του Στράτου Τσαγκαρή

Το πρόβλημα της απουσίας της κριτικής σκέψης από την Εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι διαχρονικό και μονίμως ζητούμενο. Κατά καιρούς, αλλά πολύ πιο έντονα τα τελευταία χρόνια, τίθεται το ερώτημα αν το εξετασιοκεντρικό μοντέλο διδασκαλίας και η προσκόλληση στην απομνημόνευση και στην αποστήθιση στείρων γνώσεων από τους μαθητές είναι το ενδεδειγμένο, σε μια εποχή που αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις. Οι γενικότερες επιδόσεις των μαθητών και ειδικότερα τα αποτελέσματα των Πανελλαδικών Εξετάσεων των πρόσφατων σχολικών περιόδων είναι ενδεικτικά ως προς τα αδιέξοδα, στα οποία οδηγεί η επιμονή σε παρωχημένα μοντέλα διδασκαλίας και προσέγγισης της γνώσης. Οι μαθητές στην πλειονότητα τους δεν βρίσκουν νόημα στις παρεχόμενες γνώσεις κυρίως εξαιτίας του τρόπου μετάδοσής τους και της πίεσης που τους ασκείται στην απόκτησή τους μέσω της αποστήθισης κανόνων, τύπων, απόψεων, θεωρημάτων, χωρίς τη δική τους συμμετοχή και κριση. Η εκπαιδευτική κοινότητα στο σύνολό της, από την εκάστοτε ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας ως τους εκπαιδευτικούς, έχει πολύ μεγάλη ευθύνη για τη διαιώνιση αυτής της παγιωμένης και αδιέξοδης συνθήκης.
Η πρακτική εφαρμογή των γνώσεων που προσφέρονται στο σχολείο και η οποία θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να είναι ο τελικός στόχος της εκπαιδευτικής διαδικασίας, είναι αδύνατο να υλοποιηθεί στο πλαίσιο μιας μαθητικής ζωής ξοδεμένης στο διάβασμα και στην κατανάλωση έτοιμων κονσερβοποιημένων γνώσεων. Χωρίς δηλαδή τη συμμετοχή του μαθητή στην παραγόμενη γνώση, η στάση του θα συνεχίσει να είναι εχθρική, όχι μόνο προς επιμέρους μαθήματα, αλλά και προς το σύνολο της εκπαίδευσης. Και μια κάποια λύση στο πρόβλημα θα μπορούσε να είναι ασφαλώς η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης του μαθητή από το Γυμνάσιο ακόμη και με κάποιες προϋποθέσεις και από το Δημοτικό.
Εξάλλου, αν κάτι απουσιάζει στην εποχή των social media, της τεχνητής νοημοσύνης και του ακατάσχετου καταιγισμού των πληροφοριών είναι η κριτική σκέψη. Η έτοιμη γνώση που προσφέρεται στο διαδίκτυο, σε συνδυασμό με την ευκολία απόκτησης γνώσεων και πληροφοριών χάρη στη συνεχώς αναπτυσσόμενη Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ), καθιστούν σταδιακά μια από τις βασικές λειτουργίες του ανθρώπινου Λόγου, την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, της ικανότητας να αναλύει κανείς, να αξιολογεί και να σχηματίζει μια τεκμηριωμένη άποψη για πληροφορίες που λαμβάνει, για απόψεις και γνώμες των οποίων γίνεται αποδέκτης και να μπορεί ο ίδιος να αναπτύσσει επιχειρήματα για ένα θέμα, να τεκμηριώνει την δική του γνώμη και να προσπαθεί να πείθει για την ορθότητα των απόψεών του.

Η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης τείνει να καταστεί το μέγα ζητούμενο σε όλα τα εκπαιδευτικά συστήματα και ειδικότερα το ελληνικό, το οποίο κατατρύχεται από μια βασανιστική αποστήθιση στα περισσότερα μαθήματα του αναλυτικού προγράμματος. Οι μαθητές της εποχής μας περισσότερο από ποτέ εμφανίζουν μια πολύ περιορισμένη ικανότητα να αναλύουν, να κρίνουν και να αξιολογούν πληροφορίες, ειδήσεις, γεγονότα και απόψεις κυρίως στον δημόσιο λόγο. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για έναν κριτικό αναλφαβητισμό. Ένα πολύ ανησυχητικό φαινόμενο που παρατηρείται μάλιστα, είναι η μεγάλη αποτυχία σε κάθε μορφή εξετάσεων, είτε είναι στο πλαίσιο του σχολείου, είτε οπουδήποτε απαιτείται μια ευρύτερη γνώση και λογική επεξεργασία ενός αντικειμένου διδασκαλίας.
Ο βασικός λόγος της αποτυχίας αυτής είναι η αδυναμία αποστήθισης μιας συγκεκριμένης ύλης μαθημάτων και η συνακόλουθη αδυναμία ανάπτυξης μιας κριτικής στάσης απέναντι σε ένα πρόβλημα ή σε έναν προβληματισμό. Τα στατιστικά δεδομένα των Πανελλαδικών Εξετάσεων που διεξάγονται κάθε χρόνο για τους μαθητές της Γ’ Τάξης των Γενικών και Επαγγελματικών Λυκείων στη χώρα μας είναι εξόχως ενδεικτικά της κατάστασης και διαυγάζουν μια πολύ ζοφερή κατάσταση όσον αφορά την αδυναμία των μαθητών να απαντήσουν σε ερωτήματα ή να επιλύσουν προβλήματα, τα οποία δεν περιορίζονται σε ένα προκαθορισμένο μοντέλο απαντήσεων και λύσεων, που αποτελούν ύλη των σχολικών ή εξωσχολικών βιβλίων.
Συνεπώς, η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης από την παιδική ακόμη ηλικία και οπωσδήποτε εντός του χρονικού ορίζοντα των εγκύκλιων σπουδών είναι εντελώς απαραίτητη, τόσο για την ποιοτική αναβάθμιση του ρόλου της Εκπαίδευσης, όσο και για την απόκτηση ενός απόλυτα χρήσιμου εφοδίου για την ατομική και συλλογική ζωή στις σύγχρονες ανθρώπινες κοινωνίες.

Υπάρχουν πολλές διαφορετικές απόψεις για την στροφή που πρέπει να κάνει η σύγχρονη Εκπαίδευση, τόσο σε επίπεδο γνωστικού προσανατολισμού, όσο και στον τρόπο με τον οποίο μεθοδεύει την αξιολόγηση των παραγόμενων αποτελεσμάτων της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η προσωπική μου θέση συνίσταται σε μια μεταστροφή, όπως εκείνη που έκανε ο Immanuel Kant (1724-1804), στην “Κριτική του Καθαρού Λόγου” (1781) , όταν έθεσε τον εαυτό του στο επίκεντρο της αληθινής γνώσης, ακολουθώντας την περίφημη “Μεταστροφή της Κοπερνίκειας Επανάστασης” στη γνωσιοθεωρία του.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο Πολωνός μαθηματικός και αστρονόμος Νικόλαος Κοπέρνικος (1473-1543), προσπαθούσε να ερμηνεύσει την κίνηση των άστρων στη βάση της αρχής ότι περιστρέφονται γύρω από τον παρατηρητή και τη γη. Αλλά δεν του “έβγαινε”, μέχρις ότου άλλαξε την ως τότε παραδοχή. Παραδέχθηκε τελικά πως η γη είναι αυτή που κινείται γύρω από τα άστρα και άλλαξε τον τρόπο σκέψης και μελέτης των άστρων, θέτοντας τις βάσεις της σύγχρονης Κοσμολογίας.
Ο Kant έκανε τη μεταστροφή της “Κοπερνίκειας Επανάστασης” : έθεσε στο επίκεντρο της γνωσιολογικής θεωρίας του, της γνώσης του φυσικού κόσμου, τον ίδιο τον εαυτό, δηλαδή δεν προσπάθησε να ερμηνεύσει και να κατανοήσει τα αντικείμενα του φυσικού κόσμου, δεν προσπάθησε να προσαρμόσει τη γνώση του στα αντικείμενα, στη φύση των πραγμάτων, αλλά προσάρμοσε τα αντικείμενα αυτά στον εαυτό του, στις γνώσεις του, στα εργαλεία και στα εφόδια που διέθετε ο νους του για να τα γνωρίσει, τα προσάρμοσε στη δική του λογική και τα γνώρισε με βάση τα αισθητηριακά αποτελέσματα των δικών του αισθήσεων, έθεσε τα αντικείμενα κάτω από την επεξεργασία του νοητικού του εξοπλισμού και δεν θεώρησε τα αντικείμενα ανεξάρτητα από τη δική του νόηση.
Θεωρώ ότι μια ανάλογη μεταστροφή στη σύγχρονη Εκπαίδευση είναι απαραίτητη. Νομίζω πως ήρθε η ώρα να πάψουμε να κατευθύνουμε τον μαθητή προς την απόκτηση της στείρας γνώσης, η οποία στέκεται σαν ώριμο φρούτο σε κάποιο παραδείσιο δέντρο και περιμένει τον μαθητή να το κόψει, για να το γευτεί. Δεν πρέπει να περιμένουμε από τον μαθητή να στραφεί προς τις έτοιμες γνώσεις, να τις αποστηθίσει, ώστε να είναι σε θέση να τις χρησιμοποιήσει με προκαθορισμένο τις περισσότερες φορές τρόπο. Εκείνο που πρέπει να κάνουμε είναι να στρέψουμε τις γνώσεις προς τον μαθητή (ακόμη και τις “κατασκευασμένες” από την ΤΝ), ώστε εκείνος να τις φιλτράρει, να τις αναλύσει και τελικά να τις χρησιμοποιήσει κατά το δοκούν. Δεν έχει νόημα να του δείξουμε τον δρόμο και τη μέθοδο να προσεγγίσει το φρούτο της μάθησης, αλλά να φέρουμε το φρούτο της γνώσης στον μαθητή, ώστε εκείνος να το γευτεί και να αξιολογήσει τη γεύση του με βάση τα δικά του νοητικά εφόδια, με βάση τις δικές του δεξιότητες και νοητικές ικανότητες. Με απλά λόγια, να δώσουμε στον μαθητή τα εφόδια και τα εργαλεία, ώστε να καλλιεργήσει την κριτική σκέψη, την κριτική θεώρηση των πραγμάτων με τον δικό του προσωπικό τρόπο.
Στο πλαίσιο αυτό, η εισαγωγή ενός μαθήματος Κριτικού Γραμματισμού είναι εντελώς απαραίτητη από το Γυμνάσιο ακόμη. Αναφέρομαι σε ένα μάθημα γενικής παιδείας, που θα απευθύνεται σε όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές και θα στοχεύει στην καλλιέργεια της δεξιότητας της κριτικής σκέψης, ώστε από μικρή ηλικία να δίνεται η σημασία που απαιτείται στο πιο βασικό ίσως εφόδιο, το οποίο πρέπει να κατέχει ένας σύγχρονος άνθρωπος. Ο κριτικός γραμματισμός είναι η ικανότητα να κατανοούμε, να ερμηνεύουμε και να αξιολογούμε κριτικά τα μηνύματα, τα κείμενα και τις πληροφορίες που λαμβάνουμε, όχι μόνο ως προς το κυριολεκτικό τους νόημα, αλλά και ως προς την πρόθεση, τα συμφραζόμενα και τις κοινωνικές, πολιτισμικές ή ιδεολογικές τους προεκτάσεις. Με άλλα λόγια, ο κριτικός γραμματισμός υπερβαίνει την κυριολεκτική κατανόηση ενός κειμένου και στοχεύει στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, της αυτονομίας και της κοινωνικής συμμετοχής του ατόμου.
Ωστόσο, θεωρώ πως δεν αρκεί απλώς η εισαγωγή ενός τέτοιου μαθήματος και η αυτονόητη διδασκαλία του από ειδικούς και όχι από εκπαιδευτικούς που θα συμπληρώνουν το ωράριο τους και θα διδάσκουν ένα μάθημα χωρίς ειδική κατάρτιση και γνώση. Θα πρέπει οπωσδήποτε να αλλάξει όλη η φιλοσοφία του εκπαιδευτικού συστήματος και να γίνει από εξετασιοκεντρικό, που είναι σήμερα, μαθητοκεντρικό και αμιγώς ανθρωποκεντρικό με προτεραιότητα στα μαθήματα γενικής παιδείας. Τα μαθήματα κατεύθυνσης θα πρέπει να αφορούν μόνο τους μαθητές που πρόκειται να διαγωνιστούν σε Εξετάσεις για εισαγωγή στο πανεπιστήμιο και θα πρέπει να συνθέτουν το αναλυτικό πρόγραμμα των δύο τελευταίων τάξεων του Λυκείου ή έστω της τελευταίας τάξης.
Προτείνω λοιπόν, την εξέταση όλων των μαθημάτων και τη διεξαγωγή όλων των διαγωνισμάτων και των διαγωνισμών με ανοικτά βιβλία- εννοώ τα σχολικά εγχειρίδια- και με τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί ο μαθητής ή ο διαγωνιζόμενος την ύλη του εγχειριδίου που επιθυμεί, εφόσον κρίνει ότι θα τον βοηθήσει να απαντήσει στα ερωτήματα και στις ασκήσεις, και να αντλεί όποιο πληροφοριακό υλικό επιθυμεί από εκεί, χωρίς κανέναν περιορισμό.
Προσοχή ! Αναφέρομαι αυστηρά στη χρήση των σχολικών εγχειριδίων ή άλλων βιβλίων σχετικών με το αντικείμενο εξέτασης και δεν αναφέρομαι στη χρήση ηλεκτρονικών ή ψηφιακών μέσων, τα οποία διαθέτουν τη δυνατότητα χρήσης μοντέλων και εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ). Δεν αναφέρομαι δηλαδή, στη δυνατότητα εύρεσης, σύνθεσης ή σύνταξης μιας αυτοματοποιημένης απάντησης ή τεκμηρίωσης ή έστω μιας απάντησης που θα επιτρέπει την επεξεργασία, τη διόρθωση και τη βελτιστοποίησή της. Με άλλα λόγια, προτείνω τη ρητή απαγόρευση κατά τη διάρκεια και κατά τη διαδικασία της εξέτασης οποιασδήποτε εφαρμογής ΤΝ, που θα είναι ικανή να δίνει έτοιμες απαντήσεις και λύσεις στα θέματα των διαγωνισμάτων. Ο διαγωνιζόμενος θα μπορεί να χρησιμοποιεί τις βιβλιογραφικές γνώσεις του, έτσι όπως αυτές θα υπάρχουν ήδη καταχωρισμένες στα εγχειρίδια των μαθημάτων και θα είναι υποχρεωμένος ο ίδιος να συνθέτει μια λύση ή μια απάντηση με βάση την κωδικοποίηση, την επεξεργασία και τελικά τη “βοήθεια” των πληροφοριών και των δεδομένων που θα αντλεί από τα σχολικά εγχειρίδια ή από ιστοσελίδες με εκπαιδευτικό, εγκυκλοπαιδικό ή καθαρά πληροφοριακό περιεχόμενο.

Οι μαθητές θα καλούνται να απαντούν σε ερωτήσεις κρίσεως σε δομημένο γραπτό ή προφορικό λόγο, αφού πρώτα επεξεργαστούν τα στοιχεία που θα αντλούν από ανοικτά μπροστά στους σχολικά εγχειρίδια ή από επιλεγμένες ιστοσελίδες από τον διδάσκοντα. Εν ολίγοις, θα μπορούν να χρησιμοποιούν όποια γνώση και όποια πληροφορία επιθυμούν από το ανοιχτό εγχειρίδιο ή από την ηλεκτρονική συσκευή που θα έχουν μπροστά τους, χωρίς να πρέπει να αποστηθίζουν έτοιμες γνώσεις, αλλά αντιθέτως προσπαθώντας να συνθέσουν τις απαντήσεις και τις λύσεις των προβλημάτων που τους τίθενται εφαρμόζοντας την κριτική τους ικανότητα. Η γνώση θα είναι στόχος να κατακτιέται από τον ίδιο τον μαθητή και να μην αποκτάται σαν έτοιμη πνευματική τροφή. Είναι αυτονόητο ότι θα έχουν προηγηθεί μαθήματα εισαγωγής σε γνωστικά πεδία και εξάσκησης στην κατάκτηση βασικών γνώσεων, όσον αφορά το γνωστικό τους αντικείμενο. Θα έχει γίνει μια πολυεπίπεδη προετοιμασία σε γνωσιακό επίπεδο και μια ενδελεχής εξάσκηση στην παραγωγή αποτελεσμάτων κατόπιν κριτικής ανάλυσης και επεξεργασάις. Οπωσδήποτε δηλαδή, θα έχει αφιερωθεί ο απαιτούμενος χρόνος για να μάθουν οι μαθητές βασικά συντακτικά και γραμματικά φαινόμενα στα Αρχαία Ελληνικά, βασικές δομές της Νέας Ελληνικής, να μάθουν αντίστοιχα λεξιλόγιο και δομές Ξένων Γλωσσών, να μάθουν βασικούς τύπους της Φυσικής ή της Χημείας και να διδαχθούν αλγεβρικές εξισώσεις γεωμετρικά θεωρήματα, οικονομικούς ή βιολογικούς όρους κ.ά.
Παραθέτω ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα διδασκαλίας και εξέτασης, τα οποία είναι ενδεικτικά και σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν δεσμευτικό οδηγό κριτικής ανάλυσης και σκέψης :
1.Ιστορία Α’ Λυκείου : Οι μαθητές καλούνται αφού μελετήσουν τα σχετικά κεφάλαια του σχολικού εγχειριδίου να απαντήσουν σε ένα κείμενο 200 περίπου λέξεων ποια νομίζουν πως θα ήταν η εξέλιξη της Αθηναϊκής Δημοκρατίας σε περίπτωση που η Αθήνα δεν είχε ηττηθεί στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Εναλλακτικά, καλούνται να απαντήσουν στο ερώτημα : ποια νομίζετε ότι θα ήταν η πορεία του αρχαίου ελληνικού κόσμου, αν μετά την Ναυμαχία της Σαλαμίνας είχαν τελικά επικρατήσει οι Πέρσες ;
2. Ιστορία Γ’ Λυκείου : Οι μαθητές μελετούν το κεφάλαιο για το Προσφυγικό Ζήτημα και στη συνέχεια καλούνται να συγκρίνουν τις γεωπολιτικές, οικονομικές, πολιτικές και ιστορικές συνθήκες που οδήγησαν στη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 με τις συνθήκες που δημιουργούν τα προσφυγικά ρεύματα από τη Συρία, το Πακιστάν και το Αφγανιστάν στις μέρες μας.
3.Νεοελληνική Γλώσσα Β’ Λυκείου : οι μαθητές μελετούν κείμενα για τον ρατσισμό και τις προκαταλήψεις. Στη συνέχεια σε ένα κείμενο 350-400 περίπου λέξεων αναζητούν πεδία στον σύγχρονο κόσμο, στον οποίο τα φαινόμενα ρατσισμού, είτε παρατηρούνται, είτε υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες, ώστε να αναπτυχθούν.
4. Αρχαία Ελληνικά Β’ Λυκείου : οι μαθητές καλούνται να μεταφράσουν στα Νέα Ελληνικά ένα απόσπασμα από την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία 40-50 στίχων με τη βοήθεια της γραμματικής, του συντακτικού και του Λεξικού των Αρχαίων Ελληνικών. Στη συνέχεια συγκρίνουν το περιεχόμενο του κειμένου με αντίστοιχα γεγονότα, καταστάσεις, συνθήκες, ιδέες της εποχής μας. Επιλέγονται ακόμη συγκεκριμένες λέξεις του αρχαίου κειμένου και αναζητείται η σημασία τους και η χρήση τους στον σύγχρονο νεοελληνικό λόγο.
5. Λογοτεχνία Α’ και Β’ Λυκείου : οι μαθητές, αφού πρώτα μελετήσουν τα βασικά χαρακτηριστικά του διηγήματος, καλούνται να γράψουν ένα πρωτότυπο διήγημα σε ένα θέμα της αρεσκείας τους ή της επιλογής του καθηγητή τους. Εναλλακτικά γράφουν ένα ποίημα με ελεύθερο στίχο και συμβολιστικό χαρακτήρα, εκφράζοντας ένα συγκεκριμένο συναίσθημα, αφού πρώτα μελετήσουν τα χαρακτηριστικά της νεωτερικής ποίησης και του λογοτεχνικού ρεύματος του Συμβολισμού.
6. Ξένες Γλώσσες Λυκείου : οι μαθητές, έχοντας ενημερωθεί από το προηγούμενο μάθημα τη θεματική ενότητα (όχι το θέμα) συζήτησης στη διάρκεια του επόμενου μαθήματος, καλούνται να συγκεντρώσουν τις απαραίτητες πληροφορίες, να διαβάσουν, να ενημερωθούν σχετικά με τη θεματική ενότητα που πρόκειται να συζητηθεί, ώστε να συμμετάσχουν σε μια ζωντανή συζήτηση, στην οποία ο καθηγητής θα έχει διευθυντικό και καθοδηγητικό ρόλο. Αξιολογείται ο πλούτος των γλωσσικών επιλογών, η ποικιλία και η δύναμη των επιχειρημάτων.
7. Θρησκευτικά Γ’ Λυκείου : οι μαθητές, αφού πρώτα μελετήσουν τα βασικά δόγματα των τριών μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών, του Χριστιανισμού, του Ισλαμισμού και του Ιουδαϊσμού, καλούνται να υποστηρίξουν ελεύθερα την άποψή τους σε ένα κείμενο 300 περίπου λέξεων για τον ρόλο που διαδραματίζει η θρησκεία στη σύγχρονη κοινωνία, που χαρακτηρίζεται από την έκρηξη της επιστημονικής προόδου, της τεχνολογίας, της παγκοσμιοποίησης, της αβεβαιότητας που προκύπτει από τις κλιματικές αλλαγές και τις γεωπολιτικές εξελίξεις.
8. Μαθηματικά Α’ Λυκείου : οι μαθητές καλούνται να εφαρμόσουν αλγεβρικές εξισώσεις σε εφαρμοσμένα μαθηματικά μοντέλα της καθημερινής τους ζωής. Για παράδειγμα, καλούνται να απαντήσουν σε ποιο ταμείο μιας τράπεζας θα πρέπει να απευθυνθούν, εάν στο πρώτο υπάρχει μια σειρά τριών ατόμων μέσης ηλικίας, στο δεύτερο υπάρχει μια σειρά δώδεκα νεαρών ατόμων και στο τρίτο υπάρχει μια σειρά ενός ηλικιωμένου ατόμου. Εναλλακτικά, ζητείται να υπολογιστεί το εμβαδόν ενός κτιρίου που φαίνεται από το παράθυρο της τάξης ή ο όγκος τροφίμων που θα πρέπει να μεταφέρει ένα φορτηγό πλοίο, για να θρέψει 200 πεινασμένους πρόσφυγες.
9. Φυσική Β’ Λυκείου : οι μαθητές καλούνται να υπολογίσουν την ποσότητα παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος για την ηλεκτροδότηση ενός προαστίου μιας μεγαλούπολης με ηλεκτρικό ρεύμα που παράγεται από ανεμογεννήτριες. Στη συνέχεια επιχειρηματολογούν για την αξία των εναλλακτικών πηγών ενέργειας και προτείνουν ρεαλιστικές εφαρμογές της πυρηνικής ενέργειας στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Εναλλακτικά, προσπαθούν να εξηγήσουν σε έναν οδηγό νεαρής ηλικίας την ανάγκη να φορά ζώνη κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του και τους λόγους για τους οποίους η προστασία από τη ζώνη είναι ζωτικής σημασίας.
10. Οικονομία Γ’ Λυκείου : οι μαθητές αναλαμβάνουν να εξηγήσουν σε ηλικιωμένο ζευγάρι που λαμβάνει μια πενιχρή σύνταξη, γιατί ο πληθωρισμός εμποδίζει την αύξηση της σύνταξής του, παρόλο που θα έπρεπε να είναι ο παράγοντας αύξησης της σύνταξης. Εναλλακτικά, προτείνουν ένα οικονομικό μοντέλο που μπορεί να αυξήσει, κατά τη γνώμη τους, την κοινωνική ευημερία και να διευρύνει την διάθεση του παραγόμενου πλούτου σε μεγαλύτερα πληθυσμιακά μεγέθη.
11. Βιολογία Γ’ Λυκείου : οι μαθητές, μελετώντας από το σχολικό εγχειρίδιο τη δομή, τη σύσταση και τη λειτουργία του κυττάρου, καλούνται να γράψουν ένα δοκίμιο 300 περίπου λέξεων για την προοπτική θεραπειών ανίατων ασθενειών που προσβάλλουν τον άνθρωπο και πώς αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει την ανθρωπότητα στο μέλλον, όσον αφορά την πληθυσμιακή της εξέλιξη και το προσδόκιμο ζωής.
12.Χημεία Α’ Λυκείου : οι μαθητές μελετούν τις χημικές αντιδράσεις από το σχολικό εγχειρίδιο και εκθέτουν σε ένα δοκίμιο 300 περίπου λέξεων τις απόψεις τους για το πώς οραματίζονται έναν κόσμο χωρίς χημικά απόβλητα και τις επιδράσεις που θα είχε μια τέτοια προοπτική στο οικοσύστημα του πλανήτη.
Τα παραπάνω είναι μόνο μερικά -και ίσως όχι τα πιο εύστοχα- παραδείγματα διδασκαλίας και εξέτασης μαθημάτων στη Μέση Εκπαίδευση με προσανατολισμό την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και προφανώς δεν καλύπτουν το σύνολο των γνωστικών αντικειμένων και πολύ περισσότερο το σύνολο της ύλης των μαθημάτων. Αναγνωρίζω εξάλλου, ότι στα λεγόμενα θεωρητικά μαθήματα η εφαρμογή μιας τέτοιας μεθόδου είναι πιο πρόσφορη και πιο αποδοτική ίσως, όσον αφορά τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Δεν είναι επίσης και αυτονοήτως σε καμία περίπτωση πανάκεια για την επίλυση όλων των χρόνιων προβλημάτων της Εκπαίδευσης και δεν αποτελεί το μοναδικό μοντέλο αποτροπής των παθογενειών της. Είναι τέλος σαφές, ότι ένα μοντέλο διδασκαλίας δεν πρέπει να αποτελεί εμπόδιο για κάποιο άλλο, και σε κάθε περίπτωση ο συνδυασμός τους είναι το προτεινόμενο μοντέλο.
Το βέβαιο είναι όμως, ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί και εκπαιδευτική διαδικασία που παραμένει αγκυλωμένη στην αποστήθιση και στην έτοιμη γνώση. Η ευκολία πρόσβασης σε κάθε μορφή γνώσης στην εποχή μας, πολύ συχνά ακυρώνει κάθε προσπάθεια κατάκτησης γνώσεων που προσφέρονται με τον παραδοσιακό τρόπο της απομνημόνευσης και της στείρας αναπαραγωγής πληροφοριών. Η κριτική σκέψη θα πρέπει να καλλιεργείται και να αποτελεί το εργαλείο της μάθησης σε καθημερινή βάση, στο πλαίσιο της διδασκαλίας των μαθημάτων στο ωρολόγιο καθημερινό πρόγραμμα και όχι μόνο στο πλαίσιο των περιοδικών ή τελικών εξετάσεων.

Για να γίνει όμως αυτό απαιτούνται κάποιες γενναίες πολιτικές αποφάσεις και ορισμένες βασικές προϋποθέσεις, όπως :
1.Μείωση τουλάχιστον κατά 50% της ύλης των μαθημάτων του αναλυτικού προγράμματος.
2.Δυνατότητα χρήσης ηλεκτρονικών ψηφιακών μέσων την ώρα του μαθήματος μόνο για τη συλλογή και δημιουργική επεξεργασία πληροφοριών από έγκυρες ιστοσελίδες.
3.Απαγόρευση της χρήσης εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης στη διάρκεια των μαθημάτων ή των εξετάσεων.
4. Αλλαγή της συνολικής φιλοσοφίας εξέτασης των μαθημάτων, η οποία θα βασίζεται στην περιγραφική αξιολόγηση και όχι στη βαθμολογική.
5.Αλλαγή του τρόπου αξιολόγησης των μαθητικών επιδόσεων. Η ικανότητα σύνθεσης απαντήσεων, η πρωτοτυπία των απαντήσεων, η ευχέρεια στην επίλυση προβλημάτων, η ποικιλία των προτάσεων και η ποικιλία των προτεινόμενων λύσεων σε ένα πρόβλημα, θα πρέπει να είναι ορισμένοι μόνο παράγοντες που θα καθορίζουν την αξιολόγηση των μαθητών.
6.Σε κάθε περίπτωση η ορθότητα των απαντήσεων θα πρέπει να αξιολογείται κυρίως από την κριτική ικανότητα του μαθητή και λιγότερο από τη στείρα μεταφορά ή αναπαραγωγή κεκτημένων γνώσεων.

Οι παραπάνω προϋποθέσεις δεν είναι ασφαλώς οι μοναδικές και επιδέχονται αμέτρητες ενδεχομένως αλλαγές ή βελτιώσεις. Άλλωστε, όπως συμβαίνει συνήθως, η καθημερινή πρακτική είναι εκείνη που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την επιτυχία ή την αποτυχία ενός μοντέλου διδασκαλίας και αυτό κρίνεται κυρίως από την ανταπόκριση των μαθητών. Εν κατακλείδι, οι προτάσεις αυτές δεν είναι οι μοναδικές που θα λύσουν τα χρόνια, πολυσύνθετα και δύσκολα προβλήματα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Το βέβαιο είναι ότι υπάρχουν άλλοι ειδικότεροι και σαφώς πιο ειδήμονες, για να συμβάλουν στη θεραπεία των εκπαιδευτικών παθογενειών ή έστω στη βελτίωση των πρακτικών προβλημάτων στον χώρο της Εκπαίδευσης. Η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης με την εισαγωγή ενός μαθήματος Κριτικού Γραμματισμού σε συνδυασμό με την αλλαγή στη φιλοσοφία της διδασκαλίας των μαθημάτων και των εξετάσεων και κατ’ επέκταση στην αξιολόγηση της παραγόμενης γνώσης με την άμεση και ενεργή συμμετοχή των κριτικά σκεπτόμενων μαθητών μπορεί να είναι μια κάποια λύση…
29/8/2025