Σύντομη Ιστορία της Φιλοσοφίας

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Ίωνες (Προσωκρατικοί) Φιλόσοφοι

Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία γεννήθηκε στην Ιωνία, στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, όπου άνθησαν οι κυριότερες και αρχαιότερες αποικίες. Γι’ αυτό, οι πρώτοι Έλληνες που ασχολήθηκαν με τη φιλοσοφία ονομάστηκαν Ίωνες φιλόσοφοι. Επίσης, είναι γνωστοί και ως προσωκρατικοί και ακόμη ως φυσικοί φιλόσοφοι, επειδή ασχολήθηκαν με τη φύση και οι σπουδαιότεροι από αυτούς έγραψαν βιβλία με τίτλο «Περί φύσιος».

Ο πρώτος από αυτούς ήταν ο Θαλής από τη Μίλητο, ο οποίος θεωρούσε πρώτη αρχή του σύμπαντος το νερό. Η ακμή του τοποθετείται γύρω στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Ακολουθούν ο Αναξιμένης, ο οποίος υποστήριζε ότι αρχή των πάντων ήταν ο αέρας, και ο Αναξίμανδρος, ο οποίος θεωρούσε ως αρχή των πάντων το «άπειρον». Ο Ηράκλειτος διατύπωσε τη θεωρία «της των πάντων ροής», σύμφωνα με την οποία όλα στον κόσμο μεταβάλλονται, μολονότι επιφανειακά μένουν τα ίδια. Αρχή των όντων θεωρεί τη φωτιά. Στα στοιχεία νερό, αέρα και φωτιά των παραπάνω φιλοσόφων ο Εμπεδοκλής από τον Ακράγαντα της Σικελίας πρόσθεσε και ένα τέταρτο, το χώμα, και έτσι δημιουργήθηκε η θεωρία των τεσσάρων στοιχείων (τα τέσσαρα ριζώματα), η οποία έπαιξε σημαντικό ρόλο, ιδιαίτερα στην αρχαία ιατρική. Ο Πυθαγόρας από τη Σάμο έδρασε στην Κάτω Ιταλία, όπου ίδρυσε μία πολιτικοφιλοσοφική αδελφότητα. Σημαντική θέση στη φιλοσοφία του κατείχαν οι αριθμοί. Σημαντικότατη, επίσης, υπήρξε η σχολή των Ελεατών, οι οποίοι, αντίθετα με τον Ηράκλειτο, υποστήριζαν ότι ο κόσμος μένει ενιαίος και αμετάβλητος, παρά τις φαινομενικές εξωτερικές αλλαγές. Τέλος, ο Αναξαγόρας από τις Κλαζομενές είναι περισσότερο γνωστός από την εισαγωγή της ιδέας του νου ως αιτίας της κίνησης των στοιχείων, κάτι που αντικατέστησε τις έννοιες «φιλότης» και «νείκος» του Εμπεδοκλή. Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι για πρώτη φορά επέβαλαν την άποψη ότι όλα πρέπει να εξηγούνται με τη λογική, χωρίς τη βοήθεια της θρησκείας ή της μαγείας.

Σοφιστές

Αντικείμενο έρευνας αποτελούσε για τους φυσικούς φιλοσόφους η φύση, μέρος της οποίας ήταν και ο άνθρωπος. Στο δεύτερο όμως μισό του 5ου αι. π.Χ. οι σοφιστές και ο Σωκράτης στρέφουν το ενδιαφέρον τους στον άνθρωπο και στα προβλήματά του. Πρώτοι οι σοφιστές, με κυριότερο εκπρόσωπό τους τον Πρωταγόρα από τα Άβδηρα της Θράκης, ασχολούνται με τα προβλήματα του ανθρώπου και θέτουν τις βάσεις της ηθικής και της πολιτικής. Πολλοί από αυτούς είναι θιασώτες του δημοκρατικού πολιτεύματος, ιδιαίτερα ο Πρωταγόρας, ο οποίος δικαίως έχει χαρακτηριστεί ως ο «πρώτος θεωρητικός της δημοκρατίας». Κύριο αντικείμενό τους ήταν η γλώσσα και οι διάφοροι θεσμοί της ανθρώπινης κοινωνίας. Αντίθετα με τους προσωκρατικούς, οι σοφιστές στηρίζονταν περισσότερο στα δεδομένα της εμπειρίας, ενώ η μέθοδος που χρησιμοποιούσαν ήταν η επαγωγική, δηλαδή προχωρούσαν από τα ειδικά προς τα γενικά.

Σωκράτης

Στο προοδευτικό πνεύμα που εισήγαγαν οι σοφιστές συνάντησαν τεράστια αντίδραση, ιδιαίτερα από το Σωκράτη και το μαθητή του τον Πλάτωνα. Ο Σωκράτης δεν ασχολήθηκε με τη συστηματική διδασκαλία, δε διατύπωσε κάποια σαφώς καθορισμένη φιλοσοφική θεωρία, ούτε συνέγραψε κάποιο έργο. Απλώς πλησίαζε τους νέους στην αγορά και στα γυμναστήρια, έπιανε συζήτηση μαζί τους και τους υπέβαλλε τέτοιες ερωτήσεις, οι οποίες τους επέτρεπαν να αναγνωρίσουν την άγνοιά τους. Παρ’ όλα αυτά όμως δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι δεν υπήρξε άλλος φιλόσοφος ο οποίος να άσκησε τόσο μεγάλη επίδραση στους μεταγενέστερους στοχαστές.

Ο Σωκράτης δεν είχε διαμορφωμένη διδασκαλία. Τα μόνα δόγματα που μπορούν να αποδοθούν με απόλυτη βεβαιότητα σε αυτόν είναι ο ορισμός, η έννοια, το σωκρατικό παράδοξο «ουδείς εκών κακός», το οποίο τονίζει την τεράστια σημασία της γνώσης στην ηθική πράξη, και ίσως η θέση ότι είναι προτιμότερο να αδικείσαι παρά να αδικείς.

Πλάτων

Ο Πλάτων (428/7-348/7), ο οποίος διατέλεσε μαθητής του Σωκράτη, υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους όλων των εποχών, αν όχι ο μεγαλύτερος. Βέβαια το φιλοσοφικό του έργο δε χωρίζεται ρητά σε διαλεκτική ή λογική, φυσική και ηθική –μια διαίρεση που εισήγαγε λίγα χρόνια αργότερα ο μαθητής του Ξενοκράτης–, αλλά καλύπτει όλες αυτές τις περιοχές της φιλοσοφίας. Πρόκειται για το πρώτο φιλοσοφικό σύστημα, το οποίο αναφέρεται σε όλο το φάσμα της γνώσης και της πραγματικότητας, κάτι που καθιστά τον Πλάτωνα, μαζί με το μαθητή του Αριστοτέλη, ιδρυτή της μεταφυσικής του δυτικού κόσμου. Το 387 π.Χ. ίδρυσε δική του φιλοσοφική σχολή με την επωνυμία Ακαδημία. Τέλος, πρέπει να προστεθεί ότι, εκτός από κορυφαίος φιλόσοφος, υπήρξε και εξαίρετος τεχνίτης του λόγου σε τέτοιο βαθμό, ώστε μερικοί διάλογοί του να θεωρούνται λογοτεχνικά αριστουργήματα.

Μέθοδος του Πλάτωνα, όπως και του Σωκράτη, ήταν η διαλεκτική, η οποία στην αρχή νοούνταν ως διαλογική συζήτηση προς εύρεση της αλήθειας, αλλά στη συνέχεια σήμαινε την αληθή πραγματικότητα, τον κόσμο των Ιδεών. Η επιστήμη, η αληθής γνώση, δεν αποκτάται με τις αισθήσεις, αλλά μόνο με τη νόηση. Η μάθηση είναι ανάμνηση. Η Φυσική ασχολείται με τα φαινόμενα, με τον κόσμο και με τον άνθρωπο, που αποτελεί μέρος του. Αντικείμενό της αποτελεί και η κοσμική ψυχή, καθώς και η ψυχή του ανθρώπου, η οποία αποτελείται από το ανώτερο μέρος, το λογικό, και το κατώτερο, που διαιρείται σε θυμοειδές και επιθυμητικό. Στην ηθική εμπίπτουν οι πράξεις του ανθρώπου. Σκοπός αυτών των πράξεων ήταν για όλους τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους η ευδαιμονία, της οποίας όμως το νόημα διέφερε στον καθένα από αυτούς. Για τον Πλάτωνα αυτή σήμαινε την απόλυτη γνώση, στην οποία φτάνει κανείς μέσω του έρωτα. Είναι η θέαση των ιδεών, ο θεωρητικός ή φιλοσοφικός βίος.
Συνέχεια της ηθικής αποτελεί η πολιτική. Τις απόψεις του γι’ αυτήν ο Πλάτων τις παραθέτει στο σπουδαιότερο από τους διαλόγους του, την «Πολιτεία». Ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει στην ολοκλήρωση της ύπαρξής του μόνο μέσα από τη ζωή της πόλης και οι πολίτες χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, τους άρχοντες-φιλοσόφους, τους φύλακες και τους δημιουργούς-χειρώνακτες.
Ο Πλάτων προσπάθησε να ξεπεράσει από τη μία τη σχετικοκρατία του Πρωταγόρα και από την άλλη την ακινησία του όντος του Παρμενίδη, αλλά ξέφυγε από τον αισθητό κόσμο σε έναν άλλο υπερβατό και έτσι έγινε ο πρώτος ιδεαλιστής φιλόσοφος.

Αριστοτέλης

Ο Αριστοτέλης (384-322/1) από τα Στάγειρα της Μακεδονίας διατέλεσε επί είκοσι χρόνια μαθητής του Πλάτωνα. Είναι ο δεύτερος μεγάλος φιλόσοφος της αρχαιότητας και υπήρξε δάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ίδρυσε δική του σχολή, τον Περίπατο. Τα έργα του που μας σώθηκαν δεν προορίζονταν για το ευρύ κοινό, με άλλα λόγια δεν ήταν «δημοσιευμένα», όπως οι διάλογοι του Πλάτωνα, αλλά αποτελούσαν σημειώσεις από τα μαθήματά του. Αυτά αποτελούν σύνθεση θεωρητικής και πρακτικής δυναμικής και χαρακτηρίζονται από μεγάλο ενδιαφέρον για τα εμπειρικά φαινόμενα. Ενώ για τον Πλάτωνα η αληθής γνώση δεν είναι δυνατό να νοηθεί χωρίς τα μαθηματικά (ιδεαλισμός), ο Αριστοτέλης προσανατολίζεται προς τη φυσιογνωστική και ιστορική εμπειρία (εμπειρισμός). Η φιλοσοφία χρωστά στον Αριστοτέλη την εξέλιξή της στους επιμέρους κλάδους της. Η κυριότερη συνεισφορά του υπήρξε η θεμελίωση της Μεταφυσικής, η οποία είναι η έρευνα για το «όντως ον», με την οποία συνδέεται η αναζήτηση για το ανώτερο ον, το «θείον». Ο κόσμος δε χωρίζεται, όπως στον Πλάτωνα, σε αισθητό και νοητό, αλλά είναι ενιαίος, μία αμοιβαία ενέργεια του πνεύματος και της ύλης.

Κέντρο της κίνησης και της τάξης αυτού του κόσμου είναι ο θεός ως νόηση που νοεί τον εαυτό της (νόησις νοήσεως). Ο θεός εδώ δεν είναι δημιουργός, αλλά αυτό προς το οποίο τείνουν όλα τα πράγματα, ενώ ο ίδιος είναι ακίνητος (το ακίνητον κινούν). Η καθαρή θεωρία φέρνει τον άνθρωπο κοντά στο θείο και γι’ αυτό οι θεωρητικές επιστήμες στέκονται πάνω από την ηθική και την πολιτική, καθώς και από τις τέχνες.

Στην ηθική του πρωτεύουσα θέση κατέχει το πρόβλημα της ουσίας της αρετής, η οποία νοείται ως το μέσον ανάμεσα σε μια υπερβολή και σε μια έλλειψη. Την υψηλότερη θέση κατέχουν οι διανοητικές αρετές.

Στο «Όργανον» περιλαμβάνονται εκείνα τα έργα στα οποία ο Αριστοτέλης αναπτύσσει τη λεγόμενη «τυπική λογική» με τόσο μεγάλη ενάργεια, ώστε αργότερα ο Καντ υποστήριξε ότι αυτή μετά το Σταγειρίτη φιλόσοφο δεν έκανε καμιά πρόοδο. Σε αυτήν εξετάζεται η εσωτερική αναγκαία σχέση ανάμεσα στη σκέψη και στην ύπαρξη έτσι, ώστε η αριστοτελική κατηγορία π.χ. είναι ταυτόχρονα θεμελιώδης μορφή της σκέψης και ταυτόχρονα θεμελιώδης δομή του είναι.

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΡΩΜΑΪΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Η Στοά, φιλοσοφική σχολή των ελληνιστικών χρόνων (3ος αι. π.Χ.-2ος αι. μ.Χ.) διακρίνεται σε Αρχαία (Ζήνων, Κλεάνθης, Χρύσιππος), Μέση (Παναίτιος και Ποσειδώνιος) και Νέα Στοά (Σενέκας, Επίκτητος και Μάρκος Αυρήλιος). Οι Στωικοί ρίχνουν το βάρος στην ηθική και προτείνουν ένα υπόδειγμα ζωής. Ιδεώδες τους είναι ο σοφός ο οποίος ενεργεί σύμφωνα με τη λογική, ζει σύμφωνα με τη φύση, κυριαρχεί στα πάθη του, υπομένει τον πόνο με «στωική» απάθεια και αταραξία και εξαρτά την ευδαιμονία του μόνο από την αρετή.
Άλλη φιλοσοφική σχολή των ελληνιστικών χρόνων είναι του Επίκουρου (4ος-3ος αι. π.Χ.). Η ατομιστική-ηδονιστική του ηθική στηρίζεται στο γνωσιολογικό αισθητισμό, τον οποίο ο Επίκουρος ανέπτυξε παραπέρα με βάση τον ατομισμό του Δημόκριτου. Με λογική στάθμιση των ηδονών και αυτοκυριαρχία είναι δυνατό ο σοφός να επιτύχει την αταραξία και την ψυχική ηρεμία. Οι θεοί ζουν, επίσης, σε κατάσταση αταραξίας και δεν ενδιαφέρονται για τον κόσμο και για τα ανθρώπινα.

