ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Στίχ. 1-10

ΑΝΤ. Πολυαγαπημένη μου αδερφή Ισμήνη,

άραγε ξέρεις αν υπάρχει καμιά συμφορά που μας κληροδότησε ο Οιδίποδας

και να μην την έστειλε ο Δίας σ’ εμάς όσο ακόμη ζούμε;

Γιατί τίποτε δεν υπάρχει ούτε λυπηρό ούτε γεμάτο συμφορές

ούτε που να φέρνει ντροπή ούτε επονείδιστο

που να μην έχω δει εγώ μέσα στα δικά σου και στα δικά μου βάσανα.

Και τώρα τι είναι πάλι αυτή η δια­ταγή

που λένε ότι διακήρυξε (έβγαλε) ο στρατηγός πριν από λίγο σ’ ολόκληρη την πόλη;

Ξέρεις τίποτα κι έχεις ακούσει;

Ή μήπως σου ξεφεύγει ότι τους αγαπημένους απειλούν

κακά που ταιριάζουν στους εχθρούς;

Στίχ. 11-20

ΙΣΜ. Σε μένα τουλάχιστον, Αντιγόνη,

καμιά είδηση δεν έφτασε για τους αγαπημένους[μου]ούτε ευχάριστη ούτε δυσάρεστη,

αφότου δυο εμείς στερηθήκαμε τα δυο μας αδέρφια,

που σκοτώθηκαν την ίδια μέρα με αμοιβαίο φόνο

κι από τότε που ο στρατός των Αργείων τράπηκε σε φυγή τη νύχτα αυτή

δεν ξέρω τίποτε περισσότερο, ούτε ότι είμαι πιο ευτυχισμένη ούτε πιο δυστυχισμένη. ΑΝΤ. Ήμουνα σίγουρη,

και γι αυτό ζήτησα να ‘ρθεις στις εξώπορτες του ανακτόρου,

για να τ’ ακούσεις μόνη.

ΙΣΜ. Τι ‘ναι λοιπόν;Γιατί δείχνεις ότι κάποια είδηση σε βασανίζει.

Στίχ. 21-38

ΑΝΤ. Γιατί, από τα δυο μας αδέρφια,

ο Κρέοντας  δεν έκρινε τον ένα άξιο ταφής,

ενώ τον άλλο ανάξιο να ταφεί;

Τον Ετεοκλή διέταξε να τον θάψουν κάτω από τη γη

ώστε να είναι τιμημένος μες στους νεκρούς στον κάτω κόσμο,

αφού του φέρθηκε,καταπώς λεν,με δίκαιη κρίση

και σύμφωνα με το (θρησκευτικό) νόμο,

αλλά το κορμί του Πολυνείκη,

που πέθανε με αξιολύπητο τρόπο,

λένε πως έχει διακηρυχτεί στους πο­λίτες

κανείς να μην το θάψει και να μην το κλάψει,

αλλά να το αφήσουν άκλαυτο κι άθα­φτο,

εύρημα ευχάριστο για τα όρνια που λαίμαργα ψάχνουν

για να βρουν την τροφή τους.

Τέτοια λένε ότι έχει κηρύξει δημόσια

ο Κρέοντας «ο καλός» για σένα και για μένα

—λέω και για μένα—,

και [λένε] ότι έρχεται εδώ

για να τα διακηρύξει δημόσια ώστε να είναι ξεκάθαρα

σ’ αυτούς που δεν τα ξέρουν,

και δε θεωρεί την υπόθεση κάτι ασήμαντο,

αλλά ότι (τον) περιμένει θάνατος με δημόσιο λιθοβολισμό

μπροστά στην πόλη όποιον κάνει κάτι απ’ αυτά.

Έτσι έχουν αυτά για σένα·

και γρήγορα θα δείξεις αν είσαι από ευγενική γενιά και γεν­ναία στο ήθος

ή τιποτένιά από ευγενική γενιά.

Στίχ. 39-68

ΙΣΜ. Αν έτσι έχουν τα πράγματα,τι όφελος θα μπορούσα να φέρω εγώ,δύστυχη, ό,τι κι αν κάνω;

ΑΝΤ. Σκέψουαν θα με βοηθήσεις και θα συνεργαστείς μαζί μου.

ΙΣΜ. Για ποια επικίνδυνη πράξη μιλάς

Τι τάχα έχεις στο μυαλό σου;

ΑΝΤ. [Σκέψου] αν θα σηκώσεις το νεκρό μαζί μ’ αυτό μου εδώ το χέρι.

ΙΣΜ. Αλήθεια, έχεις στο νου σου να θάψεις αυτόν,

μολονότι απαγορεύεται ρητά στους πολίτες;

ΑΝΤ. Το δικό μου, βέβαια,και το δικό σου αδερφό, αν εσύ δε θέλεις·

γιατί κανείς δε θα με κατηγορήσει ότι τον πρόδωσα.

ΙΣΜ. Παράτολμη (ή: δύστυχη),μολονότι το έχει απαγορέψει ο Κρέο­ντας;

ΑΝΤ. Μα δεν έχει κανένα δικαίωμα αυτός να μ’ εμποδίσει από τους δικούς μου.

ΙΣΜ. Αλίμονο· σκέψου,αδερφή μου,

πόσο μισητός και ντροπιασμένος μας χάθηκε ο πατέρας,

αφού χτύπησε δυνατά ο ίδιος τα δυο του μάτια με το ίδιο του το χέρι

λόγω των αμαρτημάτων που μόνος του έφερε στο φως·

κι ύστερα η μάνα και η γυναίκα του,διπλό όνομα,

πεθαίνει ντροπιασμένη με μια πλεχτή θηλιά·

τρίτο κακό, τα δυο μας αδέρφια,

που αλληλοσκοτώθηκαν οι δυστυχι­σμένοι

μέσα στην ίδια μέρα,βρήκαν αμοιβαίο θάνατο

με χέρι που σήκωσε ο ένας πάνω στον άλλο.

Και τώρα πάλι, σκέψου πόσο ατιμωτικά θα χαθούμε

εμείς οι δυο, που έχουμε μείνει ολομόναχες,

αν παραβούμε την απόφαση και τη βασιλική εξουσία παραβιάζοντας το νόμο.

Αλλά πρέπει να σκεφτείς το εξής, ότι δηλαδή από τη μια γεννηθήκαμε γυναίκες

και από την άλλη δεν επιτρέπεται να τα βάζουμε με άντρες·

ύστερα,ότι κυβερνιόμαστε από ισχυρότερους,

ώστε να υπακούμε και σ’ αυτά και σ’ ακόμη πιο οδυνηρά απ’ αυτά.

Εγώ λοιπόν θα υποταχτώ στους άρχοντες παρακαλώντας αυτούς που ‘ναι στον κάτω κόσμο να με συγχωρήσουν,

γιατί κάνω αυτά χωρίς τη θέληση μου·

γιατί το να κάνει κανείς πράγματα ανώτερα από τις δυνάμεις του είναι τελείως ανόητο.

Στίχ. 69-99

ΑΝΤ. Ούτε θα σε παρακαλούσα ούτε θα δεχόμουν, εγώ τουλάχιστον,

με ευχαρίστηση τη σύμπραξη σου,

έστω κι αν τώρα πια ήθελες να με βοηθήσεις.

Αλλά έχε όποια γνώμη θέλεις, εκείνον όμως εγώ θα θάψω·

θα ‘ναι ωραίο για μένα να θάψω τον αδερφό μου και μετά να πεθά­νω·

θα αναπαύομαι πλάι του αγαπημένη κοντά σ’ αγαπημένο,

αφού διαπράξω μια ιερή παρανομία.

γιατί είναι περισσότερος ο καιρός

που πρέπει να αρέσω σ’ αυτούς που ‘ναι στον κάτω κόσμο

παρά σ’ αυτούς που ‘ναι δω πάνω.

Γιατί αιώνια εκεί θα αναπαύομαι·μα εσύ, αν το κρίνεις σωστό,

περιφρόνησε όσα είναι άξια τιμής για τους θεούς.

ΙΣΜ. Εγώ δεν τα περιφρονώ αυτά,

από τη φύση μου όμως είμαι ανίκα­νη να ενεργώ αντίθετα με τη θέληση των πολιτών.

ΑΝΤ. Εσύ αυτά μπορείς να τα προφασίζεσαι·

εγώ όμως θα πάω να σωρεύσω χώμα

και να σηκώσω τύμβο για τον πολυαγαπημένο αδερφό.

ΙΣΜ. Αλίμονο, δυστυχισμένη,

πόσο φοβάμαι για σένα!

ΑΝΤ. Για μένα μη φοβάσαι· φρόντιζε για τη δική σου μοίρα.

ΙΣΜ. Όμως τουλάχιστον μην αποκαλύψεις σε κανέναν αυτό το σχέδιο σου,κράτησε το μυστικό, το ίδιο θα κάνω κι εγώ.

ΑΝΤ. Αλίμονο, διακήρυξε το σ’ όλους· πολύ πιο μισητή θα είσαι αν σωπάσεις,

αν σ’ όλους δε διαλαλήσεις αυτά εδώ.

ΙΣΜ. Έχεις ζεστή καρδιά για ψυχρά πράγματα.

ΑΝΤ. Ξέρω όμως ότι είμαι αρεστή σ’ εκείνους που πρέπει περισσότερο ν’ αρέσω.

ΙΣΜ. Ναι, αν βέβαια θα έχεις και τη δύναμη· επιδιώκεις όμως ακατόρθωτα πράγ­ματα.

ΑΝΤ. θα σταματήσω λοιπόν,όταν πια δε θα ‘χω δύναμη.

ΙΣΜ. Καθόλου όμως δεν πρέπει να κυνηγάει κανείς τα ακατόρθωτα

ΑΝΤ. Αν εξακολουθήσεις να λες αυτά, και από μένα θα μισηθείς

και δίκαια θα σε μισεί για πάντα ο νεκρός.

Αλλά άφησε εμένα και τη δική μου αφροσύνη να πάθω αυτό το κακό·

γιατί τίποτε τόσο φοβερό δε θα πάθω, ώστε να μην πεθάνω έντιμα.

ΙΣΜ. Προχώρα λοιπόν,αν έτσι κρίνεις·αυτό να ξέρεις μόνο,

ότι βαδίζεις ασυλλόγιστη,όμως αληθινά αγαπημένη στους αγα­πημένους σου.

Α’ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Στίχ. 278-331

ΧΟ. Βασιλιά,εδώ και πολλή ώρα στ’ αλήθεια γυρίζει στο μυαλό μου μήπως είναι κάπως θεόσταλτο το πράγμα αυτό.

ΚΡ. Πάψε,προτού και μένα με τα λόγια σου γεμίσεις με θυμό,

μήπως φανείς ανόητος αν και είσαι γέρος·

γιατί λες ανυπόφορα πράγματα, όταν λες ότι οι θεοί

έχουν έγνοια γι’ αυτόν το νεκρό.

Ποιο απ’ τα δυο, επειδή τον τιμούσαν σαν ευεργέτη,

έθαψαν αυτόν,που ‘ρθε να πυρπολήσει τους περίστυλους ναούς και τα αφιερώματα τους

και να ρημώσει τη γη εκείνων και να καταλύσει τους νόμους;

Ή μήπως βλέπεις οι θεοί να τιμούν τους κακούς;

Δεν είναι δυνατό·αλλά κάποιοι στην πόλη, από την πρώτη στιγμή της βασιλείας μου,

που με δυσκολία υπέφεραν τη διατα­γή μου,

σιγομουρμούριζαν εναντίον μου κρυφά, κουνώντας το κεφάλι,

ούτε έβαζαν κάτω από το ζυγό τον τράχηλο υπάκουα,ώστε να πειθαρχήσουν σ’ εμένα.

Από αυτούς εδώ τους πολίτες γνωρίζω πολύ καλά

ότι αυτοί, επειδή παρασύρθηκανμε χρήματα,έκαναν αυτά.

Γιατί κανένας θεσμόςστους ανθρώπους δε φύτρωσε άλλος τόσο κακός σαν το χρήμα· αυτό και πόλεις κυριεύει,

αυτό και ξεσπιτώνει τους ανθρώπους,

αυτό και καθοδηγεί και διαστρέφει τις δίκαιες γνώμες των ανθρώπων

να στρέφονται σε αισχρές πράξεις·και δείχνει στους ανθρώπους να κάνουν πανουργίες και να γνωρίζουν κάθε ανόσιο έργο.

Όσοι όμως πληρώθηκαν και έκαναν αυτά εδώ,

αργά ή γρήγορα πέτυχαν ώστε να τιμωρηθούν.

Αν όμως τιμώ και σέβομαι ακόμη το Δία,

κατάλαβε το καλά,με όρκο σου το λέω,

αν δε βρείτε και παρουσιάσετε μπροστά στα μάτια μου το δράστη αυτής της ταφής,

δε θα ‘ναι αρκετός για σας ο θάνατος μόνος,

πριν, ζωντανοί στην κρεμάλα,φανερώσετε αυτή την παρανομία,

για να μάθετε από πού πρέπει να ζητάτε το κέρδος

και στο εξής [από κει] να το αρπάζετε,

και για να καταλάβετε ότι δεν πρέπει να αγαπάτε να κερδίζετε από παντού.

Γιατί μπορείς να δεις απ’ τα παράνομα κέρδη τους πιο πολλούς

να καταστρέφονται,παρά να έχουν σωθεί.

ΦΥ. θα μου επιτρέψεις να μιλήσω

ή, αφού κάνω μεταβολή, να φύγω χωρίς να πω τίποτε;

ΚΡ.Δεν καταλαβαίνεις ότι και τώρα μιλάς ενοχλητικά;

ΦΥ. Στ’ αυτιά ή στην ψυχή ενοχλείσαι;

ΚΡ. Γιατί λοιπόν προσδιορίζεις η λύπη μου πού είναι;

ΦΥ. Ο δράστης ταράζει την ψυχή σου, εγώ τ’ αυτιά σου.

ΚΡ.Αλίμονο, πόσο φαίνεσαι ότι γεννήθηκες φλύαρος!

ΦΥ. Σε καμιά περίπτωση δεν έχω κάνει αυτή την πράξη.

ΚΡ. [Την έχεις κάνει] και μάλιστα αφού πούλησες την ψυχή σου για χρήματα.

ΦΥ. Αλίμονο!

Αλήθεια είναι φοβερό να σχηματίζει εσφαλμένες αντιλήψεις  εκείνος που παίρνει αποφάσεις.

ΚΡ. Κάνε τον έξυπνο με τη λέξη «δόξα»·

αν όμως δε μου αποκαλύψετε τους δράστες αυτής της πράξης,

θα ομολογήσετε ότι τα ανέντιμα κέρδη φέρνουν συμφορές.

ΦΥ. Πάνω απ’ όλα μακάρι να βρεθεί·

είτε όμως πιαστείείτε όχι—αυτό η τύχη θα το κρίνει—,

με κανέναν τρόπο εσύ δε θα με δεις εδώ να ξανάρθω.

Γιατί και τώρα που σώθηκα χωρίς να το ελπίζω και να το περιμένω,

χρωστάω στους θεούς μεγάλη ευγνωμοσύνη.

Β’ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Στίχ. 441-470

ΚΡ. Σε σένα, σε σένα μιλώ που σκύβεις το κεφάλι κάτω,

ομολογείς ή αρνείσαι ότι τα ‘κανες αυτά;

ΑΝΤ. Και ομολογώ ότι τα ‘κανα και δεν τ’ αρνούμαι αυτό.

ΚΡ. Εσύ μπορείς να πας όπου θέλεις,

εντελώς απαλλαγμένος από τη βαριά κατηγορία·

συ πες μου όχι με πολυλογία ,αλλά με συντομία,

γνώριζες ότι είχε διακηρυχτεί να μην κάνει κανείς αυτά;

ΑΝΤ. Το ‘ξερα· πώς ήταν δυνατό να μην το ξέρω;

Αφού ήτανε σ’ όλους γνωστό.

ΚΡ. Και τόλμησες λοιπόν να παραβείς αυτούς εδώ τους νόμους;

ΑΝΤ. Ναι [τόλμησα], γιατί δεν ήταν ο Δίας αυτός που είχε διακηρύξει σε μένα αυτά

ούτε η Δίκη, η συγκάτοικος με τους θεούς του κάτω κόσμου,

όρισε τέτοιους νόμους μες στους ανθρώπους,

ούτε μπορούσα να φανταστώ ότι οι δικές σου διακηρύξεις έχουν τόση δύναμη,

ώστε να μπορείς εσύ, αν και θνητός,

να ξεπεράσεις τους άγραφους και απαρασάλευτους νόμους των θεών.

Γιατί δεν έχουν ισχύ αυτοί (οι νόμοι) σήμερα, βέβαια, και χτες αλλά αιώνια, και κανείς δεν ξέρει από πότε φάνηκαν.

Κι ούτε σκόπευα εγώ, από φόβο για την αλαζονεία κανενός ανθρώπου,

να τιμωρηθώ γι’ αυτούς (τους νόμους) μπροστά στους θεούς·

γιατί πως θα πεθάνω το ‘ξερα πολύ καλά·πώς όχι;

Κι αν ακόμη εσύ δεν είχες βγάλει τη διαταγή σου.

Αν όμως είναι να πεθάνω πρόωρα,κέρδος αυτό το θεωρώ εγώ·

γιατί όποιος ζεισε μεγάλη δυστυχία,όπως εγώ,

πώς αυτός δεν είναι κερδισμένοςόταν πεθάνει;

Έτσι και μένα να υποστώ αυτόν το θάνατοκαθόλου δε με λυπεί·

αν ανεχόμουνα όμως για τον αδερφό μου

να μένει άταφο το πτώμα μετά το θάνατο του,

για κείνο θα λυπόμουνα·γι’ αυτό εδώ όμως δε θλίβομαι.

Κι αν όμως τώρα σου φαίνομαι πως είμαι ανόητη,

ίσως από έναν ανόητο θεωρούμαι ανόητη.

Στίχ. 471-507

ΧΟ. Ο χαρακτήρας της κόρης φαίνεται πως είναι σκληρός από σκληρό πατέ­ρα και δεν ξέρει να υποχωρεί στις συμφορές.

ΚΡ. Μάθε όμως πως τα πιο αλύγιστα φρονήματα συχνά ταπεινώνονται,

και μπορείς να δεις ότι το πιο σκληρό σίδερο,

πυρακτωμένο στη φωτιά ώστε να γίνει άκαμπτο,

ραγίζει και σπάει τις πιο πολλές φορές·

και ξέρω ότι τα αγριεμένα άλογα δαμάζονται με μικρό χαλινάρι·

γιατί δεν επιτρέπεται να περηφανεύεται αυτός που ‘ναι δούλος των άλλων.

Αυτή ήξερε καλά να αυθαδιάζει τότε,

όταν παραβίαζε τους νόμους που ισχύουν κι αυτό είναι δεύτερη αυθάδεια,

αφού το έχει κάνει, να καυχιέται δηλαδή γι’ αυτό

και να χλευάζει για το κατόρθωμα της.

Αλήθεια τώρα εγώ δεν είμαι άντρας, αυτή θα είναι άντρας,

αν η νίκη αυτή θα εξακολουθεί να μένει στο ενεργητικό της χωρίς τιμωρία.

Όμως, είτε είναι κόρη της αδερφής μου

είτε ο πλησιέστερος απ’ όλους μας τους συγγενείς,

αυτή και η αδερφή της δε θα ξεφύγουν

από τον πιο ατιμωτικό θάνατο·

γιατί κι εκείνη κατηγορώ εξίσου ότι σκέφτηκε και σχεδίασε αυτή την ταφή.

Φωνάξτε κι αυτήν.Πραγματικά πριν από λίγο την είδα μέσα

να κάνει σαν λυσσασμένη και να μην ελέγχει το λογικό της.

Συνήθως η ψυχή αυτών που μηχανεύονται άσχημες πράξεις στο σκοτάδι

προδίνεται ως ένοχη·

μισώ όμως όταν συλληφθεί κάποιος την ώρα που κά­νει το κακό

κι ύστερα θέλει να το παρουσιάζει ως ωραίο αυτό.

ΑΝΤ. Θέλεις τίποτα χειρότερο από το να με συλλάβεις και να με θανατώσεις;

ΚΡ. Εγώ τουλάχιστον τίποτα·απ’ τη στιγμή που έχω αυτό,έχω τα πάντα.

ΑΝΤ. Γιατί λοιπόν αργείς [να με θα­νατώσεις];

Γιατί τίποτε από τα λόγια σου δε μου είναι ευχάριστο

και μακάρι ποτέ να μη μου είναι ευχάριστο·

έτσι και σε σένα τα δικά μου λόγια είναι φυσικό να σου είναι δυσάρεστα·

κι όμως,από πού θα κέρδιζα λαμπρότερη δόξα

παρά θάβοντας τον αδερφό μου;

Αυτό θα ομολογούσαν όλοι αυτοί ότι τους αρέσει,

εάν ο φόβος δεν κρατούσε κλειστό το στόμα τους.

Αλλά ο τύραννος,εκτός από τα πολλά άλλα πλεονεκτή­ματα που έχει,

μπορεί ακόμη να κάνει και να λέει ό,τι θέλει.

Στίχ. 508-525

ΚΡ. Εσύ μόνη απ’ αυτούς εδώ τους  Καδμείους το βλέπεις έτσι αυτό.

ΑΝΤ. Κι αυτοί το βλέπουν, αλλά για χάρη σου κλείνουν το στόμα τους.

ΚΡ. Δεν ντρέπεσαι λοιπόν εσύ που σκέφτεσαι διαφορετικά απ’ αυτούς εδώ;

ΑΝΤ. [Όχι], γιατί καμιά ντροπή δεν είναι να τιμά κανείς τ’ αδέρφια του.

ΚΡ. Αδερφός από το ίδιο αίμα δεν ήταν κι αυτός που σκοτώθηκε απέναντι ακριβώς;

ΑΝΤ. Από το ίδιο αίμα ήταν, από μια μάνα και από τον ίδιο πατέρα.

ΚΡ. Πώς λοιπόν προσφέρεις τιμές[στον Πολυνείκη], που ‘ναι ασέβεια για κείνον (τον Ετεο­κλή);

ΑΝΤ. Δε θα συμφωνήσει μ’ αυτά ο σκοτωμένος.

ΚΡ. [θα συμφωνήσει] βέβαια,αν τον τιμάς εξίσου με τον ασεβή.

ΑΝΤ. [Τον τιμώ τον Πολυνείκη],γιατί, βέβαια, δε σκοτώθηκε σαν δού­λος αλλά σαν αδερφός.

ΚΡ. [Σαν αδερφός σκοτώθηκε],προσπαθώντας όμως να υποτάξει αυτήν εδώ τη χώρα1

ενώ ο άλλος [σκοτώθηκε]υπερασπίζοντας την.

ΑΝΤ. Ο Άδης όμως αξιώνει οι νόμοι να είναι ίσοι για όλους.

ΚΡ. Μα ο καλός δεν είναι στην ίδια θέση με τον κακό,

ώστε να λάβει την ίδια τιμή.

ΑΝΤ. Ποιος ξέρει αν αυτές οι διακρίσεις είναι δίκαιες στον κάτω κόσμο;

ΚΡ. Ποτέ όμως ο εχθρός δεν είναι φίλος,ούτε κι όταν πεθάνει.

ΑΝΤ. Δε γεννήθηκα εγώ για να συμμερίζομαι το μίσος,

αλλά για να αγαπώ μαζί με άλλους.

ΚΡ. Αν λοιπόν πρέπει να αγαπάς, αγάπα εκείνους,

όταν πας στον κάτω κόσμο·όσο όμως εγώ ζω,δε θα κυβερνήσει γυναίκα.

Στίχ. 526-550

ΧΟ. Αλλά να η Ισμήνη μπροστά στις πύλες,

χύνονταςδάκρυα από αδερφική αγάπη,

κι ένα σύννεφο πάνω απ’ τα φρύδια της

ασχημίζει το κατακόκκινο πρόσωπο της,

βρέχοντας τα ωραία μαγουλά της.

ΚΡ. Εσύ, πουμέσα στο σπίτι μου σαν οχιά κρυμμένη

μου έπινες το αίμα χωρίς να γίνεσαι αντιληπτή,

και δεν καταλάβαινα πως έτρεφα δυο συμφορές

και δυο επαναστάτριες εναντίον του θρόνου μου,

εμπρός, πες μου λοιπόν, θα ομολογήσεις και συ ότι πήρες μέρος σε τούτη την ταφή ή θα ορκιστείς πως δεν ξέρεις τίποτα;

ΙΣΜ. Το έχω κάνει αυτό, αν βέβαια και τούτη συμφωνεί,

κι έχω μερίδιο στην κατηγορία και τη δέχομαι.

ΑΝΤ. Η δικαιοσύνη όμως δε θα σ’ το επιτρέψει αλήθεια αυτό,

γιατί ούτε και θέλησες ούτε κι εγώ σε έκανα συνεργό.

ΙΣΜ. Μα μέσα στις συμφορές σου δεν ντρέπομαι

να κάνω τον εαυτό μου συμμέτοχο στο πάθος σου.

ΑΝΤ. Ο Αδης και οι θεοί του κάτω κόσμου ξέρουν καλά

ποιοι έκαναν αυτή την πράξη·

κι εγώ όποια με λόγια αγαπάει δεν τη θεωρώ δικό μου άνθρωπο.

ΙΣΜ. Αδερφή, μη μου στερήσεις την τιμή

μαζί σου να πεθάνω και να εξαγνίσω το νεκρό.

ΑΝΤ. Να μην πεθάνεις μαζί μου ούτε να οικειοποιείσαι αυτά που δεν άγγιξες·

θα είναι αρκετό να πεθάνω εγώ.

ΙΣΜ. Και στη ζωή ποια χαρά θα έχω αν στερηθώ εσένα;

ΑΝΤ. Τον Κρέοντα ρώτα· γιατί γι’ αυτόν εσύ νοιάζεσαι.

ΙΣΜ. Γιατί με πικραίνεις μ’ αυτά, χωρίς να έχεις κανένα κέρδος;

Στίχ. 551-560

ΑΝΤ. Πονώντας, βέβαια[το κάνω αυτό],αν γελώ σε βάρος σου.

ΙΣΜ. Έστω και τώρα λοιπόν σε τι θα μπορούσα να σε ωφελήσω ακόμη εγώ;

ΑΝΤ. Σώσε τον εαυτό σου·δεν αρνούμαι από φθόνο εσύ να γλιτώσεις το θάνατο.

ΙΣΜ. Αλοίμονο η δύστυχη,και να μη συμμεριστώ τη δική σου μοίρα;

ΑΝΤ. Ναι, γιατί εσύ προτίμησες να ζεις, εγώ όμως να πεθάνω.

ΙΣΜ. Αλλά όχι χωρίς να εκφράσω τις δικαιολογίες μου.

ΑΝΤ. Στα μάτια αυτών εδώ φαινόσουν ότι σωστά σκέφτεσαι εσύ,

ενώ εγώ φαινόμουν ότι σκέφτομαι σωστά στα μάτια των άλλων.

ΙΣΜ. Κι όμως το παράπτωμα είναι ίσο για τις· δυο μας.

ΑΝΤ. Πάρε θάρρος· εσύ ζεις, η δική μου όμως ψυχή από καιρό έχει πεθάνει, ώστε να είναι ωφέλιμη στους νεκρούς.

Στίχ. 561-569

ΚΡ. Απ’ αυτές τις δύο κόρες λέω πωςη μια πριν από λίγο αποδείχτηκε άμυαλη και η άλλη από την πρώτη στιγμή της γέννησης της.

