Οι κίνδυνοι από την απαξίωση της πολιτικής ζωής

του Στράτου Τσαγκαρή

Η άποψη «εγώ δεν ασχολούμαι με την πολιτική» δεν είναι μόνο προκλητικά αφελής, αλλά υποθάλπει και ένα σοβαρό κίνδυνο για το δημοκρατικό πολίτευμα. Ο όρος «πολιτική», σύμφωνα με τον ασφαλέστερο ορισμό σχετίζεται με την ενασχόληση με τα κοινά προβλήματα μιας κοινωνίας, και για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε ευρέως στο μνημειώδες έργο του Αριστοτέλη «Πολιτικά». Η ενασχόληση αυτή δεν αφορά μόνον εκείνους τους πολιτευτές (βουλευτές, τοπικοί άρχοντες, εκπρόσωποι συνδικαλιστικών φορέων κ.ά) οι οποίοι, είτε από επάγγελμα , είτε από προσωπική φιλοδοξία, ή ακόμη και από πραγματικό ενδιαφέρον για τους συνανθρώπους τους αφιερώνουν την προσωπική τους ζωή στα προβλήματα των συμπολιτών τους ή θυσιάζουν την επαγγελματική τους καριέρα στην ενασχόληση με τα προβλήματα της κοινωνίας. (Τα παραδείγματα εκείνων που ασχολούνται με την πολιτική ενεργά με μοναδικό γνώμονα το προσωπικό οικονομικό κέρδος και την αναρρίχηση στην εξουσία, δεν αποτελούν στο παρόν κείμενο άξια προσοχής και αναφοράς). Αφορά επίσης και όλα τα μέλη ενός κοινωνικού συνόλου, αφού στο σύνολό τους οι δραστηριότητές τους, οι σχέσεις τους (οικονομικές, κοινωνικές, ιδεολογικές , θρησκευτικές, πολιτισμικές κ.ά) και εν γένει οτιδήποτε στοιχειοθετεί τη ζωή τους σε πρακτικό και ιδεολογικό επίπεδο έχει σχέση άμεση ή έμμεση με την «πόλη» του, δηλαδή την κοινωνία, όπου ζει και συνεπώς η άρνηση των σχέσεων αυτών, στην πραγματικότητα αποτελεί άρνηση της ίδιας της κοινωνικής τους ιδιότητας.

Διαβάζουμε από το σχολικό βιβλίο της Γ’ Λυκείου «Φιλοσοφικός Λόγος», σελ. 164-165 : «Επειδή διαβάζοντας τις ενότητες αυτές θα συναντούμε συχνότατα τη λέξη πόλις, πρέπει να έχουμε από τώρα υπόψη μας ότι η αρχαία ελληνική αυτή λέξη δεν είχε τη σημασία που έχει η δική μας λέξη «πόλη». Η αρχαία ελληνική λέξη πόλις αντιστοιχεί μάλλον στη δική μας έννοια «κράτος». Αυτή η πόλις – κράτος είναι στα Πολιτικά μια κοινότητα που την αποτελούν κυβερνώντες και κυβερνώμενοι, ἄρχοντες και ἀρχόμενοι. Είναι ένα όλον που το αποτελούν, όπως θα δούμε, μέρη· τα μέρη αυτά δεν χάνουν μέσα στο όλον τη δική τους φυσιογνωμία. Ως όλον λοιπόν η πόλις – κράτος αποτελείται από ανόμοια μεταξύ τους στοιχεία· μερικά από αυτά ασκούν εξουσία, τα άλλα υπακούουν. Ως όλον η πόλις έχει για στόχο της την ευδαιμονία, κι αυτή πάλι είναι το αποτέλεσμα της αυτάρκειας, της απόλυτης μακάρι ανεξαρτησίας από οτιδήποτε βρίσκεται έξω από την πόλιν».

Πολλοί είναι εκείνοι γύρω μας, και μάλιστα παρουσιάζουν μια συνεχώς αυξητική τάση, οι οποίοι απογοητευμένοι ή οργισμένοι για τις παθογένειες του πολιτικού συστήματος της χώρας κατά τις τελευταίες δεκαετίες, προσφεύγουν στη δήθεν ασφαλή κατάσταση της… απολιτικοποίησης, έτσι όπως τη θεωρούν, βέβαια, οι ίδιοι. Αρνούνται να συμμετάσχουν σε οποιαδήποτε διαδικασία που αφορά μια συλλογική δράση στο πλαίσιο της κοινωνίας, αρνούνται να συμμετάσχουν ως εκλογείς στα συνδικαλιστικά τους όργανα, απεχθάνονται το σύνολο των πολιτικών παρατάξεων και των εκπροσώπων τους, οχυρώνονται πίσω από την επικίνδυνη και αντιδημοκρατική άποψη ότι όλοι είναι ίδιοι, υπονοώντας πως είναι ψεύτες, κλέφτες και πολιτικοί απατεώνες, συνοδεύουν με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς οποιαδήποτε αναφορά σε πολιτικά πρόσωπα ή συνδικαλιστικούς φορείς και εν τέλει χλευάζουν και εκφράζουν την αηδία τους για οτιδήποτε έχει σχέση με την πολιτική και τον τρόπο με τον οποίο αυτή ασκείται στον κοινωνικό και εργασιακό τους χώρο. Ακόμη και όταν διακρίνουν μια αντικειμενική ειλικρίνεια στη δράση πολιτικών προσώπων ή παραδέχονται ότι μια συλλογική δράση έχει καθαρά κοινωνικό προσανατολισμό και όφελος, εκφράζουν επιφυλάξεις ή αναζητούν πίσω από τις πράξεις αυτές αμιγώς συμφεροντολογικά κίνητρα και ιδιοτέλειες. Είναι όμως αυτή η στάση μια ειλικρινής στάση ή μήπως στην καλύτερη περίπτωση συμπυκνώνει μια γενικευμένη απογοήτευση και οργή για τις υπαρκτές κακοδαιμονίες του πολιτικού συστήματος και για τις αστοχίες, τα λάθη, τις ατασθαλίες, τις παράνομες δραστηριότητες πολλών εκ των προβεβλημένων στελεχών των κομμάτων και των πολιτικών παρατάξεων που κυβέρνησαν τη χώρα από τη μεταπολίτευση του 1974 κι έπειτα ;

Η σύγχυση της πολιτικής- ως αναγκαίας και αναπόδραστης κατάστασης- σύμφυτης με την κοινωνική φύση του ανθρώπου- με τη δράση και τις συμπεριφορές πολιτικών προσώπων είναι δεδομένη και σε μεγάλο βαθμό ευθύνεται για την έκφραση αυτής της έντονης δυσφορίας που καταλήγει σε αδιαφορία και απαξίωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, η αντίδραση αυτή αποτελεί και μια εύκολη έκφραση της έμφυτης ευκολίας, με την οποία ασκείται κριτική για τη λειτουργία των πάντων και κυρίως του δημόσιου τομέα και της καχυποψίας απέναντι σε κάθε φορέα της εξουσίας, που έχει τη βάση και τις πηγές της σε ιστορικά αίτια από την εποχή ακόμη της τουρκοκρατίας, αλλά και σε ψυχολογικά συμπλέγματα και αδυναμία ένταξης του άτομου σε ένα κοινωνικό περιβάλλον συνεχώς μεταβαλλόμενο και εξελισσόμενο.   

Δεν είναι ωστόσο δύσκολο, να αποδειχτεί ότι η μη ενασχόληση με την πολιτική, δηλαδή με τα κοινά οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα, είναι αδύνατη. Αντιθέτως, είναι αυταπόδεικτη σχεδόν η ενασχόληση και η συμμετοχή, έστω και ακούσια, σε μια πληθώρα πρακτικών της καθημερινής μας ζωής.  Καθημερινά ερχόμαστε σε επαφή με άλλους ανθρώπους, είτε στο χώρο της επαγγελματικής μας δραστηριότητας, είτε στο χώρο της κοινωνικής μας ζωής. Συναναστρεφόμαστε οικειοθελώς ή όχι με άλλους ανθρώπους με τους οποίους συναλλασσόμαστε, συζητάμε, ανταλλάσσουμε απόψεις, συμφωνούμε ή διαφωνούμε, συνεργαζόμαστε, σχολιάζουμε την επικαιρότητα , την οικονομία, τη δράση των κομμάτων και των πολιτικών εκπροσώπων τους, συμμετέχουμε σε συζητήσεις αθλητικού περιεχομένου, σχολιάζουμε πολιτιστικά δρώμενα, αντιμετωπίζουμε ίδια ή παρόμοια προβλήματα και γενικά συν-βιώνουμε. Με άλλα λόγια, θέλουμε δε θέλουμε, είμαστε μέρος ενός κοινωνικού συνόλου σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο του ιστορικού συνεχούς και σε ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό τόπο στον οποίο κινούμαστε λόγω της βαρύτητας και της υλικής υπόστασης των σωμάτων μας, αλλά κι ενός ευρύτερου, παγκόσμιου συνόλου μέσω του διαδικτύου και των σύγχρονων Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας. Είναι συνεπώς τουλάχιστον αφελές να υποστηρίζουν κάποιοι ότι δεν ενδιαφέρονται για ό,τι συμβαίνει γύρω τους, ότι δεν τους αφορά καμιά απολύτως μεταβολή στην οικονομία ή στην πολιτική κατάσταση της χώρας τους, ότι δεν ενδιαφέρονται στ’ αλήθεια για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η κοινωνία μέσα στην οποία κατά τα άλλα εργάζονται, συναναστρέφονται με άλλα άτομα και γενικά ζουν, αφού τελικά όλα είναι πολιτική, όλα αποτελούν εκφάνσεις της πολιτικής δραστηριότητας των κυβερνώντων και των κυβερνωμένων. Η αντίδραση αυτή κρύβει φανερώς μια υποκριτική στάση, μια λανθασμένη αντίληψη και μια στρεβλή θεώρηση του κόσμου.  Πώς αλλιώς θα ήταν δυνατό να μην έχουμε οικονομικές συναλλαγές, να μην υπακούμε και να μη συμμορφωνόμαστε σε μια κείμενη νομοθεσία, να μη συμμετέχουμε σε πληθώρα θεσμικών υποχρεώσεων, να μην απολαμβάνουμε κοινωνικά αγαθά, όπως της δημόσιας παιδείας και της δημόσιας υγείας, ακόμη και αν δεν το επιθυμούμε, από τη στιγμή που είμαστε μέλη, είτε το θέλουμε, είτε όχι, ενός κοινωνικού συνόλου ; Τι άλλο είναι όλα τα παραπάνω, εκτός από μορφές κοινωνικής και κατά συνέπεια πολιτικής ζωής ;  

Η άρνηση και η απαξίωση της πολιτικής είναι ταυτόχρονα και ένα ισχυρό πλήγμα στο δημοκρατικό πολίτευμα. Ολοένα και περισσότεροι συμπολίτες μας εκδηλώνουν αυτή την αδιαφορία με την αποχή όχι μόνο από τις εκλογικές διαδικασίες των συνδικαλιστικών τους φορέων, αλλά και με την αποχή από τις εκλογές των τοπικών αρχόντων, φτάνοντας στο αποκορύφωμα της αντίδρασής τους με την αποχή από τις βουλευτικές εκλογές, της κορυφαίας έκφρασης του δημοκρατικού κεκτημένου τους. Η αποχή αυτή συνοδεύεται από επιχειρήματα του τύπου «όλοι είναι ίδιοι», «όλοι κοιτάζουν την τσέπη τους», «δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα, όποιος και αν εκλεγεί» και άλλες παρόμοιες απόψεις- θέσφατα. Στην ουσία απαρνούνται το κεκτημένο σύμφωνα με το Σύνταγμα δικαίωμά τους να παρέμβουν λειτουργικά στην εκλογική διαδικασία. Απεμπολούν τη δυνατότητα να αλλάξουν με την ψήφο τους την πολιτική κατάσταση και ευνουχίζουν εν τέλει την πιο ουσιαστική δυνατότητα και ευκαιρία παρέμβασης στη διαμόρφωση μιας άλλης πολιτικής, η οποία θα είναι πιο κοντά στα προσωπικά τους συμφέροντα, επιδιώξεις, οράματα ιδεολογία και κοσμοθεωρία.

Η ως ένα βαθμό απογοήτευση για την επαναλαμβανόμενη κακοδαιμονία της πολιτικής σκηνής, δεν αποτελεί άλλοθι αποχής από την ίδια την πολιτική. Ακόμη και αν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης κι Επικοινωνίας παίζουν καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτού του κλίματος απαξίωσης της πολιτικής και της επικίνδυνης γενίκευσης ότι «όλοι είναι λίγο-πολύ ίδιοι» ή ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική πολιτική λύση στα χρόνια προβλήματα της κοινωνίας, η αντίσταση είναι αναγκαία. Η συμμετοχή στις εκλογικές διαδικασίες, τόσο σε συνδικαλιστικό-επαγγελματικό επίπεδο ,όσο και σε επίπεδο τοπικών- δημοτικών ή περιφερειακών εκλογών- και πολύ περισσότερο σε επίπεδο βουλευτικών εκλογών, πρέπει να είναι η μοναδική απάντηση σε εκείνους που απεργάζονται την αποχαύνωση και την αδράνεια του κοινωνικού σώματος, για να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα. Το δημοκρατικό πολίτευμα και το εκλογικό σύστημα ειδικότερα, δίνει τη δυνατότητα εκλογής μιας κυβέρνησης, ακόμη και αν το ποσοστό συμμετοχής των δυνάμει ψηφοφόρων είναι πολύ μικρό. Συνεπώς, μια κυβέρνηση προκύπτει έτσι κι αλλιώς, είτε προσέλθει κάποιος στην εκλογική διαδικασία, είτε όχι, από τους υπόλοιπους που συμμετείχαν σε αυτή. Η μη προσέλευση στις εκλογικές διαδικασίες σημαίνει παραχώρηση σε άλλους να αποφασίσουν για μένα, σημαίνει εκχώρηση του κυριαρχικού μου δικαιώματος να αποφασίσω στο μέτρο που μου αναλογεί την πορεία την οποία προτιμώ να επιλέξει η επαγγελματική μου τάξη (αν πρόκειται για εκλογές των συνδικαλιστικών φορέων) και η ίδια η χώρα μου (αν πρόκειται για βουλευτικές εκλογές). Η συμμετοχή μου σημαίνει επίσης, ότι θωρακίζω το δημοκρατικό πολίτευμα, γιατί αυτό στηρίζεται στη συμμετοχή και στην ενεργή δράση και όχι στην αποχή και στην αδράνεια.

Όσο περισσότεροι ενεργοί πολίτες υπάρχουν, τόσο περισσότερες και καλύτερες λύσεις θα δοθούν σε ένα πρόβλημα. Πάλι ο Αριστοτέλης μας τονίζει ξεκάθαρα για ποιο λόγο είναι καλύτερο να αποφασίζουν οι πολλοί και όχι οι λίγοι ή ένας :  «Η άποψη ότι την εξουσία στην πόλη πρέπει μάλλον να την ασκεί το πλήθος παρά οι άριστοι, που είναι λίγοι, νομίζω ότι μπορεί να συζητηθεί — με το νόημα ότι είναι μια άποψη που παρουσιάζει, βέβαια, κάποιες δυσκολίες, που περιέχει όμως ίσως και κάποια αλήθεια. για το πλήθος μπορεί κανείς να πει τούτο: το κάθε επιμέρους άτομο μπορεί να μην είναι τίποτε το αξιόλογο, ενωμένοι όμως όλοι μαζί είναι ενδεχόμενο να είναι, όχι σαν άτομα αλλά σαν σύνολο, καλύτεροι από εκείνους — όπως ακριβώς τα δείπνα που γίνονται με τη συνεισφορά πολλών είναι καλύτερα από εκείνα που γίνονται με έξοδα ενός μόνο ανθρώπου. Πολλοί καθώς είναι, ο καθένας διαθέτει ένα μόριο αρετής και φρόνησης, και έτσι, ενωμένοι οι πολλοί γίνονται, κατά κάποιον τρόπο, ένας άνθρωπος με πολλά πόδια, με πολλά χέρια και με πολλές αισθήσεις — και με ανάλογη, βέβαια, αρετή και εξυπνάδα». («Πολιτικά», Γ 11,1-2).

Η αποχή από τις εκλογικές διαδικασίες και η αδιαφορία για τα πολιτικά πράγματα, αν και όπως αποδείξαμε είναι εντελώς αδύνατη στην πραγματικότητα, δε βλάπτει απλώς τη Δημοκρατία, θέτει σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξή της. Μέσα από την οξύτητα του λόγου όσων δικαιολογημένα ή με αρκετή δόση υπερβολής και σίγουρα φανερή την έλλειψη της κριτικής ικανότητας, επωάζεται το αυγό του φασισμού, καλλιεργείται η πεποίθηση ότι οι συλλογικές δράσεις, η συμμετοχικότητα, ο πλουραλισμός των προτάσεων για εποικοδομητικές λύσεις, η έκφραση διαφορετικών απόψεων, είναι απολύτως άχρηστες και περιττές. Η λύση για τους φανατικούς εχθρούς του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος είναι μια κυβέρνηση λίγων ή και ενός. Προτιμούν δηλαδή, τη μοναρχία ως απάντηση στα υπαρκτά προβλήματα και τις εγγενείς δυσλειτουργίες του δημοκρατικού πολιτεύματος, την επιβολή έστω και δια της βίας, μοναρχικών καθεστώτων , αδιαφορώντας αν αυτά, όπως επανειλημμένα έχει αποδειχτεί ιστορικά, συνδέθηκαν με τη βία, τον αυταρχισμό, τις εκτοπίσεις, τα βασανιστήρια, τις δολοφονίες αντιφρονούντων, τη διαφθορά, την αυθαιρεσία και προκάλεσαν ακόμη και εθνικές τραγωδίες (π.χ. Κύπρος). Στα μάτια τους ένας βασιλιάς, ένας αυτοκράτορας, ένας δικτάτορας, ας είναι για κάποιους κι ένας ιεράρχης, πρέπει να είναι ο εκλεκτός που θα δώσει λύση σε όλες τις κακοδαιμονίες του πολιτικού συστήματος.  Η ευκολία με την οποία αποδέχονται λύσεις εχθρικές προς το δημοκρατικό πολίτευμα, χωρίς κανένα λογικό επιχείρημα, παρά μόνο στη βάση της έξαρσης του θυμικού και της ικανοποίησης μιας υποκειμενικής αντίληψης περί του ορθού στην πολιτική ζωή, χωρίς να σέβονται ωστόσο την ποικιλία των απόψεων των υπολοίπων συμπολιτών τους, είναι άκρως αναχρονιστική και υποδηλώνει ελλειμματική κριτική σκέψη και αδυναμία προσαρμογής στην πλειοψηφική ταύτιση με τον πλουραλισμό των ιδεών και των απόψεων, που αποτελεί θεμέλιο λίθο της Δημοκρατίας. Γίνονται έρμαια της προπαγάνδας κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος από εκείνους, δημοσιογράφους, δημοσιογραφούντες  και πολιτικούς, που το εχθρεύονται και στηρίζουν την επίτευξη των στόχων τους στη διαμόρφωση της γενικότερης πεποίθησης ότι «αφού όλοι είναι ίδιοι, τελικά δεν έχει μεγάλη σημασία ποιος κυβερνάει. Επομένως, θα μπορούσε να κυβερνάει ένας ή λίγοι και τα αποτελέσματα να είναι τα ίδια, ίσως και καλύτερα».

Συμπερασματικά λοιπόν, η λύση στην κακοδαιμονία του πολιτικού συστήματος, η υπέρβαση και θεραπεία των κοινωνικών και κατ’ επέκταση των πολιτικών παθογενειών δεν είναι η αποχή και η αδιαφορία για τα πολιτικά πράγματα, αλλά αντιθέτως η συμμετοχή. Η αποχή από τις εκλογικές διαδικασίες, η αδιαφορία για τη δράση των πολιτικών κομμάτων, η απαξίωση της διαμόρφωσης πολιτικών θέσεων και ιδεολογιών, η άρνηση και υποτίμηση της πολιτικής ως μοναδικής λύσης στην επίλυση των προβλημάτων, είναι οι χειρότερες δυνατές επιλογές. Ο πολίτης που δε συμμετέχει στα κοινά, έλεγε ο Περικλής στον περίφημο Επιτάφιο λόγο του, όπως παραδίδεται από τον Θουκυδίδη, δεν είναι φιλήσυχος, αλλά άχρηστος πολίτης («μόνοι γὰρ τόν τε μηδὲν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ’ ἀχρεῖον3 νομίζομεν», Θουκυδίδου Ιστορία, Β΄,40). Είναι ένας πολίτης που δεν έχει το ηθικό δικαίωμα να διαμαρτύρεται για την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης και την επιδείνωση εν γένει της ζωής του, εφόσον δε συμμετέχει στα κοινά, δηλαδή δε συνδιαμορφώνει με το λόγο , τη δράση και τις θέσεις του την πολιτική ζωή. Απεναντίας, γίνεται άθυρμα στα χέρια των κάθε λογής εκμεταλλευτών της εξουσίας για ίδιον όφελος και πλήττει στο βαθμό που του αναλογεί το δημοκρατικό πολίτευμα. Δεν αποτελεί νίκη κατά του «διεφθαρμένου» πολιτικού συστήματος, αλλά ενίσχυσή του. Δεν αποτελεί δικαίωση της πολιτικής φιλοσοφίας του, αλλά εκχώρηση του κυριαρχικού του δικαιώματος να επιλέγει τους κρατούντες και παραχώρηση της ελευθερίας του να εκφράζει τη γνώμη και την άποψή του για οτιδήποτε συνιστά την κοινωνική του ζωή. Αδιαφορία για την πολιτική , σημαίνει τελικά αδιαφορία για την ίδια τη ζωή μας.

11/11/2018

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων