• 26 Σεπτεμβρίου 2022 22:53

Η δίδυμη γένεση της Δημοκρατίας και της Φιλοσοφίας στην Αρχαία Ελλάδα

Μπορείτε να παρακολουθήσετε τις εισηγήσεις μου, που έγιναν στα Μαθήματα Κλασικής Παιδείας, στη διεύθυνση : 
https://www.youtube.com/watch?v=4LDYjMJh0B8
https://www.youtube.com/watch?v=HvGmRP4QpyM

                                     ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Τον 8ο  με 6ο πΧ αιώνα ένας νέος πολιτισμός εμφανίζεται στον χώρο του Αιγαίου. Αποτελεί μια δημιουργία εκ του μηδενός, μιας και οι ιδέες του διαφέρουν ριζικά από τις ιδέες των γειτονικών πολιτισμών.

1.     Αναδύεται ο φιλοσοφικός λόγος ο οποίος ασκεί κριτική στην παράδοση και εισάγει ένα νέο τρόπο ερμηνείας του κόσμου.

2.     Η αλήθεια δεν είναι δεδομένη και ανατίθεται στους ανθρώπους να την αναζητήσουν μέσα από ισάξια αλλά αντίθετα επιχειρήματα..

3.     Επέρχεται η πρώτη ρήξη του μύθου του ανθρώπου.

4.     Η ελληνική θρησκεία, καθώς δεν είναι ούτε δογματική ούτε δεσποτική, δεν νομιμοποιεί την ιερότητα των αρχόντων.

5.     Η εισαγωγή ενός νέου τρόπου γραφής συντελεί στην εκλαΐκευση της γνώσης.

6.     Ο αποικισμός συντελεί στη δημιουργία αυτόνομων, αυτοδίκαιων και αυτοτελών πόλεων .

7.     Η πολεμική τέχνη αλλάζει με την επικράτηση στο πεδίο της μάχης της φάλαγγας των ισότιμων οπλιτών.

8.     Μια νέα αντίληψη επικρατεί γα την ζωή και τον θάνατο.

9.     Εμφανίζεται η τραγωδία.

10.    Δημιουργείται η επιστήμη της ιστορίας. Και τέλος το

11.    και το βασικότερο, η κοινωνία  για πρώτη φορά αυτοθεσμίζεται. Η κοινότητα των πολιτών είναι η μόνη υπεύθυνη για την δημιουργία των θεσμών αλλά και για την αλλαγή τους. Όλα μπορούν να συμβούν, το μόνο όριο είναι η ύβρις.  

Οι Αρχαίοι λάτρευαν την διαπάλη των επιχειρημάτων και θαύμαζαν την ισορροπία που δημιουργούνταν μεταξύ των αντιθέτων απαντήσεων. Κατά τον  Πρωταγόρα για κάθε ζήτημα υπάρχουν δυο αντίθετες απόψεις με την απαίτηση, μάλιστα, να είναι και οι δυο συγχρόνως εξίσου αληθινές. Ο αγώνας των επιχειρημάτων είναι γνωστός στην τραγωδία με τον όρο δισσοί λόγοι. Είναι ένα κατ εξοχήν χαρακτηριστικό του Ελληνικού πολιτισμού.

Εδώ  εδράζονται τόσο οι βάσεις  της απόδειξης όσο και οι  απαρχές του ρητορικού λόγου. Είναι η ψυχή του  δημοκρατικού πολιτεύματος.

Μόνο στον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό αναπτύχθηκαν τεχνικές αποδείξεων στα μαθηματικά. Ήταν αναπόσπαστο μέρος της όλης κοσμοαντίληψής τους.

Απόδειξη και δημοκρατία είναι ομοούσιες.

Συγχρόνως με την δημοκρατία γεννιέται και η φιλοσοφία. Μια δίδυμη γέννηση. Και αυτό συμβαίνει μέσα σε μια γενικευμένη αμφισβήτησης της παράδοσης που επιτυγχάνεται δια του ορθού λόγου.

Η ίδια η θέσμιση νόμων αλλά και η συζήτηση περί της ορθότητας των νόμων αποτελεί έργω φιλοσοφία, δρώσα φιλοσοφία. Έτσι τίθενται τα ερωτήματα: και του τι πρέπει να πράξουμε αλλά και ποια είναι τα κριτήρια των πράξεών μας. Ο πολίτης μαθαίνει ότι δεν πρέπει να πιστεύει σε τίποτα που δεν έθεσε ο ίδιος υπό εξέταση. Αυτό, όμως, είναι θεσμισμένο από το είδος της κοινωνίας ,δεν είναι αυθόρμητο, δεν πηγάζει από την ανθρώπινη ψυχή. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Οι άνθρωποι επαναπαύονται στο να πιστεύουν και να τηρούν τα ειωθότα.

Η ρήξη με την παράδοση γίνεται σ όλα τα πεδία, στο δε φιλοσοφικό με την αναζήτηση των πρώτων αρχών

Οι Μιλήσιοι  ψάχνουν ένα ελάχιστο γενεσιουργό στοιχείο που μπορεί να δομήσει όλο το σύμπαν. Είναι η πηγή της ύπαρξης των όντων και την ίδια στιγμή ο αφανισμός τους. Σύμφωνα με την πιο βαθειά και πρωταρχική σύλληψη του κόσμου δεν υπάρχει καμία δίκη(καμία κρίση) για τον άνθρωπο, καμία επιβράβευση, καμία σχέση μεταξύ των πράξεων του, των αρετών του και του πεπρωμένου του. Ο άνθρωπος υπόκειται στους ίδιους καθορισμούς  που υπόκεινται και όλα τα άλλα όντα. Και ανώτερος και τελευταίος καθορισμός, ανώτερος νόμος είναι ο θάνατος.

Η απάντηση που δίνουν για την αρχή του κόσμου, είναι τελείως αμερόληπτη. Δεν βοηθάει σε τίποτε την κοινότητα, ούτε την κάνει πιο ηθική ούτε πιο ειρηνική. Υπάρχει μια αρχή, ξένη ουσιαστικά προς εμάς, αυτό είναι όλο. Είναι η πρώτη ρήξη του μύθου του ανθρώπου δηλ το ότι ο κόσμος έγινε για μας .

 Αλλά ποια είναι η αδικία ή η ύβρις των όντων;  Δεν είναι τίποτε άλλο παρά η γένεση, και με αυτό που πρέπει να πληρώσουμε είναι η φθορά και ο θάνατος. Η ίδια η ύπαρξη αποτελεί κατά μια έννοια αδικία και ύβρις, δηλ. παράβαση

Ο Έλληνας πίστευε ότι ο υπέρτατος νόμος της γένεσης και της φθοράς είναι τυφλός, δεν υπακούει σε καμιά λογική και δεν εξορθολογίζεται. Και μέσω της γένεσης  και της φθοράς μπορεί να αναδυθεί ο κόσμος, η τάξη. Ένας κόσμος, όμως, μια τάξη παροδική και ανακυκλούμενη.

Ο κόσμος  είναι μόνον κατά ένα μέρος δημιούργημα της θεότητας.  Μόνον κατά το μέρος  και που αφορά την μορφή και την τάξη του κόσμου. Και είναι αυτό που υπόκειται στην αιτία και στην λογική. Όµως υπάρχει πάντα και κάτι που είναι ανυπότακτο και ανορθολογικό, το πρωταρχικό υπόστρωμα. Και η ύπαρξη αυτού, ακριβώς, του υλικού είναι η αιτία που ο θεός τους δεν είναι ούτε παντοδύναμος αλλά ούτε πάνσοφος

Η απάντηση στο πρόβλημα της μη ορθολογικότητας του κόσμου, ήλθε από δυο διαφορετικές γραμμές σκέψης

Η 1η (Ηράκλειτος, Πρωταγόρας κλπ) : με την παραδοχή ότι η πραγματικότητα δεν είναι συνεπής λογικά δηλ.  έχει μέσα της αντιφάσεις.

Η 2η  (Παρμενίδης, Ελεάτες ) : με το ότι ο κόσμος δεν είναι πολύμορφος και δεν μεταβάλλεται .   

Όποια απάντηση και αν πάρουμε, η ίδια η θέση του ερωτήματος είναι μια πράξη σύλληψης, γένεσης, δημιουργίας. Βρισκόμαστε μπροστά στο γεγονός της γέννησης της Φιλοσοφίας.  Κανείς πολιτισμός πριν τους Έλληνες δεν διαχειρίστηκε κατ αυτόν τον τρόπο το ερώτημα της φύσης του Κόσμου. Τίποτε ανάλογο δεν θα συναντήσουμε στους γείτονές μας. Η φιλοσοφία θαρρείς και γεννήθηκε εκ του μηδενός ,όπως ακριβώς και ο κόσμος του Αναξίμανδρου.

Οι   Έλληνες ανακάλυψαν το γεγονός ότι υπάρχει ένας τελειωτικός θάνατος, οριστικός. Δεν μπορούμε ούτε να τον μετουσιώσουμε ούτε να τον ωραιοποιήσουμε. Μια νέα αντίληψη επικρατεί γα την ζωή και τον θάνατο μακριά από την φενάκη μιας θετικής μέλλουσας ζωής. Καμία ευδαιμονία και σε κανέναν μετά τον θάνατο. Είναι οι μοναδικοί που αποκαλούν τον άνθρωπο βροτό, δηλ θνητό. 

Η ελληνική κοινωνία οδεύει ανάμεσα στο δίπολο του ανταγωνισμού και της αλληλεγγύης των πολιτών. Και επειδή δεν υπάρχει υπερβατική πηγή της αλήθειας, αφού οι θεοί δεν αποκαλύπτουν την αλήθεια, τίθεται υπό αμφισβήτηση και η ίδια τους η ύπαρξη. Ανατίθεται λοιπόν, στους ανθρώπους το καθήκον της διερεύνησης της. Ανοίγει ένα πεδίο άμιλλας που είναι κυρίως άμιλλα στο επίπεδο του λόγου. Ποιος θα μιλήσει καλύτερα, ποιος θα μας πείσει; Το πιο ισχυρό επιχείρημα είναι ο «κρείτων λόγος». 

Η κοινωνία έχει ανάγκη από θεσμούς και νόμους. Έχει, όμως, αδήριτη ανάγκη και από ένα νόημα, από ένα πρόταγμα, μια απάντηση: γιατί όλα αυτά; 

Στο βαθμό που το νόημα αυτό παρουσιάζεται και επιβάλλεται ως αδιαμφισβήτητο και αδιαπραγμάτευτο η κοινωνία θεσμίζεται ως ετερόνομη. Θέτει έναν εξωκοινωνικό, έναν απόμακρο εγγυητή του νοήματος και τον θεωρεί μάλιστα ως πηγή των θεσμών της. Αυτό συνέβαινε  έως τώρα στην πλειονότητα των κοινωνιών. Είναι κοινωνίες ετερόνομες, θρησκευτικές κοινωνίες. Η εμφάνιση κοινωνιών που αυτοθεσμίζονται είναι κάτι εξαιρετικά σπάνιο. 

Τίθεται υπό συνεχή αμφισβήτηση η κυριαρχία των κληρονομημένων θεσμών (θεοί, βασιλείς, παραστάσεις της φυλής, θεσμοί, νόμοι, γραφή κλπ)

Ανοίγει έτσι μια δημόσια συζήτηση  μεταξύ ενός νέου τύπου ανθρώπου που θέτει σαν μέτρο να κρίνει τα πάντα με την σκέψη του. Η θέσμιση του νόμου είναι προϊόν διαβούλευσης και απόφασης του δήμου. Και γνωρίζουν άπαντες ότι οι αποφάσεις τους είναι γνώμες (δόξα) και όχι η απόλυτη αλήθεια. Εγκαινιάζεται έτσι μια κίνηση αναζήτησης της αλήθειας που δεν έχει ούτε τέλος αλλά ούτε και φραγμό και αναγνωρίζεται ρητά ότι δεν είναι δυνατόν για την ορθότητα των νόμων να ανατρέξουν σε εξωτερική αρχή. Η μη ύπαρξη, όμως, εξωκοινωνικών περιορισμών θέτει το πρόβλημα της ορθότητας των νόμων. Έτσι μπαίνει το ζήτημα του αυτοπεριορισμού.  Η φιλοσοφία απαντά με την σύλληψη της ιδέας της ύβρεως. Η πολιτική, με τον θεσμό της γραφής παρανόμων και του εξοστρακισμού

Αυτά τα χαρακτηριστικά, σαν όλο, είναι κάτι το μοναδικό , ένας λεκές στον καμβά της ιστορίας της ανθρωπότητας. Είναι η Ελληνική δημοκρατία.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

                Στο σημερινό μας μάθημα  θα αναφερθούμε στις συνθήκες που συνέβαλαν  στο να αναδυθεί  η δημοκρατία στην αρχαία Ελλάδα, στο φιλοσοφικό υπόβαθρο όπου πάνω του στηρίχθηκε η πολιτική φιλοσοφία αλλά και στο ρόλο που έπαιξε η μυθολογία και η αρχαία θρησκεία. Επίσης, ποιες ήταν οι αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων  για την ζωή και τον θάνατο και πως επηρέασαν στην δημιουργία αυτού του τόσο σπάνιου κοινωνικού φαινομένου, της Δημοκρατίας. (Η παρούσα εργασία εκφωνήθηκε στις 2 και 9 Μαρτίου 2011 στο Μαξίμειο Πνευματικό Κέντρο στα πλαίσια των μαθημάτων Κλασσικής Παιδείας)

ΠΑΡΑΔΟΞΑ

                Δεν ξέρω αν συμβαίνει και σε σας αλλά μερικές φορές με πιάνει αϋπνία. Δοκιμάζω διάφορους τρόπους  να κοιμηθώ. Συνήθως  μετρώ τα προβατάκια που ξεπετάγονται μπροστά μου ξεκινώντας από το πρώτο , μετά το δεύτερο  και έτσι  προχωρώντας μέχρι το άπειρο . Κάποια μέρα , που εξομολογήθηκα το πρόβλημά μου σ έναν φίλο μου μαθηματικό και ομοιοπαθή, μου πρότεινε κάτι διαφορετικό, που όμως αποδείχτηκε παγίδα. Μου είπε:  γιατί δεν δοκιμάζεις να μετρήσεις ανάποδα; Μην ξεκινάς από το 1 αλλά να καταλήγεις στο 1. Δεν το έδωσα και πολλή σημασία, αλλά δυστυχώς για μένα, τη νύχτα που προσπάθησα να το εφαρμόσω διαπίστωσα ότι δεν μπορούσα καν να αρχίσω. Από πού να αρχίσω; Πάντα υπάρχει ένας αριθμός που προπορευόταν από εκεί που άρχιζα. Το αποτέλεσμα… έμεινα άγρυπνος όλη τη νύχτα. Η αρίθμηση ήταν αδύνατη. Και ενώ το ανθρώπινο μυαλό μπορεί να ξεκινήσει από το 1 και προοδευτικά να προχωρά στο άπειρο, το αντίθετο είναι αδύνατο . Μια τέτοια αρίθμηση χωρίς αρχή είναι μια αντίφαση, ένα παράδοξο. Και είναι επόμενο όσοι ασχολούνται μ αυτά να χάνουν τον ύπνο τους και  την ησυχία τους. Όσοι μάλιστα εμβαθύνουν περαιτέρω  θα βρεθούν με ίλιγγο στην καλύτερη περίπτωση.

Αναξίμανδρος 

              Και, όμως, η φιλοσοφία μπορεί να ξεκίνησε με τον ενστερνισμό αυτών των παραδόξων. Το πρώτο παράδοξο της καταγεγραμμένης ιστορίας ανήκει στον Αναξίμανδρο . Μαθαίνουμε ότι ο Αναξίμανδρος υπέθεσε ότι οι άνθρωποι έχουν κοινή καταγωγή και προέρχονται από ένα υδρόβιο πλάσμα. Που και αυτό έχει άλλους απλούστερους προγόνους, και αυτοί ,πάλι με την σειρά τους, άψυχους προδρόμους. Και αυτοί  κάποιους άλλους και ούτω καθ εξής,  επ άπειρον. Μήπως σας θυμίζει τίποτα αυτό; δεν σας εκπλήσσει η διορατικότητά του Αναξίμανδρου ; είναι απ ότι ξέρω η πρώτη, διατύπωση της εξελικτικής θεωρίας. Ένα πολύ σημαντικό γεγονός 2500 χρόνια πριν από την εποχή μας.  Όμως, δεν σταματά εκεί ο αρχαίος σοφός αλλά προχωρά σε κάτι που είναι ακόμη πιο δύσκολο ,σχεδόν ακατανόητο. Προσέξτε λίγο.  Αν υπάρχει ένα άπειρο παρελθόν τότε θα πέρασε μια άπειρη ποσότητα χρόνου μέχρι να φθάσουμε στο σήμερα. Αλλά μια άπειρη ποσότητα χρόνου δεν μπορεί να τελειώνει ποτέ, είναι μια ατέρμονη διαδικασία. Άρα δεν μπορούμε να έχουμε φθάσει  στο σήμερα. Όμως ζούμε στο σήμερα .Έτσι καταλήγουμε σε άτοπο. Σε  παράδοξο.

             Ας πάρουμε τον αντίθετο συλλογισμό  :Εφ όσον η παρούσα στιγμή υπάρχει, τότε, είναι λογικό, και το παρελθόν να μην είναι άπειρης διάρκειας, επομένως να έχει κάποια αρχή, δεν μπορεί να έρχεται από το πουθενά. Αυτή είναι η πιο λογική σκέψη που έχει ο μέσος άνθρωπος.  Όμως τι υπάρχει πριν από την αρχή; Δεν μπορεί κανείς να απαλλαγεί απ αυτό το ερώτημα και αναγκαστικά πάλι θα φτάσει σε αδιέξοδο. Του είναι το ίδιο δύσκολο να κατανοήσει μια αρχή χωρίς αρχή. Σκεφθείτε, όμως, μια ανισορροπία: ενώ μπορεί να φαντασθεί εύκολα, ένα άπειρο μέλλον, η σκέψη του αντιδρά σ ένα άπειρο παρελθόν. Σας μπέρδεψα;

Το παράδοξο αυτό προσπάθησαν να το λύσουν, πολύ αργότερα, με την εισαγωγή των αρνητικών αριθμών. Όπως ανεβαίνουμε από το 1 προς μεγαλύτερους αριθμούς έως το άπειρο, έτσι μπορούμε να κατεβαίνουμε στο -1,-2,-3 έως το μείον άπειρο. 

             Λάβετε υπ όψιν σας, όμως, ότι οι άνθρωποι εκείνης της εποχής δεν έχουν ανακαλύψει τους αρνητικούς αριθμούς. Στην αρχαιοελληνική σκέψη δεν υπήρχαν αρνητικοί αριθμοί, όπως είπαμε και σε μια προηγούμενη ομιλία, για το πώς αντιλαμβανόταν οι Αρχαίοι τους αριθμούς. Τους ήταν αδιανόητη μια αρίθμηση με αρνητικούς αριθμούς. Και αυτό γιατί αντιλαμβανόταν τους αριθμούς σαν γεωμετρική σχέση, και η ύπαρξη αρνητικών αριθμών δεν έχει νόημα στην γεωμετρία.

             Μην ξεχνάτε ότι μετρώ σημαίνει συγκρίνω. Δηλαδή, πόσες φορές ένα μέγεθος είναι μεγαλύτερο από ένα άλλο. Και αυτό το συμβολίζουμε με ένα κλάσμα αριθμών που το αποκαλούμε και λόγο. Τι νόημα , έχει, λοιπόν, η σχέση δυο μεγεθών αν η σχέση είναι αρνητική; Δεν έχει γεωμετρικό νόημα. Δεν υπάρχουν ούτε αρνητικά μήκη αλλά ούτε και αρνητικές σχέσεις.

             Όμως τα πράγματα, στα οποία  δυστυχώς σας ενέπλεξα είναι ακόμη πιο σκοτεινά. Και αν ακόμη αποδεχτούμε την άπειρη ακολουθία των αρνητικών αριθμών, παραμένει ένα βαθύτερο μυστήριο. Από πού βγήκαν αυτοί οι αριθμοί; Από πού έρχονται; Φαίνεται σαν να ξεπετάχθηκαν από το τίποτα. Σαν  το τίποτα να γεννάει μορφές. Το συμπέρασμα είναι ενάντια στην κοινή λογική. Αυτό και αν είναι παράδοξο.

             Έχουμε πολλών ειδών παράδοξα. Σ ένα είδος  παραδόξων γίνεται περιγραφή ενός αντικειμένου ή μιας κατάστασης με αντιφατικό τρόπο και έτσι δίνεται η εντύπωση του ανεπίλυτου.

Επίσης στα παράδοξα ανήκουν και τα μυστηριώδη αινίγματα που επιδέχονται πολλές λύσεις αλλά μια μόνο γίνεται αποδεκτή. Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί το αίνιγμα της σφίγγας, που ενώ ο Οιδίπους μπόρεσε και το έλυσε, τι ειρωνεία, το δικό του αίνιγμα της καταγωγής του δεν μπόρεσε να το λύσει.

             Άλλα  παράδοξα είναι ερωτήματα που μας αφήνουν μετέωρους ανάμεσα σε πολλές ισάξιες αλλά αντιθετικές απαντήσεις και μ αυτόν τον τρόπο έρχονται σε σύγκρουση με την κοινή λογική, η οποία αποδέχεται μόνον μια λύση. Οι Έλληνες, όσο κανείς άλλος λαός, γοητευόταν από τέτοιου είδους αντιθέσεις.

             Και ενώ η κοινή λογική μοιάζει να είναι σταθερή και ακλόνητη, στην πραγματικότητα είναι όπως η επιφάνεια της γης που   αποτελείται από τεκτονικές πλάκες. Αυτές  κινούνται και συγκρούονται δημιουργώντας, ενίοτε, τεράστια ρήγματα από όπου ξεπηδούν οι αδάμαστες δυνάμεις της γης σαν καταχθόνιες θεότητες. Έτσι και τα παράδοξα ξεπηδούν μέσα από τις καθημερινές προτάσεις του λόγου, αυτό που αποκαλούμε κοινή λογική, και μας φέρνουν πολλές φορές σε αμηχανία ακόμη και σε ίλιγγο.

            Οι αρχαίοι λάτρευαν την διαπάλη των επιχειρημάτων. Θαύμαζαν την ισορροπία που δημιουργούνταν μεταξύ των αντιθέτων απαντήσεων. Ο Πρωταγόρας είχε διατυπώσει την άποψη ότι για κάθε ζήτημα υπάρχουν δυο αντίθετες,  μεταξύ τους, απόψεις με την απαίτηση να είναι και οι δυο συγχρόνως εξίσου αληθινές. Τον αγώνα των επιχειρημάτων τον συναντάμε  και στην τραγωδία μεταξύ των δυο ηθοποιών, με τον όρο δισσοί λόγοι. Είναι ένα χαρακτηριστικό του Ελληνικού πολιτισμού.

             Οι έλληνες ένοιωθαν ακατανίκητη έλξη για τα παράδοξα με την μορφή των γρίφων. Τόσο μάλιστα, που μεγάλοι δραματουργοί έκαναν τέχνη μερικά από τα παράδοξα, όπως εκείνο της Σφίγγας. Είναι, μάλιστα, άξιον προσοχής το γεγονός ότι μερικοί μορφωμένοι και επώνυμοι  δεν μπορούσαν να κατανοήσουν αυτό το παιχνίδι της λογικής επειδή είχαν διαπαιδαγωγηθεί σ έναν άλλο πολιτισμό και έτσι κατέληγαν σε λανθασμένα συμπεράσματα.

             Τέτοια περίπτωση είναι και η αναφορά του Αποστόλου Παύλου στο παράδοξο του ψευδόμενου. Στην προς Τίτον Επιστολή μεταφέρει έναν στίχο από ένα ποίημα του Επιμενίδη, τον οποίον ερμηνεύει κυριολεκτικά, ενώ επρόκειτο για το γνωστό παράδοξο του ψευδόμενου.

             Επιμενίδης  [1]

             Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται (οι Κρήτες είναι πάντα ψεύτες). 

Επιμενίδης

Για τους έχοντες ελληνική παιδεία η ρήση αυτή ήταν πολύ γνωστή, ως το παράδοξο του ψευδόμενου του Ευβουλίδη του Εριστικού από τα Μέγαρα, ένα παιχνίδι της λογικής. Πρόκειται για μια πρόταση αυτοαναφοράς, όπως την ορίζουν οι φιλόσοφοι της λογικής, με την οποία ασχολήθηκαν πάρα πολλοί. Μια πρόταση που είναι συγχρόνως και αληθής και ψευδής κάτι που αντίκειται στην κοινή λογική. Πάνω σ αυτήν την πρόταση βασίστηκε ο μεγάλος Bertrand Russell για να διαμορφώσει μια διάψευση της έως τότε θεωρίας των συνόλων. Παγκοσμίως δε έγινε γνωστή από τον Kurt Gödel, τον μεγαλύτερο ίσως μαθηματικό του 20 αιώνα.

             Για να την προσεγγίσουμε λιγάκι:

            Ο Επιμενίδης λέει ότι :όλοι οι Κρήτες είναι ψεύτες

            Ο Επιμενίδης, όμως,  είναι Κρητικός

            Άρα και ο Επιμενίδης λέει ψέματα

            Επομένως οι Κρήτες δεν είναι ψεύτες, λεν την αλήθεια

            Άρα και ο Επιμενίδης, ως κρητικός,  λέει την αλήθεια

            Άρα οι Κρήτες είναι ψεύτες κ.ο.κ.

            Είναι ένας φαύλος κύκλος όπου μια η πρόταση γίνεται αληθής και μια ψευδής χωρίς να μπορούμε να καταλήξουμε.

            Σ αυτόν τον αγώνα των αντιθετικών επιχειρημάτων, που τόσο λάτρευαν οι Έλληνες, εδράζονται  και οι  απαρχές του ρητορικού λόγου. Το  δημοκρατικό πολίτευμα έχει ανάγκη από την διαπάλη αυτή. Η ενασχόληση, όμως, με τα παράδοξα  έχει και άλλο αποτέλεσμα. Καλλιεργεί το νου στο να αποδέχεται από τη μια το αντιφατικό και από την άλλη να αναζητά με επιχειρήματα να φθάσει στη λύση.!!!! Να, εδώ βρίσκονται οι βάσεις  της απόδειξης.!!!

            Οι ιστορικοί των μαθηματικών εκπλήσσονται από την ανυπαρξία αποδεικτικών επιχειρημάτων στα Αιγυπτιακά μαθηματικά. Αλλά αυτός είναι ο κανόνας για όλους τους λαούς της εποχής εκείνης : για τους Βαβυλωνίους, τους Μάγια, τους Ινδούς. Μόνο στον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό αναπτύχθηκαν τεχνικές αποδείξεων. Ήταν αναπόσπαστο μέρος όλης της κοσμοαντίληψής τους. 

             Ο πάπυρος του Rhind βρέθηκε στην Αίγυπτο, περιέχει πληθώρα μαθηματικών προβλημάτων και είναι το αρχαιότερο γραπτό κείμενο που περιέχει μαθηματικά. Μας δείχνει ότι οι Αιγύπτιοι υπολόγισαν τον αριθμό π, στο 3,16, μια εκπληκτική προσέγγιση. Εμείς το υπολογίζουμε στο 3,14. Επίσης, περιέχει και πληθώρα άλλων μαθηματικών τύπων. Μας κάνει, ωστόσο, σαφές, ότι οι Αιγύπτιοι στηρίζονταν στη μέθοδο της δοκιμής και του λάθους και λείπει παντελώς  κάθε απόδειξη. Εξάλλου σκεφτείτε : τι χρειάζεται σ έναν πρακτικό άνθρωπο, σ έναν τεχνίτη μια απόδειξη;  Τίποτα απολύτως!!! Αποτελεί μια διαστροφή της ψυχής.

Η απόδειξη, όμως, είναι το αναγκαίο συστατικό που μετουσιώνει τον λόγο σε συνεκτικό και απαραίτητο στοιχείο της δημοκρατίας. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει πειθώ και επομένως δεν υπάρχει απόφαση ούτε και δράση. Απόδειξη και δημοκρατία είναι ομοούσιες.

Ζήνων ο Ελεάτης

            Κάποιοι φιλόσοφοι μας παροτρύνουν να ακολουθούμε τα επιχειρήματα μέχρι τέλους, ακόμη και στον θάνατο, όπως στην περίπτωση του Σωκράτη. Τι γίνεται, όμως, όταν τα επιχειρήματα μας οδηγούν σε αντίθετα συμπεράσματα ; ο Ηράκλειτος, όπως και άλλοι, μας προτρέπει να αποδεχτούμε την αντίφαση ως συστατικό της πραγματικότητας, με άλλα λόγια , μας λέει ότι η αντίφαση υπάρχει μέσα στην πραγματικότητα. Άλλοι, όμως, εντοπίζουν την αντίφαση στον  τρόπο με τον οποίον κατανοούμε τον κόσμο. Δηλ στο γεγονός ότι βασιζόμαστε στις αισθήσεις μας για να κατανοήσουμε τον κόσμο και όχι στην λογική μας. Ο Παρμενίδης και ο μαθητής του ο Ζήνων ο Ελεάτης, για να υπερβούν τις αντιφάσεις του κόσμου απορρίπτουν την ιδέα ενός πολύμορφου και μεταβαλλόμενου κόσμου. Γι αυτούς, όλο αυτό που βλέπουμε είναι μια ψευδαίσθηση και επομένως δεν αντέχει στην βάσανο της λογικής. Με αυτό το σκεπτικό διατυπώνονται και τα 4 παράδοξα του Ζήνωνα.

           Τα παράδοξα του Ζήνωνα σκόπευαν στην υπεράσπιση του Παρμενίδιου δόγματος ότι η πραγματικότητα (το όντως ον) είναι αναλλοίωτη. Στο πρώτο παράδοξο (της διχοτομίας) αποδεικνύει ότι η κίνηση είναι αδύνατη· στο δεύτερο (του Αχιλλέα και της χελώνας), αποδεικνύεται   ότι ο Αχιλλέας είναι αδύνατον να φτάσει μια προπορευόμενη χελώνα. Ίσως δεν το δώσατε και πολύ προσοχή αλλά είπα: αποδεικνύει. Στο τρίτο παράδοξο, (παράδοξο του Βέλους), ένα κινούμενο βέλος είναι στην πραγματικότητα ακίνητο. Τέλος, στο τέταρτο παράδοξο, (το παράδοξο του Σταδίου), ο Ζήνωνας δείχνει ότι ο χώρος και ο χρόνος δεν αποτελούνται από ελάχιστα, αδιαίρετα στοιχεία.