ΙΣΜ. Ναι, βασιλιά, γιατί ποτέ δε μένει ούτε η φρόνηση που έχουμε έμφυτη

σε όσους δυστυχούν, αλλά φεύγει από τη θέση της.

ΚΡ. Εσένα λοιπόν σου σάλεψε,

από τη στιγμή που προτίμησες να κάνεις με τους κακούς παράνομα έργα.

ΙΣΜ. Και πώς μπορώ μόνη μου να ζήσω χωρίς αυτήν εδώ;

ΚΡ. Όμως μη λες «αυτή εδώ»· γιατί δεν είναι πια στη ζωή.

ΙΣΜ. θα σκοτώσεις λοιπόν τη μνη­στή του δικού σου παιδιού;

ΚΡ. Ναι, γιατί κι άλλων χωράφια είναι κατάλληλα για καλ­λιέργεια.

Στίχ. 570-581

ΙΣΜ. Όμως ο γάμος με άλλη δε θα είναι τόσο ταιριαστός

όσο ήταν ταιριαστός ανάμεσα σ’ εκείνον και σ’ αυτήν εδώ.

ΚΡ. Εγώ μισώ γυναίκες κακές για τα παιδιά.

ΙΣΜ. Πολυαγαπημένε Αίμονα, πόσο σε προσβάλλει ο πατέρας σου!

ΚΡ. Πολύ πράγματι με στεναχωρείς και συ και ο γάμος για τον οποίο μιλάς.

ΧΟ. Αλήθεια θα στερήσεις το σπλάχνο σου απ’ αυτήν εδώ;

ΚΡ. Ο Αδης είναι αυτός που θα διαλύσει το γάμο αυτό.

ΧΟ. Έχει αποφασιστεί, όπως φαίνε­ται, αυτή εδώ να πεθάνει.

ΚΡ. Και από σένα, βέβαια, και από μένα έχει αποφασιστεί·

μην καθυστερείτε άλλο,αλλά οδηγήστε τις μέσα,δούλοι·

δεμένες (φυλακισμένες)πρέπει αυτές να ‘ναι κι όχι ελεύθερες γυναίκες·

γιατί προσπαθούν, βέβαια, να ξεφύγουν και οι τολμηροί,

όταν βλέπουν πια το Χάρο κοντά στη ζωή τους.


Γ’ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Στίχ. 635-680

ΑΙ. Πατέρα, είμαι δικός σου·

και συ με καθοδηγείς σωστά με τις καλές σου συμβουλές,

τις οποίες εγώ, βέβαια, θα ακολουθή­σω·

γιατί εγώ κανένα γάμο δε θα θεωρήσω τόσο σπουδαίο

ώστε να τον βάλω πάνω από τη δική σου συνετή καθοδήγηση.

ΚΡ. Ναι, παιδί μου, γιατί αυτή τη γνώμη πρέπε ινα έχεις,

σ’ όλα δηλαδή ν’ ακολουθείς την πατρική συμβουλή.

Γι’ αυτό εξάλλου οι άνθρωποι εύχονται να αποκτήσουν υπάκουα παιδιά

και να τα ‘χουν σπίτια τους,

για να εκδικούνται τους εχθρούς και να τιμούν το φίλο

όπως ακριβώς [εκδικείται και τιμά] ο πατέρας·

όποιος όμως γεννάει παιδιά άχρηστα,

τι άλλο θα ‘λεγες πως γέννησε αυτός

παρά βάσανα για τον εαυτό του και πολύ γέλιο στους εχθρούς;

Ποτέ λοιπόν να μην αλλάξεις,γιε μου,

τις τωρινές σου σκέψεις από έρωτα για μια γυναίκα, γνωρίζοντας ότι αυτό,

μια γυναίκα δηλαδή όταν είναι κακή σύζυγος, είναι παγερό αγκάλιασμα·

γιατί τι μεγαλύτερη πληγή μπορεί να γίνει από τον κακό φίλο;

Περιφρονώντας την λοιπόν σαν να ήταν εχθρός σου,

άφησε αυτή την κόρη στον Άδη να παντρευτεί.

Γιατί αυτή μόνη απ’ όλους τους πολίτες την έπιασα επ’ αυτοφώρω

να παρα­βαίνει τη διαταγή μου και ψεύτης

δε θα βγω μπροστά σ’ όλους τους πο­λίτες,

αλλά θα τη θανατώσω.Γι’ αυτά ας επικαλείται το Δία,

τον προστάτη της συγγένειας·

γιατί, αν βέβαια αναθρέψω τους φυσικούς μου συγγενείς, ώστε να είναι απείθαρχοι,

θα ανέχομαι πολύ πιο απείθαρχους τους ξένους.

Γιατί, όποιος στους δικούς του είναι άνθρωπος καλός,

και στους πολίτες θα φανεί ότι είναι δίκαιος.

Αν όμως κάποιος αυθαιρετώντας ή νόμους παραβιάζει

ή σχεδιάζει να δίνει διαταγές σ’ αυτούς που κυβερνούν,

δεν είναι δυνατό να επαινεθεί από μένα.

Αλλ’ όποιον εκλέξει η πόλη άρχοντα,αυτόν πρέπει να τον υπακούνε όλοι

και στα μικρά και δίκαια και στ’ αντίθετα τους.

Κι εγώ θα μπορούσα να πιστέψω   ·

ότι ένας τέτοιος άντρας θα είχε τη θέληση και να κυβερνά καλά

και καλά να κυβερνιέται, και πως θα ‘μενε στη θύελλα της μάχης

πιστός και γενναίος σύντροφος εάν είχε παραταχθεί [δίπλα σε κά­ποιον].

Απ’ την αναρχία όμως δεν υπάρχει μεγαλύτερο κακό·

αυτή και πόλεις καταστρέφει,αυτή και σπίτια διαλύει,αυτή κάνει να σπάσει η παράταξη

και να τραπεί σε άτακτη φυγή ο συμμαχικός στρατός·

η πειθαρχία όμως σώζει τους πολλούς απ’ αυτούς που πειθαρχούν.

Γι’ αυτό πρέπει να υπερασπίζεται κανείς τους νόμους

και με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να νικιέται [ένας άντρας] από μια γυναίκα·

γιατί είναι προτιμότερο να χάσουμε την εξουσία από έναν άντρα,αν χρειαστεί,

κι έτσι δε θα αποκαλούμαστε κατώτεροι από γυναίκες.

Στίχ. 681-723

ΧΟ. Σε μας τουλάχιστον,αν δεν έχουμε χάσει το νου από τα γηρατειά,

φαίνεσαι ότι μιλάς σωστά για όσα τώρα κάνεις λόγο.

ΑΙ. Πατέρα μου, οι θεοί προικίζουν τους ανθρώπους με μυαλό,

το πιο πολύτιμο απ’ όλα τα πράγματα που υπάρχουν.

Κι εγώ ούτε θα μπορούσα και μακάρι να μη μάθω να πω

ότι εσύ δε λες σωστά αυτά εδώ.

θα μπορούσε όμως να έχει και κάποιος άλλος κάποια σωστή σκέψη.

Πάντως, από τη φύση μου έχω χρέος να προσέχω από πριν για σένα

όλα όσα λέει κάποιος ή κάνει ή μπορεί να σε κατηγορεί·

γιατί το βλέμμα σου προκαλεί φόβο στον απλό πολίτη για τέτοια λόγια

ώστε εσύ να μην ευχαριστιέσαι ακούγοντας τα.

Σ’ εμένα όμως είναι δυνατό ν’ ακούω αυτά εξαιτίας της ασημότητας της θέσης μου,

πόσο δηλαδή θρηνεί η πόλη την κόρη αυτή,

λέγοντας πόσο πιο ανάξια απ’ όλες τις γυναίκες με τον πιο ατιμωτικό τρόπο πεθαίνει

για μια τόσο ένδοξη πράξη·γιατί αυτή τον αδερφό της

πεσμένο μέσα στο αίμα δεν άφησε άταφο να κατασπαραχτεί

ούτε από άγρια σκυλιά ούτε από κάποιο όρνιο·

δεν αξίζει αυτή να τιμηθεί με λαμπρή τιμή;

Τέτοια σκοτεινή φήμη κυκλοφορεί κρυφά [στην πόλη].

Για μένα όμως, πατέρα μου,

κανένα   πολυτιμότερο αγαθό δεν υπάρχει από τη δική σου ευτυχία·

γιατί ποια χαρά είναι μεγαλύτερη για τα παιδιά

από τη δόξα του ευτυχισμένου πατέ­ρα

ή ποια [χαρά είναι μεγαλύτερη] για τον πατέρα [από τη δόξα] των ευτυχισμένων παι­διών;

Μην έχεις λοιπόν μέσα σου έναν τρόπο σκέψης μόνο,

ότι είναι σωστό αυτό που λες εσύ και τίποτε άλλο.

Γιατί όσοι νομίζουν ή ότι μόνο αυτοί σκέφτονται σωστά

ή ότι έχουν γλώσσα ή θάρρος που δεν έχει άλλος,

αυτοί, όταν ανοιχτούν και εξεταστούν σε βάθος,φαίνονται ότι είναι άδειοι.

Αλλά για έναν άνθρωπο να μαθαίνει πολλά,κι αν ακόμη κάποιος είναι σοφός,

δεν είναι καθόλου ντροπή, και, ακόμη, να μην παρατραβάει το σκοινί.

Βλέπεις πως όσα (από τα) δέντρα υποχωρούν κοντά στο ορμητικό ρεύμα

διασώζουν τα κλαδιά τους,

όσα όμως αντιστέκονται, αυτά καταστρέφονται σύρριζα.

Επίσης, όποιος τεντώνει πολύ τα πανιά του πλοίου

ώστε να είναι σταθερά και δεν τα χαλαρώνει καθόλου στον άνεμο,

[αυτός]  αφού  αναποδογυρίσει  το πλοίο,

από κει και πέρα ταξιδεύει με ανεστραμμένο το κατάστρωμα (του πλοίου).

Μα δώσε τόπο στην οργή κι άλλαξε γνώμη.

Γιατί, αν κι εγώ, αν και νεότερος, μπορώ να προσθέσω κάποια γνώμη,

εγώ, βέβαια, λέω ότι το πιο καλό είναι να γεννιέται κανείς πάνσοφος·

διαφορετικά, γιατί αυτό συνήθως δε συμβαίνει έτσι,

είναι καλό να μαθαίνει και απ’ όσους μιλούν ορθά.

Στίχ. 724-780

ΧΟ. Βασιλιά, είναι λογικό και συ ν’ ακούσεις [τον Αίμονα], αν λέει κάτι ορθό,

και συ πάλι αυτόν εδώ· γιατί κι από τους δυο έχουν ειπωθεί σωστά λόγια.

ΚΡ. θα διδαχτούμε λοιπόν εμείς σ’ αυτήν την ηλικία να σκεφτόμαστε σωστά από έναν άντρα τόσο νέο στην ηλι­κία;

ΑΙ. Να μη διδαχτείς τίποτε το άδικο· κι αν εγώ είμαι νέος,

δεν πρέπει να κοιτάς τα χρόνια μου περισσότερο από τις πράξεις μου.

ΚΡ. Είναι λοιπόν πράξη σωστή να τιμά κανείς όσους παρανομούν;

ΑΙ. Ούτε και θα συμβούλευα κανέναν να δείχνει σεβασμό στους κακούς.

ΚΡ. Αυτή εδώ λοιπόν δεν έχει προ­σβληθεί από τέτοια αρρώστια;

ΑΙ. Δεν το ομολογούν αυτό όλοι οι πολίτες αυτής της Θήβας.

ΚΡ. Και λοιπόν η πόλη θα μας πει τι πρέπει εγώ να διατάζω;

ΑΙ. Βλέπεις πως έχεις πει αυτό το λόγο σαν ανόητος;

ΚΡ. Για λογαριασμό άλλου ή για δικό μου

πρέπει να κυβερνάω εγώ αυτήν εδώ τη χώρα;

ΑΙ. Πόλη δεν υπάρχει που ανήκει σ’ έναν άνθρωπο.

ΚΡ. Η πόλη δε θεωρείται ότι ανήκει στον άρχοντα;

ΑΙ. Ωραία, βέβαια, θα κυβερνούσες μόνος σου εσύ μια έρημη χώρα.

ΚΡ. Αυτός εδώ, όπως φαίνεται, είναι σύμμαχος της γυναίκας.

ΑΙ. Ναι, αν βέβαια γυναίκα είσαι συ·γιατί πραγματικά για σένα ενδιαφέ­ρομαι.

ΚΡ. Αχρείε, [ενδιαφέρεσαι για μένα]ενώ έρχεσαι να αντιδικήσεις με τον πατέρα σου;

ΑΙ. Ναι, γιατί σε βλέπω να παίρνεις άδικες αποφάσεις.

ΚΡ. Αδικώ λοιπόν τιμώντας την εξουσία μου;

ΑΙ. Ναι, γιατί δεν την τιμάς,με το να καταπατείς τους νόμους των θεών.

ΚΡ. Πρόστυχε χαρακτήρα και δούλε μιας γυναίκας.

ΑΙ. Ναι, αλλά δεν μπορείς να με βρειςνα υποκύπτω σε αισχρές πράξεις.

ΚΡ. Όλα, βέβαια, αυτά εδώ τα λόγια σου είναι για κείνη.

ΑΙ. Και για σένα, βέβαια, και για μένα

και για τους θεούς του κάτω κόσμου [ενδιαφέρομαι].

ΚΡ. Με κανέναν τρόπο πια δε θα την παντρευτείς ποτέ αυτή ζωντανή.

ΑΙ. Αυτή λοιπόν θα πεθάνει και με το θάνατο της θα καταστρέψει κάποιον.

ΚΡ. Αλήθεια, έρχεσαι εναντίον μου με τόσο θράσος, ώστε να με απειλείς ακόμα;

ΑΙ. Και τι απειλή είναινα μιλάει κανείς ενάντια σε ανόητες γνώμες;

ΚΡ. Με κλάματα θα με συνετίσεις,αν και είσαι ο ίδιος άμυαλος;

ΑΙ. Αν δεν ήσουν πατέρας μου,θα ‘λεγα ότι εσύ δε σκέφτεσαι σωστά,

ΚΡ. Μην προσπαθείς να με κολακέ­ψεις,δούλε μιας γυναίκας.

ΑΙ. θέλεις μόνο να μιλάς και να μην παίρνεις καμιά απάντηση στα λόγια;

ΚΡ. Αλήθεια; Αλλά,μα τον ίδιο τον Όλυμπο,

να ξέρεις ότι δε θα με βρίζεις ατιμώρητα με τις συνεχείς κατηγορίες σου.

Φέρε το μισητό πράμα για να πεθάνει αμέσως

μπροστά στα μάτια [του] κοντά, παρουσία του μνηστήρα.

ΑΙ. Όχι βέβαια,αυτή δε θα πεθάνει κοντά μου του­λάχιστον,

αυτό ποτέ σου μην το φανταστείς κι εσύ ποτέ πια δε θα δεις

το πρόσωπο μου κοιτάζοντας με με τα μάτια σου,

για να δείχνεις την τρέλα σου σε όσους από τους φίλους σου μπορούν να την ανεχτούν.

ΧΟ. Ο άντρας, βασιλιά,από την οργή του έφυγε γρήγορα·

κι η ψυχή τόσο νέου,αν πονέσει, είναι επίφοβη.

ΚΡ. Αφού πάει, ας κάνει κι ας σκέφτεται πράγματα ανώτερα

απ’ αυτά που ταιριάζουν σ’ έναν άνθρωπο·

αυτές όμως τις δυο κόρες δε θα τις γλιτώσει απ’ το θάνατο.

ΧΟ. Αλήθεια, σκέφτεσαι και τις δυο αυτές να τις σκοτώσεις;

ΚΡ. Όχι βέβαια αυτήν που δεν άγγι­ξε [το νεκρό]·

πράγματι μιλάς σωστά.

ΧΟ. Και με ποιόν τρόπο, σκέφτεσαι να σκοτώσεις αυτήν;

ΚΡ. Αφού την οδηγήσω εκεί όπου είναι δρόμος απάτητος,

θα τη θάψω ζωντανή σε πέτρινη σπηλιά,

δίνοντας της τόση τροφή όση μόλις να είναι αρκετή για εξα­γνισμό,

για ν’ αποφεύγει το μίασμα όλη η πόλη.

Και κει,παρακαλώντας τον Άδη που μόνο από τους θεούς τιμά,

ίσως γλιτώσει το θάνατο,ή τουλάχιστον θα καταλάβει,αν και αργά,

ότι είναι μάταιος κόπος να τιμά κανείς όσους βρίσκονται στον Άδη.

Αφήστε μια απάντηση