Την ίδια περίπου περίοδο αναπτύχθηκε και ο σκεπτικισμός (Πύρρων από την ΄Ηλιδα, Τίμων από το Φλιούντα, Φίλων από τη Λάρισα, στους οποίους ενδεχομένως μπορούν να προστεθούν οι φιλόσοφοι της Ακαδημίας Αρκεσίλαος και Καρνεάδης) και αργότερα, από τον 3ο ως τον 5ο αι., ο νεοπλατωνισμός (Πλωτίνος, Πρόκλος κ.ά.).

ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΑΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Κατά το μεσαίωνα αναπτύσσεται κατά κύριο λόγο η θρησκευτική φιλοσοφία και μεγάλη επίδραση επίσης ασκεί στη Δύση η φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Κυριότερη μορφή είναι ο Θωμάς Ακινάτης, φιλόσοφος και θεολόγος του 13ου αι. μ.Χ., ο οποίος άσκησε, μαζί με τον Αυγουστίνο (354-430), τη μεγαλύτερη επίδραση στην ανάπτυξη της φιλοσοφικής-θεολογικής σκέψης των επόμενων αιώνων.

Οι λόγιοι πρόσφυγες που καταφεύγουν από την Κωνσταντινούπολη στη Δύση συμβάλλουν στην αναγέννηση των ελληνικών γραμμάτων στην Ευρώπη. Αυτή την περίοδο η σπουδή των έργων του Αριστοτέλη υποχωρεί και τη θέση τους καταλαμβάνει ο πλατωνισμός, ιδιαίτερα στην Ιταλία με τους Τζ. Μπρούνο, Τ. Καμπανέλα κ.ά.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Στο 17ο αιώνα κυριαρχεί το ενδιαφέρον για την ανθρώπινη φύση και για τον εξωτερικό κόσμο, με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο το Γαλιλαίο. Την ίδια εποχή αρχίζει να οργανώνεται η πνευματική ζωή με την ίδρυση Ακαδημιών και την καθιέρωση επιστημονικών συγκεντρώσεων.
Αυτό τον αιώνα ο Άγγλος πολιτικός και φιλόσοφος Φ. Μπέικον (1501-1626) γίνεται ο εισηγητής της πειραματικής φιλοσοφίας. Με το έργο του «Novum organum» επιχειρεί, απέναντι στην αριστοτελική-σχολαστική επιστήμη, να συντάξει μια νέα ιδέα της γνώσης και την ταξινόμηση των επιστημών. Υποστηρίζει ότι η εμπειρία είναι η βάση της επιστήμης. Η γνώση γι’ αυτόν είναι η δύναμη που ασκείται επάνω στη φύση προς όφελος του ανθρώπου. Η θεμελιώδης σύλληψη της φύσης από τον Μπέικον είναι άμεσα εξαρτημένη από τις αρχαίες ελληνικές έννοιες για τη φύση.

Ο Ντεκάρτ (1596-1650) δίνει μεγάλη βαρύτητα στη μεταφυσική. Η γνωστή του φράση «cogito, ergo sum» (σκέφτομαι, άρα υπάρχω), πάνω στην οποία στήριζε τη φιλοσοφία του, έδωσε μία αποφασιστική στροφή στη νεότερη φιλοσοφία. Ενώ αμφιβάλλει για τα πάντα, εντούτοις, αυτό δεν ισχύει για την ίδια την αμφιβολία, με άλλα λόγια για τη σκέψη. Η φράση του Ντεκάρτ «cogito, ergo cogitare est» (σκέφτομαι, επομένως υπάρχει η σκέψη) δεν αφορά στο ίδιο το είναι, αλλά στη σκέψη. Η φιλοσοφία του άσκησε τεράστια επίδραση στους μεταγενέστερους στοχαστές.

Ο Γάλλος φιλόσοφος, μαθηματικός και φυσικός Πασκάλ πίστευε ότι η βεβαιότητα του ανθρώπινου λογικού δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί μόνο με τα μαθηματικά, τα οποία αποτελούν την πιο τέλεια μέθοδο επιστημονικής σύλληψης της τάξης της φύσης. Επίσης, υποστήριζε ότι αυτά δεν μπορούν να μας προσφέρουν ασφαλή γνώση για τον άνθρωπο, την ύπαρξή του και τις πράξεις του. Τις απαντήσεις σε αυτά τα θέματα μπορούμε να τις αναζητήσουμε μόνο στη μεταφυσική.

Ο Άγγλος φιλόσοφος Χομπς (1588-1679) πρότεινε μια νομιναλιστική-ρασιοναλιστική φιλοσοφική θεωρία, σύμφωνα με την οποία η σκέψη παρομοιάζεται με υπολογισμό. Τη μεγαλύτερη επίδραση άσκησε η φυσιοκρατική του θεωρία για την κοινωνία και την πολιτεία. Στη «φυσική κατάσταση» υπάρχει «πόλεμος όλων εναντίον όλων». Σε αυτόν βάζει τέλος η κρατική συνθήκη, με την οποία αρχίζει να υπάρχει το κράτος και έτσι όλοι υποτάσσονται στο σύγχρονο «Λεβιάθαν».

Ο σπουδαιότερος φιλόσοφος των Κάτω Χωρών είναι ο Μπ. Σπινόζα (1632-1677). Μπορεί να χαρακτηριστεί ως ρασιοναλιστής. Ξεκινώντας από τον Ντεκάρτ και το νεοπλατωνισμό, διατύπωσε μια πανθεϊστική θεωρία της αναγκαιότητας. Ηθικό του ιδεώδες είναι η απελευθέρωση από το ζυγό των παθών με την καθαρή ενόραση των αναγκαίων νόμων του «είναι», τους οποίους ο Σπινόζα με μία αυστηρά μαθηματική μέθοδο αντλεί από την ουσία του θεού. Σύμφωνα με αυτόν υπάρχει μόνο μία ουσία, η οποία είναι αιτία του εαυτού της, έχει αναγκαία ύπαρξη και είναι αιώνια· μέσα σ’ αυτήν υπάρχουν τα πάντα και χωρίς αυτή, δεν είναι δυνατό να νοηθεί τίποτε. Αυτή είναι ο θεός.

Ο Λάιμπνιτς (1646-1716), φιλόσοφος, μαθηματικός, φυσικός και διπλωμάτης από τη Γερμανία μπορεί να χαρακτηριστεί ως το πιο καθολικό πνεύμα του 17ου αιώνα. Στόχος του ήταν ο συμβιβασμός των αντιθέσεων τόσο στον τομέα της θρησκείας όσο και της πολιτικής. Ο ίδιος ήταν προτεστάντης, αλλά αγωνίστηκε για την ένωση των Εκκλησιών. Στη φιλοσοφία επιχείρησε τη σύνθεση της μεσαιωνικής θεολογικής σκέψης με τη σύγχρονή του φυσική επιστήμη και μηχανική. Σχεδόν συγχρόνως και ανεξάρτητα από τον Νεύτωνα, ανέπτυξε το διαφορικό και τον ολοκληρωτικό λογισμό (απειροστικός λογισμός).

Η μεγαλύτερη συνεισφορά του στη φιλοσοφική σκέψη, που οδήγησε στο διαφωτισμό, είναι η «μοναδολογία» του. Σε αυτήν προσπάθησε να ξεπεράσει τις φιλοσοφικές θέσεις του Ντεκάρτ και του Σπινόζα. Πίστευε ότι ο κόσμος είναι ένα σύστημα «αρχικών δυνάμεων» (μονάδες). Πρόκειται για έσχατες απλές ουσίες χωρίς μορφή και σχήμα, οι οποίες, ανεξάρτητα η μία από την άλλη και μη δεχόμενες καμιά εξωτερική επίδραση, αντικατοπτρίζουν τον πραγματικό κόσμο, ο οποίος περιλαμβάνει τα πιο απλά όντα, φυτά και ζώα, μέχρι και τον άνθρωπο, το λογικό ον. Στην κορυφή αυτής της σειράς βρίσκεται η θεϊκή μονάδα, ο θεός, ο οποίος δεν μπορεί να επέμβει στην πορεία της φύσης. Η θεοδικία του Λάιμπνιτς είναι οπτιμιστική: ο κόσμος που υπάρχει είναι ο καλύτερος δυνατός, το κακό που υπάρχει σ’ αυτόν εξουδετερώνεται από την αρμονία του σύμπαντος.

Ο Άγγλος Τζ. Λοκ (1632-1704) υπήρξε ο πρωτεργάτης του διαφωτισμού στη χώρα του. Είναι ο κύριος εκπρόσωπος του εμπειρισμού. Σε αντίθεση με τον Ντεκάρτ, απορρίπτει τις έμφυτες ιδέες. Η γνώση στο σύνολό της προέρχεται από την εσωτερική ή την εξωτερική εμπειρία (αίσθηση, σκέψη).

Η ηθική του Λοκ είναι ευδαιμονιστική, ενώ η φιλελεύθερη θεωρία του για την πολιτεία είναι ατομιστική. Η φιλοσοφία του άσκησε τεράστια επίδραση στο Λάιμπνιτς και στον Καντ.

Στο 18ο αιώνα, τον αιώνα του διαφωτισμού, εμπίπτει η σκέψη του Νεύτωνα, η οποία ασκεί τεράστια επίδραση στην εποχή του και αργότερα. Στο α’ μισό αυτού του αιώνα έδρασε ο Άγγλος φιλόσοφος Τζ. Μπέρκλεϊ (1684-1753), ο οποίος ίδρυσε τον υποκειμενικό ιδεαλισμό, σύμφωνα με τον οποίο οι πνευματικές μονάδες αποτελούν τη μόνη πραγματικότητα. Η φύση ως χώρος του σωματικού-αισθητού είναι κάτι το πραγματικό μόνο ως παράσταση (ιδέα) και στηρίζεται στην παράσταση του θεού. Ο θεός ως η ύψιστη πνευματική ουσία δημιουργεί τις πνευματικές μονάδες και τις παραστάσεις τους για τη φύση.

Κύριος εκπρόσωπος της φιλοσοφίας του διαφωτισμού στη Γερμανία ήταν ο Βολφ (1679-1754). Είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στη γνωστική ικανότητα του ανθρώπινου λογικού και στη σημασία της στην καθημερινή ζωή.

Στα μέσα του 18ου αιώνα τοποθετείται η ακμή του Άγγλου φιλοσόφου και ιστορικού Ντ. Χιουμ (1711-1776), του κυριότερου εκπροσώπου του αγγλικού διαφωτισμού, καθώς και του κύριου ιδρυτή του θετικισμού και του ψυχολογισμού. Η ανθρώπινη σκέψη δεν έχει, κατά το Χιουμ, τίποτε το αυτόματο. Οι ιδέες είναι «αντιλήψεις», οι οποίες γίνονται δεκτές με λιγότερο ζωντανό τρόπο. Επίσης, η έννοια της ουσίας, η ιδέα του θεού και οι ηθικές ιδέες κατατεμαχίζονται από την ψυχολογική κριτική αυτού του φιλοσόφου. Η ψυχή δεν είναι τίποτε άλλο από μια «δέσμη» παραστάσεων.

Στην ίδια περίοδο βρίσκεται η ακμή του Βολταίρου, ο οποίος ασχολήθηκε με τη φύση, τον άνθρωπο και την κοινωνία, καθώς επίσης με την ιστορία και την ανεξιθρησκία. Στο ίδιο κλίμα εντάσσεται και ο Γαλλοελβετός συγγραφέας, κριτικός του πολιτισμού και φιλόσοφος Ζαν Ζακ Ρουσό (1712-1778). Όλες τις αδυναμίες που υπάρχουν στους ανθρώπους και στον κόσμο τις απέδιδε στις επιβλαβείς επιδράσεις της κοινωνίας, της επιστήμης και της τέχνης. Σημασία έχουν μόνο οι νόμοι της φύσης και της καρδιάς. Η συνείδηση είναι η μόνη αξιόπιστη σε ό,τι αφορά το καλό και το κακό. Η ύπαρξη του θεού είναι η αιτία της κίνησης και της τάξης του κόσμου, αλλά το θεό μπορούμε να τον συλλάβουμε μόνο με την καρδιά.
Στο έργο του «Κοινωνικό συμβόλαιο» ο Ρουσό υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος από τη φύση είναι ελεύθερος, αλλά η κοινωνία τον δεσμεύει με νόμους και γι’ αυτό το κράτος πρέπει να διαμορφωθεί έτσι, ώστε ο καθένας να υπακούει μόνο στον εαυτό του. Αυτό είναι δυνατό να συμβεί μόνον αν η κρατική βία είναι έκφραση του «κοινωνικού συμβολαίου».
Στα τέλη του 18ου αι. δεσπόζει η μεγάλη μορφή του Γερμανού φιλοσόφου Ι. Καντ (1724-1804), με τον οποίο ξεκινά ο γερμανικός ιδεαλισμός και η γερμανική φιλοσοφία επιτυγχάνει την παγκόσμια αναγνώριση. Το έργο του αποτελεί σημαντικό σταθμό στην ιστορία της φιλοσοφίας του δυτικού κόσμου, με κυριότερο το σύγγραμμά του «Η κριτική του καθαρού λόγου». Η κριτική όλων των θεωριών της μεταφυσικής πριν από αυτόν, την οποία χαρακτήριζε ως δογματική, όπως και η προσπάθεια στοχασμού πάνω στα θεμέλια της μεταφυσικής και της γνώσης γενικότερα, αποτελεί την πρώτη θεμελιώδη εξέταση της φιλοσοφίας του δυτικού κόσμου. Ενώ, όμως, αργότερα ο νεοκαντιανισμός θεωρεί τη φιλοσοφία του Καντ ως μια προσπάθεια ανατροπής της μεταφυσικής, σήμερα ο Καντ προβάλλει ως μεταφυσικός, μια και είχε προσπαθήσει να θέσει τις βάσεις για «κάθε μελλοντική μεταφυσική, η οποία θα μπορούσε να εμφανίζεται ως επιστήμη».