 Σ αυτό το σημείο ας δούμε ένα βιντεάκι με τον Αχιλλέα και την χελώνα http://users.sch.gr/fergadioti1/institute/index.php/al/158-2010-03-14-20-50-33/1551-zinonpr   


          Το παράδοξο μπορούμε να το περιγράψουμε ως εξής:Ο Αχιλλέας απέχει 9 μ. από την χελώνα αλλά και τρέχει 10 φορές πιο γρήγορα από αυτήν.  Όταν ο Αχιλλέας την φτάσει αυτή θα κινηθεί κατά 1/10 και πάλι θα προπορεύεται. Στην επόμενη κίνηση πάλι θα την φθάσει αλλά αυτή θα έχει κινηθεί πάλι κατά 1/10 και θα προπορεύεται ξανά. Και αυτό θα γίνεται συνέχεια, επ άπειρον. Η χελώνα πάντα θα προπορεύεται του Αχιλλέα. Όμως στην πραγματικότητα αυτό, όπως ξέρετε εσείς πολύ καλύτερα από μένα, δεν γίνεται. Έχουμε μια πλήρη ρήξη της πραγματικότητας και της λογικής. Φθάνουμε σε μια αντίφαση, σε ένα παράδοξο. Ποιος έχει δίκιο; 


         Όλο το πρόβλημα, λοπόν, ανάγεται στην δυνατότητα εύρεσης του αθροίσματος Σν. Οι αρχαίοι δεν μπορούσαν να εκτελέσουν αυτήν πράξη. Αυτό έγινε κατορθωτό τον 17ο αιώνα όταν η αντίληψή μας για τους αριθμούς άλλαξε. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. 

           Εν κατακλείδι μπορούμε να πούμε πως η γένεση της φιλοσοφίας , στην αρχαία Ελλάδα, συμπορεύεται με την προσπάθεια επίλυσης των παραδόξων.

Και όπως  τα άτομα αποτελούν τους λίθους της φύσης, οι αριθμοί των μαθηματικών, έτσι και τα παράδοξα αποτελούν τους ογκόλιθους που πάνω τους κτίζεται η φιλοσοφία.  Και κάθε γενιά φιλοσόφων θέτει λίγο πολύ τα ίδια ερωτήματα αλλά δίνει διαφορετικές απαντήσεις. Ο μίτος της Αριάδνης που συνδέει τη φιλοσοφία, ανά τους  αιώνες, αποτελείται από ερωτήματα παρά από απαντήσεις.

           !Για να ξαναγυρίσουμε στον Αναξίμανδρο! Αναρωτιέται : έχει κάθε πράγμα αρχή; Και απαντά : όχι. Υπάρχει ένα απροσδιόριστο είναι, και χρονικά και χωρικά, που  το ονομάζει άπειρο, που στηρίζει  όλα τα άλλα, αλλά το ίδιο  δεν έχει θεμέλια σε κανένα άλλο πράγμα. Το παρελθόν δεν έχει αρχή. Και αν αυτά ισχύουν για το παρελθόν τι ισχύει για το μέλλον; Ο Αναξίμανδρος αποδέχεται την ύπαρξη ενός ασύνορου άπειρου παρελθόντος όπως και ενός απείρου μέλλοντος. Ο πεπερασμένος κόσμος μας βρίσκεται σφηνωμένος μεταξύ δυο απείρων.

Οκόσμος του Αναξίμανδρου
Ο πρώτος χάρτης του κόσμου

           Εδώ καλό είναι να αναφέρουμε μερικά βιογραφικά στοιχεία. Ο Αναξίμανδρος έζησε από το 610-545 π.χ. και ήταν μαθητής και διάδοχος του Θαλή στη σχολή της Μιλήτου. Επινόησε το πρώτο ηλιακό ημερολόγιο, σχεδίασε τον πρώτο χάρτη της έως τότε γνωστής γης και ασχολήθηκε με βιολογικά, αστρονομικά και κοσμολογικά ζητήματα. Ο Αναξίμανδρος αποδίδει μια εικόνα της Γης, σύμφωνα με την οποία η γη είναι κυλινδρική  και οι άνθρωποι κατοικούν στην επάνω επιφάνειά της. Δε στηρίζεται πουθενά και βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος, απέχοντας ίσα από όλα τα σημεία του. Δεν κινείται διότι δεν υπάρχει κάποια κατεύθυνση που να πλεονεκτεί σε σχέση με τις άλλες και γι αυτό ούτε πέφτει ούτε ανεβαίνει, ούτε πάει δεξιά ούτε αριστερά.

           Από πού, όμως, εμπνεύστηκε ο Αναξίμανδρος την κοσμοθεωρία του;

           Υπάρχει κάτι πριν από αυτόν ή ήταν μια έκλαμψη του νου του;

           Προηγήθηκε, βέβαια, ο Θαλής αλλά  πριν από αυτόν ήταν  η ελληνική μυθολογία η οποία  συστηματοποιήθηκε  στα Έπη   του Ομήρου και  του Ησιόδου.

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

          Σύμφωνα, λοιπόν, με την ελληνική μυθολογία της γεωμετρικής εποχής, πριν από οτιδήποτε άλλο υπήρχε το χάος (χάος εγένετο μας πληροφορεί ο Ησίοδος, Θεογονία 116).

          Χάος σημαίνει κενό, άδειο και παράγεται από το ρήμα χαίνω = χάσκω, εξού και χάσμα.

Από το χάος, λοιπόν, προήλθαν όλα. Το είναι (το όν , όπως προτιμούσαν να το αποκαλούν οι αρχαίοι) αναδύεται από το μη-είναι. Αλλά και οι ρίζες της γης φυτρώνουν από τα τάρταρα, ένας τόπος που βρίσκεται μακριά ,πέρα από την γη. Εκεί βρίσκονται τα έσχατα σημεία των πάντων, της Γης, της Θάλασσας, του έναστρου Ουρανού. Είναι μέρη φρικαλέα και μουχλιασμένα, που απεχθάνονται ακόμη και οι θεοί, μια τεράστια Άβυσσος που τον πυθμένα της δεν μπορεί να φθάσει κανείς. Εκεί ξεσπούν ακατάπαυστα καταιγίδες, ανεμοστρόβιλοι που τρομάζουν ακόμη και τους θεούς, «εκεί ορθώνεται η τρομακτική κατοικία της καταχθόνιας Νύχτας που την τυλίγουν ζοφερά σύννεφα» μας πληροφορεί ο Ησίοδος .

           Σε σημερινή γλώσσα : ο κόσμος αναδύεται από το χάος, το κενό, ex nihilo, από το μηδέν. Έχουμε να κάνουμε με την δημιουργία εκ του μηδενός αλλά και την δημιουργία του ίδιου του μηδενός.  Και μέσα στον  κυκεώνα, ένα άμορφο και φοβερό μείγμα,  φυτρώνουν  οι ρίζες του κόσμου και απ αυτό τρέφονται τα πάντα και  αναδύονται όλες οι μέλλουσες μορφές. Αυτή είναι  η κεντρική ιδέα που πάνω της θεμελιώνεται   η ελληνική φιλοσοφία.

           Αυτόν, ακριβώς, τον κυκεώνα, με τον όρο άπειρον, θεωρεί ως αρχή των πάντων ο Αναξίμανδρος. Το πρωταρχικό στοιχείο του κόσμου. Η λέξη άπειρον σημαίνει αυτό  που δεν έχει  πέρας,  όριο,  τέλος, δεν είναι ολοκληρωμένο. Βέβαια από τον Αριστοτέλη και μετά, άπειρον σημαίνει το ατέρμον, όμως για τον Αναξίμανδρο και την εποχή του σήμαινε το απροσδιόριστο.  Άπειρο είναι το απροσδιόριστο,  το μη γνωρίσιμο, αυτό που δεν έχει όρια  ούτε τέλος. Και ενώ οι Έλληνες δεν ένοιωσαν άνετα με το άπειρο, ήταν εκείνοι που ουσιαστικά το ανέδειξαν. Συσχέτιζαν το πραγματικό με το συγκεκριμένο και κυρίως με το καλοσχηματισμένο, ενώ  το άπειρο είναι ασύνορο και ακαθόριστο. Πως είναι δυνατόν κάτι που είναι πραγματικό, να γεννιέται από κάτι που είναι ελλιπώς καθορισμένο;

Πλάτων

           Η σημασία του απείρου ως απροσδιόριστο, χαοτικό θα λέγαμε σήμερα, διατηρήθηκε και στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη. Ο Πλάτωνας έχει συναίσθηση ότι δεν μπορεί να απαλλαγεί απ αυτήν την ιδέα.Στον Φίληβο (16 c) αναφέρει μια παράδοση σύμφωνα με την οποία  αυτό που μπορεί να θεωρηθεί ως υπαρκτό είναι κατασκευασμένο από το ένα και το πολλαπλό και φέρει μέσα του το πέρας και το άπειρο (χρησιμοποιεί τον όρο σύμφυτο).

ως εξ ενός μέν καί πολλών όντων τών αεί λεγομένων είναι, πέρας δέ καί απειρίαν εν αυτοίς σύμφυτον εχόντων.

…ότι όσα κάθε φορά λέγεται ότι υπάρχουν αποτελούνται από ένα και από πολλά και ότι το πέρας και το άπειρο ενυπάρχουν σ’ αυτά σαν σύμφυτες ιδιότητες.

           Σύμφυτο σημαίνει ότι φυτρώνει και αναπτύσσεται μαζί, είναι και γίγνεσθαι είναι αλληλένδετα. Τίποτα δεν υπάρχει αν δεν περιέχει διαρκώς και συγχρόνως το πέρας και το άπειρο, το ορισμένο και το αόριστο, το καθορισμένο και το απροσδιόριστο.

Αλλά και στον Τίμαιο, λίγο πολύ, αυτά μας λέει. Όταν παρουσιάζει την κοσμολογία του  είναι σαν να απαντά στο ερώτημα : τι μπορούμε να πούμε για το είναι και τον κόσμο;

Να πως αντιλαμβάνεται ο Πλάτων την δημιουργία του κόσμου. Πρώτα πρώτα υπάρχει ένα υλικό που πάνω του δουλεύει ο Δημιουργός . Η δουλειά του είναι ανάλογη ενός  τεχνίτη,  Κατασκευάζει τον κόσμο, του δίνει μορφή χρησιμοποιώντας υλικά που προϋπάρχουν. Ως πρότυπο, ως σχέδιο, χρησιμοποιεί αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «αιωνίως ζων», και προσπαθεί ώστε ο κόσμος να είναι  πιστό του αντίγραφο. Αφού τελειώσει χαίρεται που βλέπει αυτόν κόσμο και τον συγκρίνει με ζώο.

           Ο κόσμος, όμως, έχει γίνει από ένα υπόστρωμα που δεν υποτάσσεται πλήρως στην επιβολή της τάξης του Δημιουργού. Έτσι η επιβολή της τάξης στον κόσμο συμβαίνει «κατά το δυνατόν». Υπάρχει κάτι πιο ανθεκτικό και από τη ισχύ του Δημιουργού και αυτό δεν είναι άλλο από την αταξία του υποστρώματος. Ο κόσμος μας, λοιπόν, είναι εν μέρει δημιούργημα της θεότητας,  μόνον κατά ένα μέρος  και μάλιστα εκείνο που αφορά την μορφή και την τάξη του κόσμου και είναι αυτό που υπόκειται στην αιτία και στην λογική. Όµως υπάρχει πάντα και κάτι που είναι ανυπότακτο και ανορθολογικό, το πρωταρχικό υπόστρωμα. Και η ύπαρξη αυτού του υλικού που δεν υπόκειται σε τάξη, που βρίσκεται έξω από την λογική,  είναι η αιτία που ο θεός του Πλάτωνα δεν είναι ούτε παντοδύναμος ούτε πάνσοφος.

           Ο Πλάτωνας έχει άμεση εμπειρία γι αυτό το ανυπότακτο, το ανορθολογικό. Και, μάλιστα, από εκείνον τον τομέα που δεν θα έπρεπε. Από τον κατ εξοχήν ορθολογικό κόσμο που δεν είναι άλλος  παρά τα ίδια τα μαθηματικά. Το σκάνδαλο αυτό δεν είναι άλλο παρά η  ύπαρξη των  άρρητων αριθμών.

Πυθαγόρας

            Μερικές δεκαετίες πριν, τα νερά της φιλοσοφίας ανατάραξε ένα σκάνδαλο που, μάλιστα, στοίχισε τη ζωή ενός  φιλοσόφου. Είναι η υπόθεση του Ίππασου του Μεταπόντιου. Μετά απ αυτό ποτέ δεν μπόρεσε η Πυθαγόρεια σκέψη να επιστρέψει στη βεβαιότητα και στη  σιγουριά που ένοιωθε. Οι μέρες της νιότης της πέρασαν ανεπιστρεπτί.

            Όλοι ξέρετε τη μεγάλη σημασία που έδινε η σχολή του Πυθαγόρα στους αριθμούς. Θεωρούσαν αρχή των πάντων τους αριθμούς και ότι όλο το σύμπαν είναι φτιαγμένο με αριθμητικές αναλογίες, από τη μουσική, τα φύλλα μέχρι και τους πλανήτες. 

Όμως,…..αν σχεδιάσουμε ένα ισοσκελές ορθογώνιο τρίγωνο με κάθετες πλευρές 1μ και 1μ τότε η υποτείνουσα θα είναι ασύμμετρη με τις κάθετες πλευρές. Ασύμμετρη σημαίνει ότι δεν μπορεί να παρασταθεί με ένα κλάσμα γιατί το μήκος της υποτείνουσας αυτού του ισοσκελούς ορθογωνίου τριγώνου θα είναι το .

Δεν υπάρχει κανένα κλάσμα δηλ. κανένας λόγος αριθμών, όπως το έλεγαν οι αρχαίοι, που μπορεί να μας δώσει το .Όσο και να προσπαθήσουμε δεν πρόκειται ποτέ μα ποτέ με μέτρο την μία πλευρά να μετρήσουμε ακριβώς την άλλη. Ή κάτι θα λείπει ή κάτι θα περισσεύει. Αυτό συνεπάγεται ότι υπάρχει πραγματικότητα που δεν έχει αριθμητική δομή αφού δεν υπάρχει καμία αναλογία αριθμών που μπορούν να αποδώσουν το . Για τους Πυθαγόρειους κάτι τέτοιο είναι εξωφρενικό, βέβηλο, έρχεται σε αντίθεση με την αρμονία του κόσμου και βεβαίως με την θέληση του θεού. Είναι αντίφαση, γιατί όλη τους η κοσμοθεωρία στηρίζεται ακριβώς στο ότι ο κόσμος είναι φτιαγμένος από σχέσεις αριθμών, από αναλογίες. Η ανακάλυψη αυτής της αντίφασης έφερε τα πάνω κάτω στους Πυθαγόρειους, και όπως ήταν φυσικό έπρεπε να δράσουν. Και τι πιο ανθρώπινο, να αποφασίσουν να μην κοινοποιήσουν αυτή τους τη γνώση στους μη μυημένους. Εδώ και χιλιετίες, δυστυχώς έτσι δρα η ανθρωπότητα. Κουκουλώνουμε όπως όπως τις αλήθειες  που δεν μας βολεύουν. Οι αριθμοί αυτοί πήραν το όνομα άρρητοι (μη ρητοί, μη λεγόμενοι) γιατί, ακριβώς, δεν πρέπει να δημοσιοποιούνται στο ευρύ κοινό.

          Και τώρα μπαίνει στη σκηνή ο Ίππασος. Κάνει γνωστό στους αμύητους  αυτό το εύρημα. Μετά απ αυτό, εκδιώκεται από τη σχολή των Πυθαγορείων και στη συνέχεια πνίγεται. Δυο εκδοχές μας έρχονται από την αρχαιότητα: η μία, ότι τιμωρήθηκε από τους θεούς για την αδιακρισία του (φήμες από τους Πυθαγόρειους) η άλλη ότι  δολοφονήθηκε (φήμες των αντιπάλων σχολών).

          Για μας η ύπαρξη άρρητων αριθμών δεν φαίνεται επιζήμια για την μαθηματική εικόνα της πραγματικότητας γιατί απλά αποδεχόμαστε την ύπαρξή τους. Για τους πυθαγόρειους, όμως, όλο το οικοδόμημα της μεταφυσικής τους κατέρρεε. Σήμαινε πως η πραγματικότητα δεν υπόκειται στους νόμους της λογικής μιας και ενέχει έστω και μια αντίφαση.

Το ίδιο πρόβλημα αντιμετώπισε και ο Πλάτωνας.

          Ο Πλάτων ζει την εποχή που έχουν γίνει αρκετές μαθηματικές ανακαλύψεις και μια πολύ σημαντική είναι και η ολοκλήρωση των κανονικών πολυέδρων. Εάν υπάρχει άπειρος αριθμός κανονικών πολυγώνων στο επίπεδο, πχ τετράγωνα, πεντάγωνα, εξάγωνα, δεκαεξάγωνα κλπ . Υπάρχουν μόνο 5 κανονικά πολύεδρα στο χώρο.

          Ο Πλάτων προσπαθεί να συσχετίσει τη φυσική με τα μαθηματικά με το να αντιστοιχίσει τα 5 κανονικά πολύεδρα με αυτά που θεωρεί ως πρωταρχικά στοιχεία του  κόσμου.

Και ποια είναι αυτά τα κανονικά πολύεδρα;

με 4 έδρες, το τετράεδρο που αντιστοιχεί στη φωτιά,
με 6, ο κύβος που αντιστοιχεί στη γη,
με 8, το οκτάεδρο που αντιστοιχεί στον αέρα,
με  20, το εικοσάεδρο που αντιστοιχεί  στο νερό ,
και τέλος με 12 , στο δωδεκάεδρο που αντιστοιχεί σ ολόκληρο το Σύμπαν.

          Μετά δοκιμάζει να κατασκευάσει τα κανονικά πολύεδρα με το στοιχειωδέστερο επίπεδο σχήμα, το τρίγωνο. Και τότε οδηγείται σε αδιέξοδο, σε αντίφαση. Οι αναλογίες των πλευρών των πολυέδρων με εκείνες του τριγώνου δεν είναι ρητοί αριθμοί. Ανταρσία θα λέγαμε, της ανυπότακτης ύλης στην ορθολογική θεότητα.  Και να φαντασθεί κανείς ότι δεν πρόκειται και για υλικό υπόστρωμα αλλά για ένα ορθολογικό, καθαρά νοητό, μαθηματικό υπόστρωμα. Ο δημιουργός δεν είναι ικανός νε εκλογικεύσει απ άκρον εις άκρον τον κόσμο που κατασκευάζει.

Αριστοτέλης 

            Και για τον Αριστοτέλη η ύλη έχει μέσα της το άπειρον, το απροσδιόριστο. Υπάρχει ένα όριο  που πέρα απ αυτό δεν υπάρχει καμία μορφή ούτε καθορισμός. Ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια μας διδάσκει ότι οι πρώτοι και οι έσχατοι όροι δεν επιδέχονται απόδειξη. Αποδείξεις μόνο στα ενδιάμεσα. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό.

            Η αντίληψη αυτή είναι αντίθετη με την σύγχρονη οντο-θεολογία που απορρέει από την ιδιότητα του θεού ως απόλυτα ορθολογικού δημιουργού των πάντων. Κάθε ανυπακοή της δημιουργημένης ύλης είναι αδιανόητη. Έτσι μονάχα μπορεί να ερμηνευτεί η ιδέας της μαθηματικοποίησης της Φύσης που επικράτησε στα νεότερα χρόνια. Τα μαθηματικά είναι η γλώσσα της φύσης διατείνεται ο Γαλιλαίος. Χρέος των σοφών δεν είναι άλλο παρά η κατασκευή  ενός  καλά οργανωμένου ιεραρχικά φιλοσοφικού συστήματος που θα ερμηνεύει τον κόσμο. Στο ίδιο μήκος κύματος συντονίζονταν και οι επιστήμονες. Στην νεωτερική εποχή επικράτησε για πολλές αιώνες η αυταπάτη της δυνατότητας κατασκευής μιας θεωρίας των πάντων  όπου μέσα από μαθηματικές σχέσεις θα κατανοείται το σύμπαν. Δώστε μου τις αρχικές συνθήκες και θα υπολογίσω την εξέλιξή του, ισχυριζόταν ο Pascal.

             Η έννοια του συστήματος είναι άγνωστη στους Έλληνες . Κανείς αρχαίος φιλόσοφος, μέχρι τους Στωικούς του 3ου αι , δεν συνέγραψε φιλοσοφικό σύστημα. Το να πιστεύουμε ότι μπορούμε να εκφράσουμε τον κόσμο όλο με έναν ορθολογικό τρόπο αποτελεί αυταπάτη μιας πίστης στην ύπαρξη ορθολογικής πραγματικότητας. Το ανέφικτο της προσπάθειας αποδείχθηκε μέσα από τα ίδια τα μαθηματικά, με τις εργασίες του Gödel, την δεκαετία του 20 , αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

           Ηράκλειτος – Παρμενίδης

              Η απάντηση στο πρόβλημα της μη ορθολογικότητας του κόσμου, και αναφερόμαστε στην αρχαία εποχή, ήλθε από δυο διαφορετικές γραμμές σκέψης. Η μια ήταν του Ηράκλειτου και η άλλη του Παρμενίδη.Ο Ηράκλειτος αποκήρυξε το αξίωμα ότι : η πραγματικότητα είναι συνεπής λογικά δηλ. ότι δεν έχει μέσα της αντιφάσεις. Ο Παρμενίδης, αρνήθηκε την πολυμορφία  του κόσμου . Κατ αυτόν υπάρχει ένα Ον αμετάβλητο αΐδιο. Ό,τι βλέπουμε γύρω μας είναι πλάνη (Τα πάντα είναι ένα).


ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ – ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

          Όποια απάντηση και αν πάρουμε η ίδια η θέση του ερωτήματος είναι μια πράξη σύλληψης, γένεσης, δημιουργίας. Βρισκόμαστε μπροστά στο γεγονός της γέννησης της Φιλοσοφίας.  Κανείς πολιτισμός πριν τους Έλληνες δεν διαχειρίστηκε κατ αυτόν τον τρόπο το ερώτημα της φύσης του Κόσμου. Τίποτε ανάλογο δεν θα συναντήσουμε στους γείτονές μας Αιγυπτίους , Βαβυλωνίους, Πέρσες κλπ. Η φιλοσοφία θαρρείς και γεννήθηκε εκ του μηδενός,όπως ακριβώς και ο κόσμος του Αναξίμανδρου.

          Συγχρόνως, όμως, με την φιλοσοφία γεννιέται και η δημοκρατία. Γεννιούνται μαζί. Μια δίδυμη γέννηση. Για να γεννηθεί, όμως, η δημοκρατία προϋποθέτει  τη γένεση της πόλης.

Η γένεση της πόλης συμβαίνει στα σκοτεινά χρόνια, κατά τον μεσαίωνα της αρχαίας εποχής.  Μετά την πτώση της μινωικής-μυκηναϊκής κοινωνίας σιγά σιγά ξεπετάγονται πολίσματα στον κύριο κορμό της Ελλάδας, που αργότερα θα εξελιχθούν σε πόλεις. Η πόλις δεν είναι μόνον το άστυ αλλά ολόκληρη η γύρω αγροτική περιοχή. Στην διάρκεια αυτών των χρόνων έχουμε πραγματικά ανάδυση μιας τελείως νέας κοινωνίας, απολύτως διαφορετικής από την προηγούμενη , την ανακτορική. Υπάρχει μια νέα σύλληψη του κόσμου και την βλέπουμε σε πολλά γεγονότα που συμβαίνουν μαζί.           

         1ον    Δημιουργία πόλεων.

         2ον   Πρώτος και κυρίως δεύτερος αποικισμός.

         3ον   Αλλαγή της πολεμικής τέχνης.

         4ον   Αλλαγή θρησκευτικών πεποιθήσεων και τέλος

         5ον  Εγκατάλειψη της παραδοσιακής γραφής.   

Β’ Αποικισμός

         Ο αποικισμός,και ειδικότερα ο δεύτερος αποικισμός, είναι τελείως διαφορετικός από τους αποικισμούς που έγιναν από τους άλλους λαούς της Μεσογείου δηλ.  των Αιγυπτίων και των Φοινίκων. Οι άποικοι όπου εγκαθίστανται δημιουργούν αυτόνομες, αυτοδίκαιες και αυτοτελείς πόλεις. Δεν μεταφέρουν το πολίτευμα και τους νόμους της μητρόπολης αλλά ως ισότιμοι πολίτες θεσμίζουν την πολιτεία τους. Αυτό δεν συνέβη ούτε την αρχαία εποχή με τους άλλους λαούς αλλά ούτε και στα νεότερα χρόνια με τις αποικίες των Ευρωπαϊκών κρατών. Μόνον κατόπιν επανάστασης, δηλ. βίας οι αποικίες αποκτούσαν την αυτονομία τους.

Φάλαγγα

Η πολεμική τέχνη αλλάζει ριζικά. Η μέχρι τότε μάχη στήθος με στήθος μεταξύ ηρώων, που περιγράφει τόσο παραστατικά ο Όμηρος, εγκαταλείπεται προς χάριν της φάλαγγας. Ένα νέο πολεμικό όπλο μπαίνει στη μάχη και πραγματικά αλλάζει  τις ως τότε πολεμικές τακτικές. Το όπλο αυτό δεν είναι κάποιο μέταλλο ή κάποια άλλη εφεύρεση αλλά η διάταξη των πολεμιστών. Η φάλαγγα αποτελείται από πολίτες που διατάσσονται ο ένας δίπλα στον άλλον ώστε ο ένας να προστατεύει με την ασπίδα του το αριστερό πλευρό του άλλου. Αυτό σημαίνει πολίτες μεταξύ τους ίσοι, με τον ίδιο οπλισμό και την ίδια εκπαίδευση. Μ αυτή την διάταξη μπόρεσαν οι Έλληνες αλλά και οι Ρωμαίοι να νικήσουν στρατούς πολυαριθμότερους απ αυτούς.

         Και μία άλλη καινοτομία, σημαντικότατη, εισάγεται στον ελληνικό κόσμο. Η μέχρι τότε γραφή ήταν η μυκηναϊκή,  γνωστή στους περισσοτέρους ως γραμμική Β. Ήταν μια γραφή συλλαβική, αρκετά δύσκολη να την μάθει κανείς και φυσικά προνόμιο της ιερατικής τάξης της ανακτορικής κοινωνίας. Είναι αμφίβολο αν κανείς άλλος εκτός από τους ιερείς ήξερε να την χρησιμοποιεί. Και τότε, μιλάμε για το διάστημα μεταξύ 1000 και 800 πχ, εισάγεται στον ελληνικό κόσμο το φοινικικό αλφάβητο. Μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα οι ελληνικές πόλεις δεν διστάζουν να εγκαταλείψουν την παραδοσιακή τους γραφή και ενστερνισθούν  μια ξένη. Όμως ακριβώς, επειδή η κοινωνία τους είναι σε δημιουργική άνθιση, παίρνουν το ξένο κα το τροποποιούν, το μετουσιώνουν σε κάτι τελείως διαφορετικό. Στο πρώτο στην ιστορία του κόσμου αλφάβητο.Η νέα γραφή, σαφέστατα πιο ευκολομάθητη, μιας και κάθε σύμβολο είχε αντιστοίχιση σε έναν φθόγγο, έγινε κτήμα μεγάλου μέρους των πολιτών, ξέφυγε από το περίκλειστο περιβάλλον μιας συγκεκριμένης ομάδας του πληθυσμού και δημιούργησε αυτό το θαύμα που όλοι αναγνωρίζουν ως  Ελληνική Γραμματεία.

Το Ελληνικό Αλφάβητο
Το Φοινικικό Αλφάβητο

           Η δημοκρατία γεννιέται συγχρόνως με τη γέννηση μιας γενικευμένης αμφισβήτησης της παράδοσης. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τον λόγο. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ο λόγος (με την έννοια του ορθού λόγου, της φιλοσοφικού λόγου) γέννημα της δημοκρατίας  αλλά ούτε και η δημοκρατία γέννημα του λόγου. Η αμφισβήτηση της κρατούσας κατάστασης, εξάλλου, είναι το έσχατο νόημα του φιλοσοφικού λόγου. Η ίδια η θέσμιση νόμων αλλά και η συζήτηση περί της ορθότητας των νόμων αποτελεί έργω φιλοσοφία, δρώσα φιλοσοφία. Έτσι τίθενται τα ζητήματα και του τι πρέπει να πράξουμε αλλά και ποια είναι τα κριτήρια των πράξεών μας. Μέσα στο πνεύμα της δημοκρατίας είναι και η υπέρβαση της δικής της θέσμισης. Ο πολίτης μαθαίνει εξ απαλών ονύχων ότι δεν πρέπει να πιστεύει σε τίποτα που δεν έθεσε ο ίδιος υπό εξέταση. Αυτό, όμως, είναι θεσμισμένο από το είδος της κοινωνίας ,δεν είναι αυθόρμητο, δεν πηγάζει από την ανθρώπινη ψυχή. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Οι άνθρωποι επαναπαύονται στο να πιστεύουν και να τηρούν τα ειωθότα.

Η ΕΡΕΥΝΑ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ 

          Η ρήξη με την παράδοση γίνεται σ όλα τα πεδία. Στο φιλοσοφικό ξεκινά με την αναζήτηση των πρώτων αρχών.

Θαλής

Η έρευνα της αρχής του κόσμου άρχισε από τον Θαλή και συνεχίστηκε με τον Αναξίμανδρο, τον Αναξιμένη κλπ.. όλοι τους  ψάχνουν ένα ελάχιστο γενεσιουργό στοιχείο που μπορεί να δομήσει όλο το σύμπαν. Και αυτό είναι το πνεύμα όλης της ελληνοδυτικής επιστήμης μέχρι και σήμερα.

         Ο Θαλής έζησε στη Μίλητο από το 624 ως το 564 π.χ. Έκανε μεγάλα ταξίδια που τον έφεραν μεταξύ των άλλων και στην Αίγυπτο, όπου μέτρησε το ύψος των πυραμίδων από τις σκιές τους. Προείπε την έκλειψη του ηλίου και πίστευε ότι η αρχή των όντων ήταν το νερό. Ίδρυσε τη σχολή της Μιλήτου και θεωρείται ο πατέρας της ελληνικής και της παγκόσμιας φιλοσοφίας.

         Από τους 3 Μιλήσιους (Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης), η σκέψη του Αναξίμανδρου είναι η πλέον ρηξικέλευθη. Δεχόμενος σαν αρχή των πάντων το άπειρο, το απροσδιόριστο ακόμη και μη νοητό προβαίνει σε ολοκληρωτική ρήξη με την παράδοση.

          Ο Αναξίμανδρος  λέει ότι η αρχή αυτή δεν είναι ούτε το νερό ούτε κανένα από τα υπόλοιπα πράγματα που αποκαλούνται στοιχεία, αλλά ότι είναι άλλης φύσεως , το  άπειρον, από το οποίο εκπηγάζουν όλοι οι ουρανοί όπως και ο κόσμος που ο καθένας τους περικλείει.  Η πηγή της ύπαρξης των όντων είναι την ίδια στιγμή και η λεκάνη απορροής μέσα στην οποία καταστρέφονται Σύμφωνα με την πιο βαθειά και πρωταρχική σύλληψη του κόσμου δεν υπάρχει καμία δίκη(καμία κρίση) για τον άνθρωπο, καμία επιβράβευση, καμία σχέση μεταξύ των πράξεων του, των αρετών του και του πεπρωμένου του. Ο άνθρωπος υπόκειται στους ίδιους καθορισμούς  που υπόκεινται και όλα τα άλλα όντα. Και ανώτερος και τελευταίος καθορισμός, ανώτερος νόμος είναι ο θάνατος.

Ξενοφάνης

            Ο Αναξιμένης. (585-528 π.χ.) διαδέχτηκε τον Αναξίμανδρο στη σχολή της Μιλήτου. Πίστευε ότι η αρχή των όντων ήταν ο αέρας, που, με την κίνηση του, αλλού γίνεται νερό και αλλού γίνεται αιθέρας και φωτιά. Κατάλαβε πρώτος ότι το φως του φεγγαριού προέρχεται από τον ήλιο και εξήγησε φυσικά τις εκλείψεις του ήλιου και της σελήνης.

            Η αρχή του κόσμου, που πρεσβεύουν οι Μιλήσιοι,  είναι κάτι διαφορετικό από τους όρους μιας σειράς αιτίου αιτιατού. Ούτε καν το θεμέλιο αυτής της σειράς, αλλά η γενεσιουργός αρχή. Πρόκειται για κάτι που θα πρέπει να βρίσκεται έξω από τους όρους της σειράς να μην έχει τις ίδιες ιδιότητες με αυτούς και επομένως να είναι κάτι μη αναπαραστήσιμο κάτι απροσδιόριστο. Αυτή η έρευνα αποτελεί ρήξη με την παράδοση με τη μυθική σκέψη, και εγκαινιάζεται έτσι η φιλοσοφική σκέψη.

           ;Ποια είναι η διαφορά της μυθικής από την φιλοσοφική σκέψη ;

            Η μυθική, η παραδοσιακή σκέψη αναζητά ένα πρωταρχικό γεγονός, και που επανειλημμένα το αναπαριστά στις τελετές, γιατί το θέλει να είναι πάντα παρόν για να θεμελιώνεται έτσι η ύπαρξη. Η φιλοσοφική σκέψη αναζητά κάτι τελείως διαφορετικό που δεν ανήκει στη σειρά των γεγονότων.

           Να σας δώσω ένα παράδειγμα: η τελετή προς τιμήν  του ανίκητου ήλιου, που γινόταν κατά την διάρκεια του χειμερινού ηλιοστασίου,  είχε σκοπό να γιορτάσει την επανεμφάνιση του ήλιου και να βεβαιώσει τους ανθρώπους  ότι ο κόσμος δεν καταστράφηκε αλλά  συνεχίζει να υπάρχει. Στον Ήλιο απέδιδαν τιμές ως θεό δημιουργό και συντηρητή του κόσμου. Στα αυτοκρατορικά χρόνια γιορταζόταν με μεγάλη επισημότητα στις 25 Δεκεμβρίου.

          Στη φιλοσοφική σκέψη δεν υπάρχουν τέτοιου είδους τελετές θεμελίωσης.

          Υπάρχει και κάτι άλλο σ αυτή τη ρήξη. Αυτό που μας λένε οι Μιλήσιοι κυριολεκτικά δεν μας χρησιμεύει σε τίποτα. Η σκέψη τους είναι τελείως αμερόληπτη. Δεν βοηθάει σε τίποτε την κοινότητα, ούτε την κάνει πιο ηθική ούτε πιο ειρηνική. Υπάρχει μια αρχή, ξένη ουσιαστικά προς εμάς, αυτό είναι όλο. Είναι ίσως η πρώτη ρήξη του μύθου του ανθρώπου δηλ ότι ο κόσμος έγινε για μας .Η  ρήξη με την παράδοση γίνεται ακόμη πιο εμφανής με τον Ξενοφάνη. Απορρίπτει τον πολυθεϊσμό του Ομήρου λέγοντας «το ένα είναι θεός». Κατηγορεί τους ποιητές, τον Όμηρο και τον Ησίοδο γιατί αποδίδουν στους θεούς ανθρώπινα πάθη και αθέμιστες πράξεις, έκνομες δηλαδή. Πάει πιο μακριά και καταδικάζει όλες τις ανθρωπομορφικές θρησκείες . Λέει μάλιστα πως αν τα ζώα είχαν χέρια και σκάλιζαν αγάλματα θα τους έδιναν την μορφή τους. Αλλά το πιο σημαντικό είναι το εξής απόσπασμα «κανείς άνθρωπος δεν γνωρίζει και δεν θα μπορέσει να γνωρίσει τίποτε το σίγουρο  για τους θεούς, ούτε εξάλλου για οτιδήποτε άλλο». Κανένας δεν θα έχει τη γνώση και τη βεβαιότητα της γνώσης με απόλυτο τρόπο ακόμη και όταν αποφαίνεται ότι 2+2=4 και καταλήγει : 

«δόκος δ ‘ επί πάσι τέτυκται». 

Μια δόξα, μια γνώμη, κτίζεται πάνω σ όλα τα πράγματα. Δηλαδή για όλα τα πράγματα έχουμε μια γνώμη που προέρχεται από την κοινωνία χωρίς εμείς οι ίδιοι να το έχουμε ερευνήσει. Όπως βλέπετε από τα μέσα του 6ου αι έχουν ειπωθεί τα πάντα.

          Η κριτική που υποβάλλει την παραδοσιακή θρησκεία έχει και άμεσες πολιτικές συνέπειες. Αμφισβήτηση των ανθρωπόμορφων θεών σημαίνει αμφισβήτηση της νομιμοποίησης των αριστοκρατικών οικογενειών, γιατί ακριβώς αυτές οι οικογένειες διεκδικούσαν την καταγωγή τους από τους θεούς.

         Με τους Μιλήσιους η φιλοσοφία φεύγει από τις εποπτεύσιμες κοσμογονίες, γίνεται πολύ πιο αφηρημένη. Προσπαθεί να ερευνήσει την αρχή, το στοιχείο. Κάτι που είναι πέρα από το φαίνεσθαι, που με σημερινή γλώσσα θα λέγαμε πέρα από τα φαινόμενα και να συλλάβει το είναι που είναι μη αναπαριστώμενο. Πρώτο βήμα, δειλό και μετέωρο με το ύδωρ του Θαλή, που δεν είναι βέβαια το κοινό νερό, αλλά ένα ύδωρ πρωταρχικό και αμέσως μετά με το άπειρο του Αναξίμανδρου.

         Δυστυχώς δεν έχει διασωθεί κανένα κείμενο των συγγραφέων αυτών. Μας είναι μόνο γνωστά αποσπάσματα και παραπομπές άλλων σχολιαστών. Για τον Αναξίμανδρο ειδικά το απόσπασμα αυτό προέρχεται από το σχόλιο του Σιμπλίκιου (σχολιαστής του 6ου μΧ αι) πάνω στο έργο του Αριστοτέλη, Φυσική Ακρόασις.

        Είκοσι τρεις λέξεις απόμειναν από τα γραπτά του. Λιγότερες από τις ώρες της μέρας. Σίγουρα  ο χρόνος δεν στάθηκε με δικαιοσύνη πάνω από το έργο αυτού του εξαιρετικού ανθρώπου και θα ‘πρεπε  περισσότερες ρήσεις του να περάσουν τον ποταμό της λήθης και να σωθούν. Να τι μας μεταφέρει ο Σιμπλίκιος:

        Αναξίμανδρος … αρχήν … είρηκε των όντων το άπειρον… εξ ων δε η

        γένεσίς εστι τοις ούσι, και την φθοράν εις ταύτα γίνεσθαι

        κατά το χρεών. Διδόναι γαρ αυτά δίκην και τίσιν αλλήλοις

       της αδικίας κατά την του χρόνου τάξιν.

       Ο Αναξίμανδρος θεωρεί ότι ο χρόνος είναι ατελείωτος και ότι τα πάντα υπόκεινται σε κυκλική κίνηση γένεσης και φθοράς προ πάντων των αιώνων. Το άπειρον, είναι  αθάνατο και ακατάλυτο(δηλ δεν φθείρεται). Είναι το αληθές όν, το ανόλεθρον, το αΐδιο, το διαρκές, το αιώνιο.

         Μας λέει επίσης ότι τα όντα «διδόναι αλλήλοις» δηλ δίνουν το ένα στο άλλο δίκην και τίσιν. Η δίκη μεταφράζεται δικαιοσύνη και η τίσις μεταξύ άλλων σημασιών είναι και η εκδίκηση, η τιμωρία.

          Γιατί, όμως τα όντα αποδίδουν μεταξύ τους δικαιοσύνη και τιμωρία; Η λέξη αδικία πολλές φορές στα αρχαία κείμενα σχετίζεται με την ύβριν, έχει στενή σχέση. Η αδικία παραπέμπει στην ύβριν και η ύβρις στην αδικία. Αλλά ποια είναι η αδικία ή η ύβρις των όντων;  και για ποιο λόγο οφείλουμε εκείνο το «κατά το χρεών»; Και τι σημαίνει να πληρώσουμε «κατά την χρόνου τάξιν»; Δεν είναι τίποτε άλλο παρά η γένεση, και με αυτό που πρέπει να πληρώσουμε είναι η φθορά και ο θάνατος. Η ίδια η ύπαρξη αποτελεί κατά μια έννοια αδικία και ύβρις, δηλ. παράβαση. Και προσέξτε. Όχι επειδή τα όντα θέλουν να παραμείνουν στη ζωή πέραν του καθορισμένου χρόνου τους αλλά αυτή η ίδια τους η ύπαρξη είναι ύβρις.

         Γι αυτό πρέπει να καταστραφούν, να επιστρέψουν σ αυτό που τους γέννησε δηλ στο άπειρο. Την ύβριν μπορούμε να την θεωρήσουμε ως έμφυτη  τάση του ανθρώπου. Είναι ένα κοινό, φυσικό χαρακτηριστικό όχι μόνον των ανθρώπων αλλά όλων των όντων.

ΠΟΛΥΚΡΑΤΗΣ

           Για να κατανοήσουμε καλύτερα πως οι αρχαίοι αντιλαμβάνονταν  τον κόσμο στην κλασσική εποχή θα σας διηγηθώ την ιστορία του Πολυκράτη.

          Ο Πολυκράτης ήταν τύραννος της Σάμου, και ανέρχεται στην εξουσία το 540 πχ και πεθαίνει το 522. Εξαίρετος τύραννος, προστάτης των γραμμάτων και των τεχνών. Ο Ηρόδοτος, που μας μεταφέρει αυτήν την ιστορία, τον θεωρεί τον πιο μεγαλοπρεπή από όλους τους τυράννους της εποχής. Μη ξεχνάτε ότι ο τύραννος για την ιστορική εποχή που μιλάμε δεν είναι ο δικτάτορας, ο καταλύτης της δημοκρατίας αλλά ακριβώς το αντίθετο, ο ηγέτης του δήμου που κατέλυσε το καθεστώς των αριστοκρατών κα άνοιξε το δρόμο για τη δημοκρατία.

 Όλα του πάνε καλά. Η Σάμος αναδεικνύεται μεγάλη ναυτική δύναμη, η αυλή του είναι από τις λαμπρότερες της Ελλάδας, και ακόμη και αυτός ο Φαραώ της Αιγύπτου, ο Άμασις, τον ανακηρύσσει σύμμαχο και φίλο.

           Όχι γιατί τον φθονεί ούτε γιατί τον φοβάται αλλά από φιλική αγάπη, του εκμυστηρεύεται ότι ίσως η μεγάλη του επιτυχία φαίνεται σαν «υπέρ μοίραν» και ίσως προκαλέσει τον φθόνο των θεών. Γι αυτό τον προτρέπει να χάσει κάτι πολύτιμο, που όντος, θα τον κάνει να λυπηθεί πολύ. Ο Πολυκράτης θορυβημένος αποφασίζει να πετάξει στη θάλασσα το πολυαγαπημένο του δαχτυλίδι διοργανώνοντας μάλιστα μια ολόκληρη τελετή. Μετά, όμως, από λίγο καιρό, ένας ψαράς φέρνει στο παλάτι, ως δώρο στον Πολυκράτη, ένα τεράστιο ψάρι αντάξιο του ηγεμόνα του. Και τότε βρίσκουν μέσα του το σμαραγδένιο δαχτυλίδι.

         Μαθαίνοντας το γεγονός ο Άμασις, διακόπτει κάθε σχέση μαζί του λέγοντας του ότι: αφού οι θεοί δεν δέχτηκαν την προσφορά σου, ο χαμός σου είναι κάτι που επίκειται και μάλιστα σύντομα και δεν θ άθελα να λυπηθώ από την πτώση ενός φίλου όταν αυτή θα συντελεστεί. Και όντος η συμφορά δεν άργησε να συμβεί, το «κατά το χρεών» του  Αναξίμανδρου. Ο Πέρσης σατράπης των Σάρδεων, Οροίτης, με κλασσικό ύπουλο ανατολίτικο τρόπο τον συλλαμβάνει, τον  γδέρνει ζωντανό και τον σταυρώνει.

         Και το ερώτημα είναι : ;γιατί τιμωρείται ο Πολυκράτης; ;ποια είναι η ύβρις σ όσα έκανε; Γιατί δεν μας παραδίνεται κάτι το μεμπτό κατά τη διάρκεια της τυραννίας του, εκτός του ότι ήταν τυχερός και επιτυχημένος.

         Η ύβρις του υπήρξε απλά στο ότι η ύπαρξή του ολοκληρώθηκε πλήρως, ήταν απόλυτα επιτυχής χωρίς αλλαγές από το καλό το κακό. Αυτά είναι αντίθετα με το χρεών, με το οφειλόμενο, και πρέπει να πληρώσει γι αυτήν την αδικία-ύβριν. Μην ξεχνάτε ότι Ύβρις είναι η παραβίαση, η υπερβαση της τάξης.

        Κανείς δεν γνωρίζει εκ των προτέρων πότε και που θα γίνει υβριστής, όλοι όμως ξέρουν εκτός από τους τρελούς και τους ηλίθιους, ότι αν γίνουν θα πληρώσουν το «κατά χρεών». Αν όμως πάμε πιο βαθειά, θα δούμε ότι ο Έλληνας πίστευε ότι ο υπέρτατος νόμος της γένεσης και της φθοράς είναι τυφλός, δεν υπακούει σε καμιά λογική και δεν εξορθολογίζεται. Και μέσω της γένεσης  και της φθοράς μπορεί να αναδυθεί ο κόσμος, η τάξη. Ένας κόσμος, όμως, μια τάξη παροδική και ανακυκλούμενη. – Ο κόσμος ανακυκλώνεται όπως και ο χρόνος. Θα θυμούνται, ίσως οι παλιοί μαθητές όταν μίλησα για τον χρόνο κατά τον Μ. Βασίλειο. Είχαμε πει τότε ότι εισάγεται, παρμένο από τους Νεοπλατωνιστές, το ευθύγραμμο σχήμα του χρόνου. Μια φορά έγινε ο κόσμος και ο χρόνος και κάποια στιγμή θα καταστραφεί.

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ

           Ο Ηράκλειτος ζει μεταξύ 6ου και 5ου αι. και είναι σύγχρονος του Πίνδαρου, του Κλεισθένη και όλων εκείνων που δημιούργησαν την Αθηναϊκή Δημοκρατία. Έπεται του Ξενοφάνη και προηγείται του Παρμενίδη. Σώζονται περίπου 140 αποσπάσματα του και είναι ο πρώτος φιλόσοφος της δυτικής φιλοσοφίας που μπορούμε να ερμηνεύσουμε τα κείμενα χωρίς να κάνουμε ερμηνευτικές υποθέσεις. Έρχεται στο τέλος της αρχαϊκής περιόδου και στην αρχή της κλασσικής. Τα αποσπάσματα που έχουμε, οι φιλόλογοι τα εκτιμούν ότι είναι περίπου το 1/10 του έργου του. Είναι σαν να έχουμε 20 σελίδες ενός βιβλίου 200 σελίδων που δεν είναι βέβαια συνεχόμενες και επιπλέον έρχονται σε μας μέσα από το βλέμμα άλλων διανοητών που κατά το πλείστον τα χρησιμοποιούν για να αποδείξουν την ορθότητα των δικών τους λόγων.

Σε πρώτη φάση ο  Ηράκλειτος κάνει κριτική στην παράδοση. Η κριτική του περιλαμβάνει τόσο τη λαϊκή παράδοση όσο και τη λόγια. Λέει χαρακτηριστικά : αντί να τιμούνται τα πτώματα πρέπει να πετιούνται έξω (απ. 96). Αντιτίθεται έτσι στην ιερότητα του πτώματος και στα καθήκοντα της ταφής σύμφωνα με τα έθιμα. Το θεωρεί ότι δεν είναι πλέον άνθρωπος αλλά κάτι δύσοσμο. Γελοιοποιεί  τους ανθρώπους που στέκουν μπροστά στα αγάλματα των θεών και προσεύχονται αγνοώντας τι είναι πραγματικά οι θεοί. Βεβαιώνει ότι αυτοί ούτε ακούν ούτε βλέπουν. Και ακόμη, σ  ένα απόσπασμα που μας μεταφέρει ο Μάρκος Αυρήλιος,  προτρέπει ότι δεν πρέπει να σκέφτεται και να πράττει κανείς σαν παιδί των γονιών του.

           Μια δεύτερη μεγάλη στιγμή της φιλοσοφίας ήταν  η παραδοχή ότι το είναι, η ύπαρξη, ο κόσμος περιέχει στοιχεία αντιφατικά. Η ίδια η δομή της ύπαρξης αποτελεί αντιφατικότητα. Και μάλιστα δεν θα υπήρχε εάν δεν περιλάμβανε αντίθετα στοιχεία. Ό,τι υπάρχει βρίσκεται σε σύγκρουση. Η πάλη, η διχόνοια, ο πόλεμος είναι γενεσιουργός αρχή. Τέλος, ό,τι υπάρχει βρίσκεται σε σύγκρουση και με τα άλλα πράγματα και με τον ίδιο του τον εαυτό. Στο απ. 53 μαθαίνουμε ότι πατέρας των πάντων είναι ο πόλεμος και ο πόλεμος είναι εκείνος που ανέδειξε τους μεν ως θεούς  και τους άλλους ως ανθρώπους. Η ίδια διάκριση υπάρχει μεταξύ δούλων και ελευθέρων σε αντίθεση μετά λεγόμενα του Αριστοτέλη.

           Και τρίτο με τις ρήσεις του, τα πάντα ρει και ο ήλιος είναι κάθε μέρα καινούριος(απ 91) θέλει να μας επιστήσει την προσοχή στην άρνηση της μόνιμης απόδοσης μιας ταυτότητας.

Και καταλήγει με μια φράση που είναι η συμπύκνωση όλης του της φιλοσοφίας.

 «αυτός ο κόσμος , ίδιος για όλους, που δεν δημιουργήθηκε ούτε από θεό ούτε από άνθρωπο, αλλά υπήρχε ανέκαθεν και θα υπάρχει ως αιωνίως ζώσα φωτιά που ανάβει σύμφωνα με το μέτρο και σβήνει σύμφωνα με μέτρο».

ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

           Και αφού είδαμε τις βασικές φιλοσοφικές θέσεις των πρώτων φιλοσόφων, που συμπίπτουν χρονικά με την γένεση της δημοκρατίας, ας ρίξουμε μια ματιά στις αντιλήψεις των Ελλήνων για τον Θάνατο. Το εκπληκτικό είναι ότι οι αντιλήψεις τους αυτές διατηρήθηκαν μέχρι και σήμερα.

          Τι μας λέει ο Όμηρος στην Ιλιάδα;

          Τίποτε δεν αξίζει  όσο η ζωή, τίποτε δεν είναι αντάξιο της ψυχής.

 Σε μετάφραση (Καζαντζάκη-Κακριδή )  (Ιλ. Ι 400)

            τι όσο η ζωή μου αξίζει, ολάκερα τα πλούτη δεν αξίζουν

           Όλοι οι νεκροί, είναι στον Άδη, σαν μια σκιά χωρίς πνεύμα, ούτε αισθήσεις. Μόνον ο Τειρεσίας, χάριν της Περσεφόνης, κρατά στον Άδη τα λογικά του, τις πνευματικές του ικανότητες. Οι ψυχές όλων των άλλων είναι σκιές που πετούν (Οδ. λ  Νέκυια-σε μετάφραση Εφταλιώτη), δεν γνωρίζουν τίποτε, δεν θυμούνται τίποτε, και για να είναι σε θέση να αρθρώσουν «αληθινό λόγο» πρέπει να πιούν αίμα

475       Πώς κότησες να κατεβής στον Άδη που φωλιάζουν

κούφιοι νεκροί φαντάσματα θνητών αποσταμένων ;»

και (Οδ. λ  35-43)

            πήρα τ’ αρνιά και τα ‘σφαξα στο λάκκο· και το αίμα

έτρεχε ολόμαυρο. Άρχισαν των πεθαμένων τότες

και μαζευόνταν οι ψυχές απ’ το Έρεβος το μαύρο,

νύφες αντάμα κι άγουροι, τυραννισμένοι γέροι,

παρθένες κόρες τρυφερές, νεοθλιμμένες όλες,

40         κι άντρες πολλοί από χάλκινα κοντάρια λαβωμένοι,

νεκροί που είχανε τ’ άρματα με το αίμα τους βαμμένα

κι εδώθε εκείθε αρίθμητοι γύρω στο λάκκο ερχόνταν,

με αχό πολύ, και μ’ έπιανε χλωμός εμένα φόβος.

Και παρακάτω

της πεθαμένης

μανούλας μου, να, την ψυχή εδώ βλέπω καθισμένη

σιμά στο αίμα αμίλητη, και δε γυρνάει, του γιου της

να δη την όψη αγνάντια της, και να του προσμιλήση.

Πώς άραγες θα μ’ ένιωθε πως είμαι το παιδί της;»

145       Είπα, κι ο μάντης γύρισε κι απολογήθη αμέσως·

«Εύκολο πράμα θα σου πω, και κράτα το στο νου σου·

όποιον απ’ τους νεκρούς να ρθή σιμά στο αίμα αφήσης,

αυτός αλήθειες θα σου πή· μα όποιονε εσύ διώχνεις,

αυτός τραβιέται μακριά και ξαναφεύγει πίσω.»

Αλλά και ο Αχιλλέας,  ο οποίος και αυτός  είναι στον Άδη, βρίσκεται στην ίδια αλγεινή κατάσταση αν και προσφωνείται από τον Οδυσσέα βασιλέας των νεκρών.

Οδυσσέας  «Ώ πρώτε μες στους Αχαιούς, γιέ του Πηλέα, Αχιλλέα,

          τον Τειρεσία ήρθα να βρω, τη γνώμη του ν’ ακούσω,

         Μα σαν κι εσέ μακαριστός, ώ Αχιλλέα, δε βγήκε

         στα περασμένα άλλος κανείς, μήτε θα βγει κατόπι·

485              γιατί σα θεό και ζωντανό οι Αργίτες σε τιμούσαν,

         και τώρα μέγας και τρανός στους πεθαμένους είσαι·

        Κι αυτός μου απολογήθηκε· «Περίλαμπρε Οδυσσέα,

        το θάνατο μη μου ζητάς με λόγια να γλυκάνης.

        Κάλλιο στη γης να βρίσκομουν, κι ας δούλευα σε ανθρώπου

490             μικρού, με δίχως βιός πολύ, παρά στον Άδη να είμαι,

       και βασιλέας να λέγουμαι των πεθαμένων όλων.

           Να η άποψη των αρχαίων για τον θάνατο. Υπάρχει συνέχεια, όμως, αυτή είναι ακόμη πιο άθλια και από τον πιο κακόμοιρο επίγειο βίο.

           Η άποψη αυτή, επιβίωσε για χιλιάδες χρόνια μέχρι και σήμερα, παρ ότι από τον Πλάτωνα και δώθε, 4ο αι πχ, και ειδικά μετά τις κτήσεις του Αλεξάνδρου εισέβαλαν στον ελληνικό κόσμο ανατολίτικες αντιλήψεις περί κρίσης και μέλλουσας ζωής. Η φενάκη αυτή δεν έγινε αποδεκτή από τον λαό μας. Πάνω από δυο χιλιάδες χρόνια επιβολής ανατολίτικων κοσμοαντιλήψεων περί θανάτου δεν ήταν ικανά να μεταβάλλουν την αρχαιοελληνική σύλληψη. Σ όλα τα δημοτικά τραγούδια και τα πιο πρόσφατα αλλά και τα παλαιότερα ο θάνατος περιγράφεται με τα πιο μελανά χρώματα. Δεν θα συναντήσουμε πουθενά απόψεις για κρίση των καλών και των κακών, για τιμωρία και ευδαιμονία. Γι όλους, ο θάνατος είναι τρομερός. Να τι γράφει για τον θάνατο στο δημοτικό τραγούδι ο Ερατοσθένης Καψωμένος, Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας και μέλος του Τομέα Νέας Ελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων:

          «Ό Κάτω κόσμος περιγράφεται κατά κανόνα με αρνητικές εκφράσεις, όχι με βάση το τι είναι αλλά το τι δεν είναι»-

και παραθέτει μερικούς στίχους από δημοτικά τραγούδια

               Ο κάτω κόσμος είν΄ κακός γιατί δεν ξημερώνει
               γιατί δεν κράζει ο πετεινός, δεν καλαδεί τ’ αηδόνι
               Εκεί νερό δεν έχουσι και ρούχα δε φορούσι,
               μόνο καπνό μαειρεύουσι και σκοτεινά δειπνούσι
                                                           (Πε. 225.25Α- Γνευτός 118)
               Ευτού βιολιά δεν παίζουνε, παιγνίδια δε βαρούνε
               ευτού συνδυό δεν κάθονται, συντρεις δεν κουβεντιάζουν,
               είναι οι νιοί ξαρμάτωτοι κι οι νιές ξεστολισμένες
               και των μανάδων τα παιδιά σα μήλα ραβδισμένα.
                                                           (Πε. 219.7- Δ.Ι.Ε.Ε. 2.142)

           «Οι αρνητικοί αυτοί ορισμοί δείχνουν σαφέστατα ότι στο δημοτικό τραγού­δι δεν υπάρχει θεωρία θανάτου και μέλλουσας ζωής, δεν υπάρχει μια μεταφυσική πού να δικαιώνει το θά­νατο και να παραμυθεί ουσιαστικά τους ανθρώπους. Όπως έχει παρα­τηρηθεί, ή εικόνα του Κάτω κόσμου απηχεί την αρχαία παγανιστική μυ­θολογία για τον Άδη. πού δεν μπό­ρεσε να εξαλειφθεί από τη λαϊκή συνείδηση υστέρα από τόσους αιώ­νες χριστιανικής ζωής

Εδώ συναντάμε πάλι την ελληνική σύλληψη, την  ελληνική δημιουργία εκ του μηδενός γιατί κανείς από τους λαμπρούς πολιτισμούς της γειτονιάς μας δεν έχει παρόμοιες αντιλήψεις. Προφανώς, και δεν προέρχονται από τους Αιγυπτίους που έχουν ολόκληρο κύκλο μετεμψυχώσεων, ούτε και από τους Βαβυλωνίους.

           Είναι αλήθεια ότι οι Έλληνες ανακάλυψαν το γεγονός ότι υπάρχει ένας τελειωτικός θάνατος, οριστικός, τέλος θανάτοιο κατά τον Όμηρο. Δεν μπορούμε ούτε να τον μετουσιώσουμε ούτε να τον ωραιοποιήσουμε. Και μην νομίζετε ότι κάτι τέτοιο ήταν προφανές. Κάθε άλλο μάλιστα.

           Οι ήρωες είτε είναι αγαπητοί από τους θεούς είτε όχι δεν πεθαίνουν ούτε ευτυχείς ούτε πλήρεις ημερών. Παράδειγμα ο Ηρακλής. Και ενώ βλέπουμε σε άλλες μυθολογίες οι αγαπητοί από το Θεό να έχουν ευτυχισμένα γηρατειά και η ευλογία του θεού να επεκτείνεται και στους απογόνους, για τους Έλληνες δεν υπάρχει τέτοια εγγύηση.

          Αν και ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ζώο που γνωρίζει ότι θα πεθάνει, οι αρχαίοι έκαναν ένα βήμα παραπάνω. Όχι μόνο γνωρίζουν την θνητότητά τους, και ίσως είναι οι μοναδικοί που αποκαλούν τον άνθρωπο βροτό, δηλ θνητό, αλλά υπάρχει και η επιλογή του τρόπου θανάτου αλλά και του ιδίου του θανάτου τους. Η αυτοκτονία δεν είναι σε κάθε περίπτωση κατακριτέα.        Έχουμε, λοιπόν, τον Αχιλλέα, ένα φανταστικό πρότυπο, που επιλέγει να πεθάνει, και ένα  πραγματικό, τον Σωκράτη. Ο Αχιλλέας μας έχει ήδη πει ότι τίποτε δεν αξίζει όσο η ζωή και παρ όλα αυτά διαλέγει τον θάνατο ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να επιστρέψει στην πατρίδα του. Και εδώ έγκειται η τραγική σύλληψη των Ελλήνων. Η σύλληψη της μέγιστης , της έσχατης αντίφασης.

Τίποτε δεν αξίζει όσο η ζωή. Αλλά μια ζωή δίχως δόξα και φήμη –κλέος και κύδος μας λέει ο Όμηρος- δεν αξίζει να την ζεις. Ο Αχιλλέας θα μας έλεγε ατίμητον ή άκλεον βίον. Ο άνθρωπος βρίσκεται σε διχασμό: από τη μια θέλει να αποφύγει τον θάνατο, μιας και τίποτε δεν αξίζει όσο η ζωή και από την άλλη θέλει να αποφύγει μια ζωή που δεν αξίζει να την ζεις. Τον διχασμό αυτόν τον συναντάμε συνεχώς στα έπη.  Ο ήρωας στις περισσότερες των περιπτώσεων καθώς φεύγει για τη μάχη αναρωτιέται αν είναι προτιμότερο να το βάλει στα πόδια. Ο Αίαντας, ο Οδυσσέας, ο Πάτροκλος ακόμη και ο Έκτορας. Οι ήρωες αυτοί στέκουν εκεί συνεχώς κάθιδροι από τον φόβο τους μπροστά στον εχθρό που προελαύνει και διερωτούνται : μένω ή φεύγω; Και συνήθως ο ήρωας μένει, πολεμά και ενίοτε πεθαίνει. Σ αυτόν ανήκει η απόφαση ζωής ή θανάτου.

Ιλ. Ι 405      Αλλ’ η ψυχή μας λάφυρο δεν γίνεται,

                   ούτε κτήμα, αφού περάση μια φορά  το φράγμα των οδόντων.

                  Και ως λέγ’ η Θέτις η θεά μητέρα μου, δυο μοίρες

                  εμέ φέρουν διάφορες στο τέλος του θανάτου.

                  Αν μείνω εδώ να πολεμώ την πόλιν του Πριάμου

                  η επιστροφή μου εχάθηκεν, αλλ’ άφθαρτη θα μείνει

                  η δόξα μου. Στην ποθητήν πατρίδα μου αν γυρίσω,

                  μου εχάθη η δόξα, αλλ’ έπειτα πολλές θα ζήσω ημέρες,

                  και δεν θα μ’ έβρη γρήγορα το τέλος του θανάτου.

           Και θα έρθω στο σήμερα και θα σας διαβάσω κάτι σχετικό με τον θάνατο και τους αρχαίους από τον Ανδρέα Εμπειρίκο:

            Εις την οδόν των φιλελλήνων
            να γίνει πανανθρώπινη η δόξα των Ελλήνων
            που πρώτοι, θαρρώ αυτοί στον κόσμο εδώ κάτω
            έκαναν οίστρο της ζωής τη γνώση του θανάτου.

            Και νομίζω ότι καλύτερα και από τους κοινωνιολόγους συσχετίζει τον  θάνατο με το πνεύμα  της αρχαίας κοινωνίας. Η στάση των Ελλήνων  δηλ. ότι η ζωή είναι εδώ, χωρίς καμιά ελπίδα κάπου αλλού, και ότι εμείς οι ίδιοι είμαστε που την κάνουμε άξια να την ζήσουμε  δημιουργεί τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος. Όμως προσοχή! Αν και ο άνθρωπος αποτελεί πηγή και κανόνα όλων όσων θα συμβούν, δεν διαθέτει συγχρόνως τον έλεγχο των επιπτώσεων των πράξεών του.

ΘΡΗΣΚΕΙΑ


           Όταν καταρρέει η δημοκρατία τον 4ο αι , κάνει την επανεμφάνισή της , μέσω του Πλάτωνα, μια θετική αθανασία της ψυχής, μια ανταμοιβή μετά θάνατον. Έως τότε η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν συνδεόταν με την τιμωρία ή την ανταμοιβή εκ μέρους των θεών. Οι θεοί του Ολύμπου δεν έπλασαν τον κόσμο και συνεπώς δεν αισθανόταν υπεύθυνοι γι αυτόν.

            Να τι μας λέει ο Dodds: οι ομηρικοί πρίγκιπες δρασκέλιζαν υπερήφανοι τον κόσμο. Αν φοβούνταν τους θεούς, τους φοβόταν με τον ίδιο τρόπο που φοβούνταν τους ανθρώπους ηγεμόνες τους.

           Κανένας ομηρικός ήρωας, κανένας Έλληνας δεν θεωρεί εαυτόν ανάξιο σε σχέση με τους θεούς. Είναι μόνο πιο αδύναμος. Η οπτική αυτή έχει απελευθερωτικά αποτελέσματα για τη δράση και τη συνείδηση των ανθρώπων.

          Στα έπη υπάρχει διάκριση μεταξύ ηρώων και των υπολοίπων ανθρώπων, του όχλου, της μάζας. Όμως η ανωτερότητα αυτή δεν βασίζεται σε κάποια θεϊκή εγγύηση, στηρίζεται μόνο στην ικανότητα πειθούς και στην καθαρή ισχύ. Όμως μέσα σ έναν κόσμο που δεν υπάρχει αλήθεια που απορρέει από τον θεό, είτε μέσω αποκάλυψης ή με κάποιο άλλο τρόπο, αλλά είναι αποτέλεσμα μόνο της ανθρώπινης προσπάθειας, οδήγησε στην αμφισβήτηση της νομιμοποίησης της κοινωνικής εξουσίας. Λέει ο Διομήδης στον Αγαμέμνονα: «ναι, μπορεί να είσαι βασιλιάς, να κρατάς το σκήπτρο, αλλά στην πραγματικότητα δεν αξίζεις τίποτα». Δεν αναγνωρίζει καμία ιερότητα στον θεσμό της βασιλείας.

           Η βασιλεία υπόκειται σε κριτική μέχρι που φθάνουμε στην κατάρρευσή της και στην άνοδο της πλειοψηφίας του δήμου. Όμως για να κυβερνήσει, της είναι άκρως απαραίτητο να χρησιμοποιεί τον ορθό λόγο για να πείθει και να πείθεται. Οδηγούμαστε, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι η ελληνική θρησκεία της εποχής του Ομήρου μπορεί να μην είναι η αιτία της κατάρρευσης της βασιλείας αλλά συνέβαλε ουσιαστικά στην ανάδυση της ελεύθερης έρευνας και της δημοκρατίας.

           Συνοψίζοντας για την ελληνική θρησκεία. Δεν είναι εξ αποκαλύψεως θρησκεία, δεν δίνει προνομιακή θέση στην ανθρωπογονία, δεν περιέχει καμία υπόσχεση αθανασίας, οι θεοί της δεν έχουν εθνικό χαρακτήρα αλλά είναι οικουμενικοί.

Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ


           Τι μπορεί, όμως, να ελπίζει το ανθρώπινο όν μέσα σ έναν κόσμο που δεν έγινε γι αυτόν;

Από τον Όμηρο ως τον Αλέξανδρο, η δόξα και η φήμη αποτελούν κεφαλαιώδεις αξίες. Οι αξίες αυτές δίνουν αναμφίβολα έναν ανταγωνιστικό χαρακτήρα στον ελληνικό πολιτισμό που διατυπώνεται με το «αιέν αριστεύειν» και το «υπέροχον έμμεναι άλλων» δηλ. να υπερέχεις πάντοτε των άλλων. Η ελληνική κοινωνία οδεύει ανάμεσα στο δίπολο του ανταγωνισμού και της αλληλεγγύης των πολιτών. Και επειδή δεν υπάρχει υπερβατική πηγή της αλήθειας, αφού οι θεοί δεν αποκαλύπτουν την αλήθεια, τίθεται υπό αμφισβήτηση και η ίδια τους η ύπαρξη. Ανατίθεται λοιπόν, στους ανθρώπους το καθήκον της διερεύνησης της. Ανοίγει ένα πεδίο άμιλλας που είναι κυρίως άμιλλα στο επίπεδο του λόγου. ;Ποιος θα μιλήσει καλύτερα, ποιος θα μας πείσει; Το πιο ισχυρό επιχείρημα είναι ο «κρείτων λόγος».  Κρείτων, συγκριτικός βαθμός του αγαθός με τη σημασία της ανδρείας, της δύναμης. Κρείτων λόγος είναι ο λόγος που επιβάλλεται. Και δεν αρκεί μόνον να τον σκεφθεί αλλά και να τον εκφράσει δημοσίως με παρρησία. Παρρησία είναι  η ελεύθερη έκφραση, το να λες ότι σκέφτεσαι, να μην κρύβεις τη γνώμη σου.

           Στην ελληνική σκέψη εμφανίζονται 3 αντιθέσεις :

  είναι –φαίνεσθαι, γνώμη-αλήθεια, φύση-νόμος.

           Δεν είναι πραγματικές αντιθέσεις, μαύρο άσπρο, καλό κακό, όπου το ένα αποκλείει το άλλο, αλλά πολικότητες. Οι έννοιες αυτές είναι συγχρόνως αντίθετες αλλά αναπόσπαστες. Το είναι δεν μπορεί να υπάρχει αν δεν φαίνεται όπως και η αλήθεια δεν μπορεί να εκφρασθεί παρά σαν γνώμη, σαν δόξα.Το είναι, το ον κατά τους αρχαίους, υπακούει σε νόμο που είναι έξω απ αυτό, δεν είναι χαρακτηριστικό του αλλά είναι μια αναγκαιότητα στην οποία υπακούει. Έτσι έχουμε ένα δίπολο από μια το ον και από την άλλη ο νόμος που διέπει το ον. Αυτή είναι η ερμηνεία του «χρεών» του Αναξίμανδρου.

          Σ αυτά τα πρώτα χρόνια της ανάπτυξης της φιλοσοφίας αναπτύχθηκε ο διαχωρισμός μεταξύ είναι και φαίνεσθαι δηλ. αυτό που εμείς βλέπουμε και αυτό που πράγματι υπάρχει. Γι αυτό οι Ίωνες φιλόσοφοι αναζήτησαν μια αρχή, ένα πρωταρχικό στοιχείο που απ αυτό ξεπήδησαν όλα τα άλλα. Στο διαχωρισμό μεταξύ είναι και φαίνεσθαι, προστέθηκε και ένας άλλος, αλήθεια /δόξα.  Και μάλιστα μια πεποίθηση ότι η δόξα είναι καθαρά ανθρώπινης κατασκευής: δόκος επί πάσι τέτυκται (μια γνώμη, μια πίστη ότι έτσι έχουν τα πράγματα κατασκευάζεται για όλα τα πράγματα).

          Έρχεται ο Ηράκλειτος να μας πει κάτι πολύ μεγάλο. Αφού μας μιλήσει για την ενότητα του είναι και του φαίνεσθαι, εν τω παν, αλλά και για την ενότητα των αντιθέτων, μας εφιστά  την προσοχή στο γεγονός ότι η δυστυχία του ανθρώπου οφείλεται στον διαχωρισμό των πραγμάτων, στον κατακερματισμό του είναι  που κάνει χωρίς ο ίδιος να το αντιλαμβάνεται. Πρώτον εξ αιτίας της οίησής του, της πίστης του στη δική του σκέψη, που τον απομακρύνει από τον κοινόν λόγο, από τον ορθολογισμό που διατρέχει και στηρίζει όλη την κοινωνία, και έπειτα εξ αιτίας της γλώσσας διότι για να μιλήσει ο άνθρωπος πρέπει να προβεί σε διακρίσεις μεταξύ των πραγμάτων τα οποία βεβαίως δεν είναι διακριτά.

           Ο άνθρωπος από μικρός μαθαίνει να ξεχωρίζει τα πράγματα και να τα ονοματίζει. Όμως, ο Ηράκλειτος πιστεύει ότι το φρονείν, μια ιδιότητα που έχουν όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως, μπορεί να υπερβεί την οίηση του και να φθάσει στην αλήθεια όπου το κάθε πράγμα είναι το όλον και το όλον είναι το εν.

           Όταν μιλάμε για γέννηση της φιλοσοφίας πρέπει να έχουμε υπ όψιν μας ότι είναι μια διπλή γέννηση. Της φιλοσοφίας στα λόγια (λόγω) και της φιλοσοφίας στην πράξη (έργω), που σήμερα θα την λέγαμε πολιτική φιλοσοφία. Σκοπός της φιλοσοφίας στην πράξη είναι να αμφισβητήσει την θεσπισμένη τάξη της κοινωνίας. ;Ποιος θέτει το νόμο της πόλης;           ;με ποια κριτήρια;   ;ποιος είναι η πηγή του νόμου;

           Και ενώ οι αντιθέσεις είναι /φαίνεσθαι , αλήθεια/γνώμη είναι παρούσες και σε άλλους πολιτισμούς, μόνο στην Ελλάδα, η αντίθεση φύσις /νόμος θα αποκτήσει οξύτητα και βάθος. Και η αντίθεση αυτή δεν έχει μόνο φιλοσοφική πλευρά αλλά εμφανίζεται και στην πράξη, έχει με λίγα λόγια πολιτικές προεκτάσεις. Για πρώτη φορά η αντίθεση αυτή διατυπώνεται από τον Αρχέλαο, ίσως τον πρώτο Αθηναίο φιλόσοφο που έζησε τον 5ο αι, με τη φράση «το δίκαιον και το αισχρόν δεν υπάρχουν φύσει αλλά νόμω». Σ αυτόν εξ άλλου ανήκει και η ρήση

«οι άνθρωποι διακρίθηκαν από τα άλλα όντα από το γεγονός ότι θέσμισαν και συνέστησαν ηγέτες, νόμους και πόλεις»

           Στα μέσα του 5ου αι τίθεται το θέμα της γλώσσας εάν είναι φύσει ή θέσει  δηλ. αν προήλθε από θέσμιση, από σύμβαση. Έχει ενδιαφέρον να δούμε τις γνώμες των φιλοσόφων της εποχής. Ο Πυθαγόρας , όπως και μερικοί άλλοι, υποστήριζαν ότι τα ονόματα έχουν μια φυσική αντιστοιχία προς τα ονομαζόμενα όντα και φυσικά εννοούσαν την ελληνική γλώσσα. (Πρόκλος- σχολιασμός στον Κρατύλο του Πλάτωνα). Βέβαια, συγχρόνως, ο Πυθαγόρας ήξερε ότι τις λέξεις τις δημιουργούν οι άνθρωποι. Έτσι πάλι πέφτουμε σε αντίφαση.  Την άποψη ότι υπάρχει αντιστοιχία ελληνικής γλώσσας και αντικειμένων, δυστυχώς και ανοήτως, ακόμη και σήμερα την ακούμε από μερικά στόματα ορίζοντάς την, μάλιστα, ως νοηματική γλώσσα, ενώ υποτίθεται ότι οι άλλες δεν είναι.

           Πώς, όμως, ξεπερνά αυτή την αντίφαση ο Πυθαγόρας; Με το να υποστηρίξει ότι ο σοφός άνθρωπος, ο οποίος γνωρίζει την αληθινή φύση των πραγμάτων, μπορεί να δώσει και την αληθινή ονομασία. Ευκαιρία δοθείσης να αναφέρουμε ότι ο Πλάτωνας στον Κρατύλο εξετάζει τον συμβατικό χαρακτήρα της γλώσσας χωρίς ωστόσο να καταλήγει σε συμπέρασμα.

Η απάντηση έρχεται από τον Δημόκριτο (Πρόκλος) με 4 ισχυρά επιχειρήματα, τόσο ισχυρά που μερικοί γλωσσολόγοι υποστηρίζουν ότι πραγματεύεται το θέμα πολύ καλύτερα και από αυτόν τον Saussure στο θεμελιώδες έργο του «Μαθήματα γενικής Γλωσσολογίας» (Cours de linguistique generale).

           Ποια είναι αυτά;

           Η Ομωνυμία δηλ  διαφορετικά πράγματα έχουν το ίδιο όνομα

           Η Συνωνυμία δηλ ένα πράγμα έχει διαφορετικά ονόματα (ήδη γίνεται φανερό με τα 2 αυτά επιχειρήματα ότι δεν υπάρχει αμφιμονοσήμαντος αντιστοιχία μεταξύ ονομάτων και πραγμάτων)

           Μετάθεση ονομάτων δηλ αλλαγή του ονόματος χωρίς να αλλάζει το πράγμα και

το«ἐκ δὲ τῆς τῶν ὁμοίων ἐλλείψεως»  δηλ σε μερικά ουσιαστικά αντιστοιχούν κάποια ρήματα ενώ σε κάποια άλλα λείπουν πχ στο  φρονώ αντιστοιχεί η φρόνησις, όμως η δικαιοσύνη δεν έχει αντίστοιχο ρήμα. ;Με ποια λογική ή με ποια φυσική νομοτέλεια υπάρχει στο ένα και όχι στο άλλο; Εκτός και εάν δεχτούμε ότι οφείλεται στην ανθρώπινη απόφαση.

           Και καταλήγει ο Δημόκριτος με μια ρήση που για μένα είναι το συμπύκνωμα όλης της φιλοσοφικής σκέψης από τον Αναξίμανδρο μέχρι και τον Επίκουρο δηλ τα φιλοσοφικά θεμέλια της Ελληνικής σκέψης. «Στην πραγματικότητα υπάρχουν μόνο άτομα και κενό και δεν γνωρίζουμε τίποτα, διότι η αλήθεια βρίσκεται πάντα στα τρίσβαθα της θάλασσας, σε απύθμενο βάθος

          Η κοινωνία δεν μπορεί να γίνει νοητή παρά μόνον ως δημιούργημα του εαυτού της. Έτσι έχουμε από την μια, δημιουργία άπαξ δια παντός, όπως θεσμοί, προτάγματα, κοινωνικές σημασίες, και από την άλλη συνεχής δημιουργία, όπως ιστορία, κοινωνικά καθεστώτα και επιμέρους ιστορικά γεγονότα.

          Τι πιο ουσιαστικό για όλα αυτά που λέμε από το στάσιμο της Αντιγόνης

Πολλά τα δεινά μα απ’ τον άνθρωπο κανένα δεινότερο

Ένας τον άλλο δίδαξε λαλιά, τη σκέψη, σαν το πνεύμα των ανέμων

Την όρεξη να ζει σε πολιτείες, πώς να γλιτώσει το χαλάζι μες στ’ αγιάζι

Την άγρια δαρτή βροχή μέσα στον κάμπο

Ο πολυμήχανος..αμήχανος δε θ’ αντικρίσει τα μελλούμενα

Το χάρο να ξεφύγει μόνο δεν μπορεί

Μ’ όλο που βρήκε ψάχνοντας και γιατρειές σ’ αγιάτρευτες αρρώστιες.

Τέχνες μαστορικές σοφίστηκε που δεν τις βάζει νους

Κι όμως μια στο καλό, μια στο κακό κυλάει

Όποιος κρατεί τον ανθρώπινο νόμο

Και του θεού το δίκιο, που όρκος το δένει φριχτός, πολίτης

Αλήτης και φυγάς, όποιος κλωσάει τα’ άδικο, μακάρι και μ’ αποκοτιά 

Ποτέ σε τράπεζα κοινή με κείνον που τέτοια τολμάει.

πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει.

καὶ φθέγμα καὶ ἀνεμόεν φρόνημα καὶ ἀστυνόμους                          355

ὀργὰς ἐδιδάξατο καὶ δυσαύλων

πάγων ὑπαίθρεια καὶ δύσομβρα φεύγειν βέλη

παντοπόρος· ἄπορος ἐπ᾽ οὐδὲν ἔρχεται

τὸ μέλλον· Ἅιδα μόνον φεῦξιν οὐκ ἐπάξεται·                                    360

νόσων δ᾽ ἀμηχάνων φυγὰς ξυμπέφρασται.

σοφόν τι τὸ μηχανόεν τέχνας ὑπὲρ ἐλπίδ᾽ ἔχων                               365

τοτὲ μὲν κακόν, ἄλλοτ᾽ ἐπ᾽ ἐσθλὸν ἕρπει,

νόμους γεραίρων χθονὸς θεῶν τ᾽ ἔνορκον δίκαν,

ὑψίπολις· ἄπολις ὅτῳ τὸ μὴ καλὸν                                                     370   
ξύνεστι τόλμας χάριν. μήτ᾽ ἐμοὶ παρέστιος

                                                                      μτφ. Κ. Γεωργουσόπουλος

           Από πού πηγάζει αυτή η δεινότητα του ανθρώπου;

           Στον ιδιαίτερο ανθρώπινο ψυχισμό δηλ. στη ριζική φαντασία του, στην αποσύνδεση της ψυχικής ηδονής με τι ηδονές που παίρνουμε από τα φυσικά μας όργανα και τέλος από την  συνειδητή μας απομάκρυνση από την λειτουργικότητα της ηδονής από την ίδια την ηδονή, δηλ κάνουμε ενέργειες που μας ευχαριστούν χωρίς να χουν άμεση βιολογική αξία.

           Βέβαια η θέσμιση της κοινωνίας εμφανίζεται σαν αναγκαιότητα για την επιβίωση του είδους. Το θέμα όμως είναι,  γιατί αυτοί οι θεσμοί και όχι άλλοι. Γιατί αυτή η θρησκεία και όχι άλλη. Οι απόπειρες να εξηγηθεί το κοινωνικό από το ψυχικό αλλά και το αντίστροφο απέτυχαν.

Δεν αρκεί να δώσουμε θεσμούς και νόμους σε μια κοινωνία. Αδήριτη ανάγκη είναι η κοινωνία να δώσει ένα νόημα στη ψυχή, να δώσει πρόταγμα.  Έτσι μόνον οι άνθρωποι κοινωνικοποιούνται και αισθάνονται ότι ανήκουν κάπου. Στο βαθμό που το νόημα αυτό παρουσιάζεται και επιβάλλεται ως αδιαμφισβήτητο και αδιαπραγμάτευτο η κοινωνία θεσμίζεται ως ετερόνομη. Θέτει έναν εξωκοινωνικό, έναν απόμακρο εγγυητή του νοήματος και τον θεωρεί μάλιστα ως πηγή των θεσμών της. Αυτό συνέβαινε  έως τώρα σε μεγάλο πλήθος κοινωνιών, κοινωνίες ετερόνομες, θρησκευτικές κοινωνίες.

            Η εμφάνιση κοινωνιών που αυτοθεσμίζονται δηλ αμφισβητούν και εξετάζουν την δομή τους, τους θεσμούς τους και την ίδια την φιλοσοφία των νόμων τους είναι κάτι εξαιρετικά σπάνιο. Κηλίδες στον καμβά της ανθρώπινης ιστορίας. Μια τέτοια κηλίδα συνέβη στην αρχαία Ελλάδα μεταξύ 7ου και 4ου αι και πολύ αργότερα στις ανεξάρτητες πόλεις της Ευρώπης μετά τον Μεσαίωνα.

             Στην Αρχαία Ελλάδα ειδικά, που μας ενδιαφέρει εξάλλου, δημιουργείται η φιλοσοφία και η δημοκρατία. Αξεχώριστες. Και στις δυο τίθεται υπό αμφισβήτηση η κυριαρχία το κληρονομημένου θεσμού (θεοί, βασιλείς, παραστάσεις της φυλής, θεσμοί, νόμοι, γραφή κλπ)

Ανοίγει έτσι μια δημόσια συζήτηση  μεταξύ ενός νέου τύπου ανθρώπου που θέτει σαν μέτρο να κρίνει τα πάντα στην σκέψη του. Η θέσμιση του νόμου είναι προϊόν διαβούλευσης και απόφασης του δήμου. Και γνωρίζουν άπαντες ότι οι αποφάσεις τους είναι γνώμες (δόξα) και όχι η απόλυτη αλήθεια. Γι αυτό στα ψηφίσματά τους αναγράφεται συνήθως πρώτο πρώτο το «έδοξε τω δήμω» . Εγκαινιάζεται έτσι μια κίνηση αναζήτησης της αλήθειας που δεν έχει ούτε τέλος αλά ούτε και φραγμό και αναγνωρίζεται ρητά ότι δεν είναι δυνατόν για την ορθότητα των νόμων να ανατρέξουν σε εξωτερική αρχή. Ποτέ δεν προσήλθαν Αθηναίοι στα μαντεία για να ρωτήσουν αν ο τάδε η δείνα νόμος είναι ορθός ή όχι. Αυτό ήταν καθαρά ζήτημα της κοινωνίας και όχι του θεού.

           Οι αιτίες που επικαλούνταν αλλά και επικαλούνται για να εξηγήσουν αυτό το θαύμα αλλά και την παραξενιά της Ιστορίας δεν εξηγούν τίποτα. Οι Θεωρίες του επιπέδου των παραγωγικών δυνάμεων του 5ου και του 4ου αι δεν έχουν κανένα νόημα. Οι εξηγήσεις αυτές έρχονται σε αντίθεση με πληθώρα άλλα ιστορικά γεγονότα. Η Ελλάδα δεν έχει το μονοπώλιο της δουλείας αλλά έχει σαφέστατα το μονοπώλιο της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας.

Η φάλαγγα των οπλιτών, μια άλλη θεωρία που προσπάθησε να εξηγήσει τη γένεση της δημοκρατίας, είναι παρούσα και σε ολιγαρχικές και σε δημοκρατικές κοινωνίες. Το λεπτόγειο της Αθηναϊκής γης του Θουκυδίδη ισχύει και για πολλές άλλες περιοχές του τότε γνωστού κόσμου. Η Ρώμη δεν έχει σχεδόν καμία διαφορά στα αντικειμενικά κριτήρια από την Αθήνα. Η Ρώμη, όμως, δεν έγινε ποτέ Αθήνα.

            Πριν ακόμη δημιουργηθεί η δημοκρατική πόλη, διακρίνουμε το σπέρμα της δημιουργίας στην πρωταρχική σύλληψη του κόσμου και της ζωής στην θρησκεία και στους μύθους. Έχουμε πρώιμες παραστάσεις όσων θα γίνουν αργότερα. Στους μύθους της θεογονίας βλέπουμε το είναι να αναδύεται από το τίποτα. Κάθε εξουσία, ακόμη και η θεϊκή θεωρείται αυθαίρετη, θεμελιωμένη στη βία, και προσωρινή. Τερατώδες και μη ανθρώπινο εκλαμβάνεται οτιδήποτε αγνοεί τους νόμους αλλά και τον δημοκρατικό τρόπο λήψης αποφάσεων. Εδώ πάλι σπουδαίο ρόλο έπαιξε και η κατηγορηματική άρνηση της αυταπάτης της μετά θάνατον σωτηρίας της ψυχής (Νέκυια). Το Ομηρικά έπη  τα διδασκόταν οι νέοι, και ο Όμηρος ήταν η πρωταρχική πηγή της αμφισβήτησης. Να εδώ είναι η απάντηση γιατί ο Πλάτωνας μισούσε τόσο τους ποιητές και τους εξοβέλιζε από την υποτιθέμενη ονειρική πολιτεία του. Αλλά και το αντίστροφο εξηγείται. Δηλ το  γιατί διατηρήθηκαν τα έργα του και αντιγράφηκαν τόσες και τόσες φορές, εν αντιθέσει με τους άλλους σοφούς που μόνο σπαράγματα έχουμε και εκείνα μέσα από αναφορές άλλων. Οι κοινωνίες που διαδέχτηκαν τις ελληνικές δημοκρατικές πολιτείες, ολιγαρχικές, θρησκευτικές αυταρχικές, δεν ανέχτηκαν αυτήν την γραμμή της ελληνικής σκέψης.

           Και σαν κατάληξη αυτό που θεωρούμε αρχαία δημοκρατία είναι, κυρίως, το πολίτευμα  που συναντάμε στην Αθήνα. Το σώμα των ελευθέρων πολιτών νομοθετεί, κυβερνά και δικάζει. Απαιτείται πραγματική συμμετοχή των πολιτών, απορρίπτεται η ιδέα της αντιπροσώπευσης αλλά και της πολιτικής εξειδίκευσης. Απουσιάζει η αυταπάτη του συντάγματος. Ακόμη και αυτή η ιδέα του κράτους, όπως την αντιλαμβανόμαστε εμείς, λείπει. Ορθότερο είναι να μιλάμε για πολιτεία και μάλιστα όχι με γεωγραφικό προσδιορισμό αλλά πολιτικό δηλ. Αθηναίων Πολιτεία ( όπως και Σερραίων Πολιτεία).

           Η μη ύπαρξη, όμως, εξωκοινωνικών περιορισμών θέτει το πρόβλημα της ορθότητας των νόμων. Έτσι μπαίνει το ζήτημα του αυτοπεριορισμού.  Η φιλοσοφία απαντά με την σύλληψη της ιδέας της περιβόητης ύβρεως. Πολιτικά με τον θεσμό της γραφής παρανόμων αλλά και του εξοστρακισμού.

          Εδώ ακριβώς συναντάμε και τη λειτουργία της τραγωδίας, ένα φαινόμενο μοναδικό στην ανθρώπινη ιστορία , που σκοπό είχε να διαπαιδαγωγήσει τους πολίτες στα δημοκρατικά ιδεώδη αλλά κυρίως να λειτουργήσει ως θεσμός αυτοπεριορισμού.  Η ύβρις και η τιμωρία είναι το μοτίβο που επαναλαμβάνεται συνεχώς. Σ αυτό, λοιπόν, το περιβάλλον αναδύεται για πρώτη φορά η επιστήμη της ιστορίας. Είναι μοναδικό φαινόμενο που το ξανασυναντάμε μόνο στους νεώτερους χρόνους. Η ανθρωπότητα, μέσω της ιστορίας, παρατηρεί τον εαυτό της και προσπαθεί να τον κατανοήσει.

         Συνοψίζοντας.

         Τον 8ο  με 6ο αιω ένας νέος πολιτισμός εμφανίζεται στον χώρο του Αιγαίου. Αποτελεί μια δημιουργία εκ του μηδενός, μιας και οι ιδέες του διαφέρουν ριζικά από τις ιδέες των γειτονικών πολιτισμών.

  1. ·         Αναδύεται ο φιλοσοφικός λόγος ο οποίος ασκεί κριτική στην παράδοση και εισάγει ένα νέο τρόπο ερμηνείας του κόσμου.
  2. ·         Η αλήθεια δεν είναι δεδομένη και ανατίθεται στους ανθρώπους να την αναζητήσουν μέσα από ισάξια αλλά αντίθετα επιχειρήματα..
  3. ·         Επέρχεται η πρώτη ρήξη του μύθου του ανθρώπου.
  4. ·         Η ελληνική θρησκεία, καθώς δεν είναι ούτε δογματική ούτε δεσποτική, δεν νομιμοποιεί την ιερότητα των αρχόντων.
  5. ·         Η εισαγωγή ενός νέου τρόπου γραφής συντελεί στην εκλαΐκευση της γνώσης.
  6. ·         Ο αποικισμός συντελεί στο να δημιουργηθούν αυτόνομες, αυτοδίκαιες και αυτοτελείς πόλεις .
  7. ·         Η πολεμική τέχνη αλλάζει με την επικράτηση στο πεδίο της μάχης της φάλαγγας των ισότιμων οπλιτών.
  8. ·         Μια νέα αντίληψη γα την ζωή και τον θάνατο εμφανίζεται μακριά από την φενάκη μιας θετικής μέλλουσας ζωής.
  9. ·         Δημιουργείται η επιστήμη της ιστορίας.
  10. ·         Και το βασικότερο, η κοινωνία  για πρώτη φορά αυτοθεσμίζεται. Η κοινότητα των πολιτών είναι η μόνη υπεύθυνη για την δημιουργία των θεσμών και για την αλλαγή τους. Όλα μπορούν να συμβούν, το μόνο όριο είναι η ύβρις. 

          Αυτά τα χαρακτηριστικά, σαν όλο, είναι κάτι το μοναδικό , ένας λεκές στον καμβά της ιστορίας της ανθρωπότητας. Είναι η Ελληνική δημοκρατία.

Θαλής                624-564 π.Χ.

Αναξίμανδρος 610-545 π.Χ

Αναξιμένης      585-528 π.Χ.

Πυθαγόρας      580-500 π.Χ.

Ξενοφάνης      570 – 480 π.Χ.

Ηράκλειτος      544-484 π.Χ.

Πλάτων            427- 347 π.Χ.

Αριστοτέλης    384 – 322 π.Χ.

                                                          ΤΕΛΟΣ


[1] . Σε ένα ποίημά του, ο Επιμενίδης, είχε γράψει:

        Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται (οι Κρήτες είναι πάντα ψεύτες)

        Ο Απόστολος Παύλος, όμως,  έχοντας ακούσει αυτήν  την φράση την ερμηνεύει κ   κυριολεκτικά. Να τι διαβάζουμε στην προς Τίτον Επιστολή (1:12) Ο Τίτος ήταν τότε επίσκοπος Κρήτης ):

      12  εἶπέ τις ἐξ αὐτῶν ἴδιος αὐτῶν προφήτης· Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται, κακὰ θηρία, γαστέρες ἀργαί

      13  η μαρτυρία αύτη εστίν αληθής. δι’ ήν αιτίαν έλεγχε αυτούς αποτόμως, ίνα υγιαίνωσιν εν τή πίστει,

Όπως βλέπετε η ρήση του Επιμενίδη κατανοείται λανθασμένα από τον Απόστολο των Εθνών που την  παίρνει στην κυριολεξία της.

Πηγή : http://t-logo.blogspot.com/2012/03/2011.html

About Post Author

Αφήστε μια απάντηση