους να καθορίζουν τις διακυμάνσεις στην πολιτισμική εξέλιξη.


[1] Η έμφαση είναι εδώ στην συνύπαρξη στην αμφιθυμία, πλάι στη συνιστώσα του μίσους, εκείνης αγάπης, η οποία τροφοδότησε και την εκ των υστέρων εξιδανίκευση, ενεργοποιώντας την «εκ των υστέρων υπακοή».

Από stratilio

Αφήστε μια απάντηση