Στις αρχές του 19ου αι. παρατηρείται η ανάπτυξη της ιδεολογίας και η παρακμή της, καθώς και η εμφάνιση της εκλεκτικής πνευματοκρατίας στη Γαλλία. Η σκοτική φιλοσοφική σχολή αντιπαρατάσσει την κίνηση της «υγιούς ανθρώπινης λογικής» απέναντι στη συνδυαστική ψυχολογία του Πρίστλεϊ και στο σκεπτικισμό του Χιουμ, ενώ στην Αγγλία οι Μπένθαμ και Στιούαρτ Μιλ γίνονται εισηγητές του ωφελιμισμού, μιας φιλοσοφικής-ηθικής θεωρίας, η οποία ταυτίζει το ηθικό με το ωφέλιμο, δηλαδή με αυτό που είναι απαραίτητο για την ευημερία του ανθρώπου. Ο ωφελιμισμός έχει κριτήριο το αποτέλεσμα και όχι την ηθικότητα. Αντίθεση σε αυτό το σύστημα αποτελεί ο ρομαντισμός του Κόλριτζ και του Καρλάιλ.
Ο Γερμανός φιλόσοφος Φίχτε (1762-1814), στηριζόμενος στην υπερβατική σύνθεση του Καντ, υποστηρίζει ότι η γνώση, γενικά, πηγάζει από την καθαρή ενέργεια του «εγώ», το οποίο νοείται απολύτως. Έτσι ο κριτικός ιδεαλισμός του Καντ γίνεται υποκειμενικός. Σύμφωνα με τις τρεις αρχές της θεωρίας της επιστήμης, πρώτα το «εγώ» θέτει τον εαυτό του (θέσις), έπειτα το «μη εγώ» (αντίθεσις) και τέλος υπάρχει η σκέψη της ενέργειάς του, το «εγώ» και το «μη εγώ». Για το «καθαρό εγώ» (καθαρή θέληση) ο κόσμος δεν είναι τίποτε άλλο από αισθητοποιημένο υλικό του καθήκοντος, στο οποίο μπορεί να επιβεβαιωθεί η ηθική πράξη, οπότε το εγώ επιστρέφει στον εαυτό του.

Ο επίσης Γερμανός φιλόσοφος Χέγκελ (1770-1831) στα πρώιμα έργα του διαχωρίζει τη θέση του με το διαφωτισμό, τον Καντ και το Φίχτε. Μετά την απαλλαγή του από τη φιλοσοφική επίδραση του Σέλιγκ, παρουσιάζει στα κύρια έργα του ένα από τα σπουδαιότερα συστήματα φιλοσοφίας του δυτικού κόσμου. Βάση του κόσμου και αρχή του συστήματος αυτού του φιλοσόφου είναι το απόλυτο (ιδέα, κοσμικός λόγος, θεός), το οποίο χωρίζεται στην εξής τριάδα: 1. με την απόλυτη ιδέα «καθαυτή και για τον εαυτό της» που συνιστά αντικείμενο της Λογικής, 2. με την πραγμάτωση του απόλυτου στο «διαφορετικό» του, δηλαδή στη φύση, που αποτελεί αντικείμενο της φυσικής φιλοσοφίας και 3. το απόλυτο στην επάνοδό του από το «διαφορετικό» στον εαυτό του, δηλαδή ως πνεύμα, που αποτελεί αντικείμενο της ιστορίας του πνεύματος.
Η φιλοσοφία του Χέγκελ, με τη βοήθεια του νεοεγελιανισμού, παρέχει στη σύγχρονη σκέψη μία θεμελιώδη και αναντικατάστατη μέθοδο ανάλυσης. Αργότερα, στην αποσύνθεση του εγελιανισμού συντέλεσε η χρήση του από την αριστερά.

Πάλι στη Γερμανία, στο περιθώριο των μετακαντιανών, μπορούμε να αναφέρουμε τον Γκαίτε, το Σλάιερμάχερ, το Σοπενχάουερ κ.ά. Αυτή την εποχή στη Γαλλία αναπτύσσεται η κοινωνική φιλοσοφία του Φουριέ, ενώ στην Ιταλία ο ιταλικός ιδεαλισμός.
Στα τέλη του 19ου αιώνα και της αρχές του 20ου ο Άγγλος Τζ. Στιούαρτ Μιλ και ο Γάλλος Ογκ. Κοντ ιδρύουν το θετικισμό, σύμφωνα με τον οποίο βάση κάθε φιλοσοφίας είναι η ψυχολογία, ενώ η μοναδική πηγή γνώσης είναι η εμπειρία. Η τυπική στο θετικισμό έννοια της προόδου υπάρχει στη θεωρία του Κοντ για τα τρία στάδια της εξέλιξης της ανθρωπότητας, το θεολογικό, το μεταφυσικό και το θετικιστικό-επιστημονικό. Οι κύριοι εκπρόσωποι της εξελιξιαρχίας είναι ο Άγγλος Σπένσερ και ο Δαρβίνος.

Ο Καρλ Μαρξ την ίδια εποχή (1818-1883) δεν είχε την πρόθεση να διατυπώσει κάποια θεωρία για την οικονομία, το σοσιαλισμό ή την ιστορία της φιλοσοφίας, αλλά περισσότερο τον ενδιέφερε να ιδρύσει μία κίνηση, η οποία απέβλεπε σε μία εικόνα του ανθρώπου που θα είχε στόχο την πραγμάτωσή της με έναν ανυποχώρητο αγώνα.

Η πνευματοκρατία, σύμφωνα με την οποία το πνεύμα αναγνωρίζεται ως η μόνη πραγματικότητα, αναπτύχθηκε στη Γαλλία και βρήκε την οριστική της έκφραση στον Μπερξόν (1859-1941), ο οποίος θεωρείται ο κύριος εκπρόσωπος της «φιλοσοφίας της ζωής» (Lebensphilosophie), που συνέβαλε στη διαμόρφωση της υπαρξιακής φιλοσοφίας. Με αυτόν τον όρο εννοούμε μία περιεκτική έννοια που αναφέρεται σε φιλοσοφικές κατευθύνσεις, οι οποίες συμφωνούν στο ότι με τη λέξη «ύπαρξη» δεν εννοούμε αυτό που υπάρχει γενικά, αλλά την πραγματοποίηση της ανθρώπινης ύπαρξης. Αναπτύχθηκε από τον κλονισμό που δημιούργησε ο α’ παγκόσμιος πόλεμος και την επίδραση του Κίρκεγκορ γύρω στα 1930 και πέρασε στην πρωτοπορία όλων των φιλοσοφικών ρευμάτων. Εκπρόσωποί του είναι ο Μ. Χάιντεγκερ, του οποίου η φιλοσοφία αποτελεί μετάβαση από τη φαινομενολογία του Χούσερλ στην υπαρξιακή φιλοσοφία (το ερώτημα για την ύπαρξη του ανθρώπου προηγείται από το ερώτημα για την ουσία του), ο Κ. Γιάσπερς, ο πιο σπουδαίος υπαρξιακός φιλόσοφος μετά το Χάιντεγκερ στο γερμανόφωνο χώρο, ο Μπερντιάγιεφ, τον οποίο ο φιλοσοφικός ιδεαλισμός τον οδήγησε από το μαρξισμό σε μια θρησκευτική κοσμοθεωρία, ο Ζαν Πολ Σαρτρ, κύριος εκπρόσωπος της υπαρξιακής φιλοσοφίας στη Γαλλία, κ.ά.

Ο Χούσερλ, ιδρυτής της φαινομενολογίας, επιχείρησε, ενάντια στον εμπειρισμό και τον ψυχολογισμό, να αποκαταστήσει τη φιλοσοφία ως a priori «ισχυρή επιστήμη».
Ο Γ. Τζέιμς υπήρξε ιδρυτής του πραγματισμού, ενώ ο αμερικανός Τζ. Ντιούι με βάση αυτήν τη θεωρία ερεύνησε τον κύκλο ζωής του ατόμου, ο οποίος περικλείει όλα εκείνα που είναι ωφέλιμα στον καθένα, καθώς επίσης και τον κύκλο της κοινωνίας. Από τη μεταφυσική αυτών των δύο επηρεάστηκε ο Άγγλος φιλόσοφος, μαθηματικός, κοινωνιολόγος και αντίπαλος του χριστιανισμού Ράσελ, ο οποίος στην αρχή της σταδιοδρομίας του είχε μιμηθεί τον Πλάτωνα και αργότερα κατέληξε σε ένα νεοθετικιστικό ρεαλισμό και επιστημονισμό, χωρίς όμως να κατορθώσει να ιδρύσει σχολή που να ασκήσει επίδραση.

Γενικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι δύο κύριες φιλοσοφικές τάσεις της εποχής μας είναι η φιλοσοφία της ύπαρξης και η νεότερη μεταφυσική του όντος. Ομαδοποιήσεις, όμως, σαν και αυτή μπορεί να αποδειχθούν αυθαίρετες, επειδή τους φιλοσόφους της κάθε ομάδας τους χαρακτηρίζουν βαθιές διαφορές. Έτσι κάτω από τη «φιλοσοφία της ύλης» μπορούμε να κατατάξουμε τις θεωρίες του Ράσελ, των νεοθετικιστών καθώς και των μαρξιστών, ενώ στη «φιλοσοφία της ζωής» τις θεωρίες των Ντιούι και Κλαγκ. (..) (Βλέπε: Εγκυκλοπαίδεια «Μαλλιάρης-παιδεία» κ.α.)

Πηγή : http://www.sakketosaggelos.gr :

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων