«Η Σύζυγος» (The Wife)

Μπορεί μια ολόκληρη ταινία να στηριχτεί στην υποκριτική τέχνη μιας γυναίκας ηθοποιού ; Η απάντηση είναι : ναι, μπορεί, εφόσον πρωταγωνίστρια είναι η εφτά φορές υποψήφια για Όσκαρ Γκλεν Κλόουζ  (Glenn Close).

Όλα αρχίζουν, όταν ο συγγραφέας Τζο Κάσλμαν  (υπέροχος στο ρόλο του ο Jonathan Pryce) θα δεχθεί ένα τηλεφώνημα από τη Σουηδική Ακαδημία, για να παραλάβει το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η σύζυγός του Τζόαν (Glenn Close), θα τον συνοδεύσει στην απονομή μαζί με το γιο τους (Max Irons). Στη διάρκεια της παραμονής τους στη Στοκχόλμη, αποκαλύπτεται όλη η αλήθεια που κρύβει καλά η Τζόαν για περισσότερα από σαράντα χρόνια.

«Η Σύζυγος» (The Wife) είναι ένα αιχμηρό σχόλιο στη γυναικεία χειραφέτηση, η οποία ακόμη και στους κύκλους με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, παραμένει μάλλον ένα ταμπού.

Ο σκηνοθέτης   Björn Runge είναι φανερό πως δεν έχει μεγάλες φιλοδοξίες, ίσως και μεγάλες ικανότητες. Επαναπαύεται πάνω στις εξαιρετικές ερμηνείες των δύο βασικών πρωταγωνιστών του, της Glenn Close και του Jonathan Pryce, και παρουσιάζει ένα μάλλον αδιάφορο σεναριακά οικογενειακό δράμα, εστιάζοντας την προσοχή του περισσότερο στην «εικόνα» των ηρώων του, παρά στη βαθύτερη ανατομία της ψυχής τους. Η σκηνοθεσία του είναι πλαδαρή και αναμενόμενη, και ο ίδιος φαίνεται πλήρως ικανοποιημένος από την εστίαση της προσοχής του στη διαγραφή της ψυχοσύνθεσης της ηρωίδας του.

Η Γκλεν Κλόυζ εξάλλου, είναι μια ηθοποιός – «μηχανή». Η εσωτερική δύναμη της ερμηνείας της είναι καθηλωτική. Δίνει την εντύπωση ότι αυτό που βλέπει ο θεατής στο πρόσωπό της είναι αποτέλεσμα μιας μακράς εσωτερικής διεργασίας, μιας επίπονης άσκησης να εκφράσει με τέλειο τρόπο το εκάστοτε συναίσθημα. Είναι ίσως η μοναδική σύγχρονη ηθοποιός μαζί με την απαράμιλλη Μέριλ Στριπ (Meryl Streep), που δε χρειάζεται παρά ελάχιστα υλικά, για να κτίσει μια μνημειώδη ερμηνεία. Η σκηνοθετική καθοδήγηση φαίνεται να είναι αχρείαστη, και το σενάριο- ακόμη και αν είναι αδύναμο και αδιάφορο, όπως στην προκειμένη περίπτωση της «Συζύγου»- φαίνεται περισσότερο να συμπληρώνει την ερμηνεία της, παρά να αποτελεί το μονοπάτι πάνω στο οποίο θα βαδίσει.

Όπως και στις άλλες ταινίες της, η Γκλεν Κλόουζ είναι συγκλονιστική : αποδεικνύει για ποιους λόγους η υποκριτική τέχνη δεν έχει ανάγκη τις «κατάλληλες» συνθήκες, για να είναι σπουδαία. Αρκεί να είναι μετρημένη και πηγαία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων