Κοινωνικό Βαρυτικό Πεδίο (ΚΒΠ)

kandinsky.comp-8

του Στράτου Τσαγκαρή

Η πιο μυστηριώδης δύναμη στη φύση είναι η βαρύτητα. Καμία άλλη δε έχει απασχολήσει τόσο πολύ τους φυσικούς εδώ και αιώνες, όσο αυτή και οι ιδιότητες της. Από τότε που ο IsaacNewton (1643-1727) συνέλαβε τον περισπούδαστο «νόμο της βαρύτητας», δηλαδή την αμοιβαία έλξη που ασκούν τα σώματα μεταξύ τους και είναι ανάλογη της μάζας τους και εξήγησε το λόγο για τον οποίο έπεσε κάποτε ένα μήλο στο κεφάλι του (λόγω της έλξης που ασκεί η μάζα της γης στη μάζα του μήλου), πέρασαν τρεις και πλέον αιώνες αδιάκοπων  αναζητήσεων της φύσης και των ιδιοτήτων της.

Στις αρχές του εικοστού αιώνα, ο νεαρός τότε AlbertEinstein    αναθεώρησε τους νόμους του Νεύτωνα για τη βαρύτητα και με τη Γενική θεωρία της Σχετικότητας το 1915, όχι μόνο ανέτρεψε πλήρως τους νευτώνειους νόμους, αλλά άλλαξε εντελώς τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε ως σήμερα ολόκληρο το σύμπαν. Με τη βαρυτική θεωρία του αποδείχτηκε ότι η ζωή , έτσι όπως τη γνωρίζουμε, καθορίζεται άμεσα από τη βαρύτητα και ότι τα πάντα σχεδόν στο σύμπαν εξαρτώνται από τους νόμους της. Από τότε ως σήμερα παραμένουν πολλά τα μυστήριά της που παραμένουν ανεξερεύνητα και οι περισσότεροι φυσικοί επιστήμονες καταλήγουν στο συμπέρασμα πως η πλήρης κατανόησή της είναι μάλλον το κλειδί για την ερμηνεία της λειτουργίας ολόκληρου του σύμπαντος και κατ’ επέκταση των πάντων. Υποστηρίζουν δηλαδή ότι ίσως είναι το κλειδί για τη σύζευξη των δύο βασικότερων θεωριών της φυσικής, της ενοποίησης δηλαδή της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας και της κβαντομηχανικής, έτσι όπως καθιερώθηκε μετά την ανακάλυψη της σταθεράς (h) του MaxPlanck. Η σταθερά αυτή με απλά λόγια σημαίνει ότι η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία μπορεί να εκπέμπεται μόνο σε κβαντισμένη (ποσοτικοποιημένη) μορφή, σε κβάντα (≥ quantum = ποσότητα από κάτι) ή «πακέτα» και η ποσότητα της ενέργειας που περιέχει το καθένα από αυτά είναι υποχρεωτικώς ακέραιο πολλαπλάσιο μιας στοιχειώδους ποσότητας. Στην περίπτωση αυτή, η στοιχειώδης ποσότητα είναι ανάλογη της συχνότητας της ακτινοβολίας, E = hν, όπου h μία σταθερά που σήμερα ονομάζεται «σταθερά του Πλανκ» και είναι η θεμελιώδης σταθερά της Κβαντομηχανικής.

Η έννοια της βαρύτητας χρησιμοποιείται ποικιλότροπα στο καθημερινό λεξιλόγιο όλων των ανθρώπων. Σε νοητικό και συνειδησιακό επίπεδο ο όρος «βαρύτητα» και η συναφής λέξη «βάρος» προσδίδει μια σειρά σημασιολογικών αποχρώσεων, για να δηλώσουν ηθική στάση, συναισθηματική φόρτιση, λογική ερμηνεία ή αντιμετώπιση καταστάσεων, επιχειρηματολογία, εγκυρότητα, αλήθεια, τιμιότητα, δικαιοσύνη, υποσχέσεις, λόγια, πράξεις, ενέργειες και άλλες πολλές παρόμοιες έννοιες, όλες με θετικό σημασιολογικό φορτίο. Συχνά ακούμε για τη «βαρύτητα των λόγων» κάποιου ή για το «βάρος» το πράξεών του ή προσδίδουμε βαρύτητα σε ηθικές ή και ανοίκειες συμπεριφορές. Σε κάθε περίπτωση, στο νοητικό επίπεδο πάντα, ο «χρωματισμός» αυτός συνδέεται με υποκειμενικούς και σχετικιστικούς χαρακτηρισμούς, ενώ ταυτόχρονα δημιουργείται σε συνειδησιακό επίπεδο η εντύπωση ότι η βαρύτητα αυτή ή το βάρος των εν λόγω συμπεριφορών αποκτούν έναν αυτόματο μηχανισμό σχηματισμού εννοιών που διαθέτουν υλική μάζα και όγκο (http://www.quantumconsciousness.org/). Οι περισσότεροι δηλαδή άνθρωποι, έχουν τη συναίσθηση ότι το βάρος των λόγων τους για παράδειγμα, έχει ταυτόχρονα ένα συγκεκριμένο και μετρήσιμο όγκο, μια υλική υπόσταση που γίνεται αντιληπτή στα βαθύτερα επίπεδα της συνείδησης. Η μέτρηση αυτού του όγκου που μεταφράζεται σε μάζα, εγγράφεται στο συνειδητό και υποσυνείδητο υπόβαθρο του υποκειμένου και καθορίζεται από τον κοινωνικό χωροχρόνο μέσα στον οποίο το υποκείμενο κινείται, είναι ένα ζητούμενο που έχει τις ρίζες του στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και κυρίως την πλατωνική και την αριστοτελική. Το ζητούμενο είναι αν οι νόμοι της φυσικής εφαρμόζονται στην ηθική φιλοσοφία και αν μπορούν να προσδιορίσουν την ηθική συμπεριφορά του ατόμου στο πλαίσιο του κοινωνικού χωροχρόνου, μέσα στο οποίο «κινούνται» και δρουν ως μέρος ενός συνόλου.  

*

Ο AlbertEinstein με τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας απέδειξε ότι η θεωρία του Νεύτωνα για τη βαρυτική έλξη που ασκούν τα σώματα μεταξύ τους αναλόγως της μάζας τους, δεν ήταν σωστή. Ο Einstein υποστήριξε και απέδειξε πειραματικά ότι αυτό που αποκαλούμε δύναμη της βαρύτητας δεν ήταν τίποτε άλλο από καμπυλώσεις στο χωροχρόνο που δημιουργούν τα σώματα με τη μάζα τους. Ήταν εκείνος που εισήγαγε ως τέταρτη διάσταση το χρόνο στον κόσμο μας και καθιέρωσε τον όρο χωροχρόνο για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται το χώρο και το χρόνο, δηλαδή ως μια αδιάσπαστη ενότητα αποτελούμενη από τρεις διαστάσεις του χώρου (μήκος, πλάτος, ύψος) και μια του χρόνου.

Ο Einstein παρομοίασε το χωροχρόνο με ένα τεντωμένο μαλακό ύφασμα, κάτι σαν δυσδιάστατο τραμπολίνο, πάνω στο οποίο κινείται  ένα ουράνιο σώμα με μάζα και όγκο που βυθίζει και καμπυλώνει το ύφασμα του χωροχρόνου σαν μπάλα του μπόουλινγκ. (Επέλεξε αυτό το παράδειγμα, για να γίνουν φανερές και πιο «ορατές» οι επιδράσεις της μάζας στο χωροχρόνο, πράγμα που είναι πολύ δύσκολο για σώματα με πολύ μικρότερη μάζα, οι καμπυλώσεις των οποίων στο χωροχρόνο είναι μάλλον ανεπαίσθητες). Η καμπύλωση του χωροχρόνου αναγκάζει όλα τα μικρότερα ουράνια σώματα να περιστρέφονται γύρω από το σώμα με τη μεγαλύτερη μάζα και «βυθισμένα» στη δική τους καμπύλωση που προκαλούν στο χωροχρόνο και είναι ανάλογη της δικής τους μάζας. Κατά συνέπεια, όλα τα υλικά σώματα ανεξαρτήτως της πυκνότητας της μάζας τους καμπυλώνουν το χωροχρόνο και η καμπύλωση αυτή είναι ανάλογη αυτής της μάζας. Με άλλα λόγια : «Η ύλη λέει στο χώρο πώς να καμπυλωθεί και ο χώρος λέει στην ύλη πώς να κινηθεί». (JohnArchibaldWheeler)

Συμπέρανε λοιπόν, ότι η βαρύτητα δεν είναι μια δύναμη που ασκεί το ένα σώμα στο άλλο, αλλά είναι αποτέλεσμα της καμπυλότητας που προκαλεί η μάζα του καθενός από αυτά χωριστά. Όσο μεγαλύτερη είναι η πυκνότητα της μάζας ενός σώματος, τόσο μεγαλύτερη είναι η καμπύλωση του χωροχρόνου από το βάρος του.

Έτσι, για παράδειγμα, εξηγείται η τεράστια καμπύλωση του χωροχρόνου που προκαλούν οι μαύρες τρύπες. Καθώς συγκεντρώνουν ασύλληπτες ποσότητες ύλης και ενέργειας μέσα τους, στο σημείο βαρυτικής μοναδικότητας,  καμπυλώνουν τόσο πολύ το χωροχρόνο γύρω τους, με αποτέλεσμα να δημιουργούν μια τεράστια δίνη που ρουφά τα πάντα, όταν αυτά βρεθούν στον ορίζοντα γεγονότων τους, και δεν επιτρέπουν να δραπετεύσει από αυτές τίποτα, ούτε καν το ίδιο το φως. Κάποιοι επιστήμονες μάλιστα, ισχυρίζονται ότι το βάρος της μάζας τους είναι τόσο μεγάλο, ώστε κάποιες μαύρες τρύπες τεντώνουν τόσο πολύ το χωροχρόνο, με αποτέλεσμα να τον σχίζουν και να δημιουργούν σκουληκότρυπες , δηλαδή σήραγγες που οδηγούν σε άλλα σημεία του  διπλωμένου από την καμπύλωση σύμπαντος. Η άποψη επίσης που διατύπωσε και ο StephenHawikng ότι οι μαύρες τρύπες σχίζοντας το χωροχρονικό ιστό εκτινάσσουν από την αντίθετη πλευρά όλο το σωρευμένο υλικό και τη σωρευμένη ενέργειά τους, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μέσω μιας μεγάλης έκρηξης σαν αυτή που δημιούργησε το δικό μας σύμπαν, ένα καινούριο σύμπαν, έχει πολλούς υποστηρικτές. Το σύμπαν δηλαδή, δεν είναι τίποτε άλλο από ένα συνεχώς αναδημιουργούμενο σύμπαν.

Όλα, συνεπώς, όσα αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας συμπεριλαμβανομένης της νόησής μας είναι καμπυλότητες του ενιαίου σύμπαντος. Αν υποθέσουμε σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη και θεωρία του BigBang, της Μεγάλης Έκρηξης, ότι ο κόσμος, έτσι όπως τον γνωρίζουμε ως σήμερα, ξεκίνησε από ένα …μπιζέλι με ανυπολόγιστη πυκνότητα ύλης και ενέργειας, και ενοποιημένες όλες τις δυνάμεις της φύσης (βαρύτητα, ηλεκτρομαγνητική, ισχυρή και ασθενής), τότε τα πάντα είναι φτιαγμένα από τα ίδια υλικά και γεννήθηκαν μέσα στον ενιαίο χυλό του σύμπαντος. Ό,τι μάλιστα ονομάζουμε ατομικότητα ή εξατομικευμένη οντότητα (υλική, πνευματική/ ψυχική) δεν είναι τίποτε άλλο από διαφορετικές καμπυλότητες στο χωροχρόνο. Ακόμη και το κενό που νομίζουμε ότι υπάρχει ανάμεσα στα υλικά σώματα, δεν είναι στην πραγματικότητα κενό, αλλά ένα ενοποιημένο χαρμάνι από τρισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων σωματιδίων ύλης. Ανάμεσα σε εμάς και σε ένα τραπέζι, ένα δέντρο, έναν σκύλο ή έναν άλλο άνθρωπο δε μεσολαβεί το κενό, αλλά ένα υλικό συνεχές, συμπαγές και αδιάσπαστο, ενιαίο και αδιαίρετο. Ένα υλικό συνεχές, συνεχώς αλληλεπιδρούμενο.

Ο νομπελίστας φυσικός και μεγάλος στοχαστής DavidBohm και μαθητής του Αϊνστάιν, (Πενσυλβάνια 1917-1992) είναι γνωστός για το ριζοσπαστικό του έργο «Ολότητα και Ενδογενής Τάξη», στο οποίο διαφαίνονται και οι επιρροές που δέχθηκε από την γνωριμία του και τους συνεχείς διαλόγους του με τον Ινδό φιλόσοφο Jiddu Krishnamurti. Ο Bohm πρότεινε ένα νέο μοντέλο πραγματικότητας που ήταν μία επαναστατική πρόκληση στην φυσική. Σε αυτό το μοντέλο, όπως και σε ένα ολόγραμμα, οποιοδήποτε στοιχείο περιέχει μέσα του το σύνολο του σύμπαντός του. Η ιδέα του Bohm περί συνόλου συμπεριλαμβάνει και την ύλη και το νου.

Ο Bohm  βλέπει ότι πίσω από το φαινομενικό xάος και την έλλειψη συνέχειας των ατομικών σωματιδίων της ύλης που περιγράφεται από την κβαντομηχανική, υπάρχει μια κρυμμένη τάξη. Αυτή η Eνδογενής Tάξη, όπως την ονομάζει, είναι η πηγή όλης της ορατής φαινομενικής ύλης του χωροχρονικού σύμπαντός μας. Η ενδογενής τάξη έχει άπειρο βάθος. Πιστεύει ότι στα εσώτατα βάθη της έχουν την πηγή τους, αλλά και ενοποιούνται η ύλη και η συνείδηση, γι’ αυτό και η συνείδηση είναι παρούσα σε κάποιο βαθμό σε όλες τις υλικές μορφές. «Καθετί υλικό είναι επίσης και νοητικό και καθετί νοητικό είναι επίσης και υλικό, αλλά υπάρχουν ακόμα λεπτότερα επίπεδα ύλης από όσα γνωρίζουμε». Έλεγε ότι μόνο κάτι πέρα από την σκέψη –η διαίσθηση, η διορατικότητα, η ανώτερη νοημοσύνη- μπορεί να δοκιμάσει το κρυμμένο. «Βαθιά μέσα στην ενδογενή τάξη, η σκέψη και η γλώσσα αποτυγχάνουν, και μόνο η ιερή σιωπή μπορεί να αποκαλύψει την αλήθεια αυτή. Η σιωπή είναι η γλώσσα του όλου, που εκφράζεται μέσα από εμάς σε μια ζωή ολότητας παρά κατακερματισμένη».

Τα σωματίδια, υποστήριζε, έχουν μια περίπλοκη εσωτερική δομή και συντροφεύονται πάντα από ένα κβαντικό κυματικό πεδίο. Επηρεάζονται όχι μόνο από κλασικές ηλεκτρομαγνητικές δυνάμεις, αλλά και από μια λεπτότερη δύναμη, το κβαντικό δυναμικό, που ορίζεται από το κβαντικό τους πεδίο, το οποίο υπακούει στην εξίσωση Schrodinger (BohmandHiley, 1993, BohmandPeat, 1989, HileyandPeat, 1991), η οποία περιγράφει τη χρονική και χωρική εξάρτηση κβαντομηχανικών συστημάτων. Το κβαντικό δυναμικό μεταφέρει πληροφορίες από όλο το περιβάλλον και παρέχει άμεσες, μη τοπικές συνδέσεις μεταξύ κβαντικών συστημάτων. Κατευθύνει σωματίδια με τον ίδιο τρόπο που κατευθύνουν τα ραδιοφωνικά κύματα ένα πλοίο με αυτόματο πιλότο- όχι με την έντασή τους, αλλά με τη μορφή τους. Είναι εξαιρετικά ευαίσθητο και περίπλοκο, ώστε οι σωματιδιακές τροχιές να εμφανίζονται χαοτικές. Αντιστοιχούν σε αυτό που ο Bohm ονομάζει Ενδογενής ή Ενυπάρχουσα Τάξη, η οποία μπορεί να θεωρηθεί, σαν ένας ωκεανός ενέργειας, στον οποίο ο φυσικός ή αναπτυσσόμενος κόσμος είναι ένας απλός κυματισμός.

Η ύπαρξη αυτής της δεξαμενής αναγνωρίζεται, αλλά δεν εκτιμάται πολύ η σημασία της από την κβαντική θεωρία που αξιώνει ένα καθολικό κβαντικό πεδίο. Κατά τον Bohm ωστόσο, το κβαντικό πεδίο, η Ενδογενής ή Ενυπάρχουσα Τάξη, υπόκειται στη διαμορφωτική και οργανωτική επιρροή ενός υπέρ- κβαντικού δυναμικού, που εκφράζει τη δράση μιας υπέρ- Ενυπάρχουσας Τάξης. Το υπέρ- κβαντικό δυναμικό κάνει τα κύματα να συγκλίνουν ή να αποκλίνουν, παράγοντας ένα είδος συμπεριφοράς όμοιας των σωματιδίων. Οι φαινομενικά διαφορετικές μορφές που βλέπουμε γύρω μας είναι συνεπώς μόνο σχετικά σταθερά και ανεξάρτητα μοτίβα, που δημιουργούνται και υποστηρίζονται από μια ακατάπαυστη και βασική κίνηση τυλίγματος και ξετυλίγματος, με τα σωματίδια να διαλύονται σταθερά μέσα σε μια Ενυπάρχουσα Τάξη και μετά να κρυσταλλοποιούνται ξανά. Αυτή η διαδικασία πραγματοποιείται ακατάπαυστα και με μια εκπληκτική ταχύτητα και δεν εξαρτάται από κάποια μέτρηση που γίνεται.

Με βάση αυτή τη λογική, έννοιες, όπως φθορά της ύλης, σπατάλη ενέργειας, ζωή και θάνατος, στην πραγματικότητα δεν υφίστανται με τον τρόπο που τις αντιλαμβανόμαστε. Είναι απλώς μια συνεχής εναλλαγή καταστάσεων (υλικών και ψυχοπνευματικών) και μορφών, οι οποίες σχηματοποιούνται από την καμπυλότητα του χωροχρόνου. Το σώμα μας για παράδειγμα, αποτελείται από άτομα με την ίδια ακριβώς δομή και σύνθεση με τα άτομα από τα οποία αποτελούνται όλα τα υπόλοιπα υλικά σώματα. Τα άτομα αυτά και τα σωματίδια που τα αποτελούν δε χάνονται, όταν το σώμα φθείρεται, αλλά απλώς δημιουργούν ενώσεις με άλλα άτομα και μετατρέπονται σε άλλα υλικά σώματα. Όπως ακριβώς το νερό γίνεται αέρας και κατόπιν βροχή, έτσι και το σώμα γίνεται για παράδειγμα λίπασμα για το χώμα ή τροφή για τα ζώα.

Με παρόμοιο τρόπο, κάποιοι υποστηρίζουν ότι και αυτό που αποκαλούμε συνείδηση ή νου ή πνεύμα, εφόσον προέκυψε από τον ενοποιημένο χυλό του σύμπαντος και αποτελείται από ύλη και ενέργεια, στην πραγματικότητα δε χάνεται ποτέ –και κυρίως, όταν επέρχεται η φθορά του υλικού σώματος μέσω του θανάτου, αλλά «ταξιδεύει» στο χωροχρονικό συνεχές, μεταφέροντας την ύλη και την ενέργεια σε άλλες υλικές οντότητες, όχι απαραίτητα με την ανθρώπινη μορφή. Άλλωστε, υπάρχουν αρκετές φιλοσοφικές θεωρίες από την εποχή του Πλάτωνα ως σήμερα και αρκετές θρησκευτικές δοξασίες, που υποστηρίζουν όχι μόνο την αφθαρσία της υλικής υπόστασης του ανθρώπινου σώματος, αλλά και τη μετεμψύχωση ή τη μετοίκηση της συνείδησης σε άλλες οντότητες ή ανθρώπους. Πιστεύουν μάλιστα, ότι η συνείδηση και η ψυχή που έχουμε όσο ζούμε, δεν είναι παρά «δάνεια» από κάποιον προγενέστερο άνθρωπο και μελλοντικά κληροδοτήματα σε κάποιους άλλους. Η συνείδηση δηλαδή, το πνεύμα μας και η ψυχή μας, είναι άχρονες οντότητες, οι οποίες μεταφέρονται αενάως από άνθρωπο σε άνθρωπο. Κι ενώ ίσως όλα αυτά προκαλούν στους περισσότερους θυμηδία ή ακόμη και γέλιο, έρχονται πρώτα η κβαντική φυσική (κβαντομηχανική) των τελευταίων εκατό χρόνων, αλλά και οι σχετικά πρόσφατες θεωρίες των χορδών να αμφισβητήσουν με τις θεωρίες και τις πειραματικές αποδείξεις τους την αμφισβήτηση όλων των παραπάνω.

Συμπεραίνουμε συνεπώς, με βάση τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, ότι, όσον αφορά τη βαρύτητα, όλα τα σώματα που έχουν μάζα -ανεξαρτήτως του όγκου της- καμπυλώνουν το χωροχρόνο αναλόγως του βάρους τους και έλκουν στην τροχιά τους τα άλλα σώματα που κινούνται γύρω τους, μέσα στις δικές τους καμπυλώσεις. Ταυτόχρονα επιπλέουμε σε έναν τεράστιο χυλό ύλης και ενέργειας και δεχόμαστε την επίδραση ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας. Παρακάτω, θα εξετάσουμε με ποιο τρόπο επηρεάζουν ενδεχομένως αυτά τα δυο δεδομένα τον άνθρωπο και την κοινωνική ζωή του.

Ας θεωρήσουμε τώρα, ότι στη θέση του χωροχρόνου, μπορούμε να τοποθετήσουμε έναν άλλο χωροχρόνο, τον οποίο ας ονομάσουμε Κοινωνικό Χωροχρόνο (ΚΧ) με δικό του Κοινωνικό Βαρυτικό Πεδίο (ΚΒΠ). Κάθε ΚΧ δηλαδή, διαθέτει το δικό του ΚΒΠ, μέσα στο οποίο αλληλεπιδρούν όλες οι δυνάμεις της φύσης, η βαρυτική, η ηλεκτρομαγνητική, η ασθενής και η ισχυρή, δημιουργώντας σχέσεις επαλληλίας και με τα υπόλοιπα ΚΒΠ, που δραστηριοποιούνται, είτε σε αυτόνομους ΚΧ, είτε σε υπο-κοινωνικά μέρη αυτών. Ας υποθέσουμε λοιπόν, ότι, όπως ακριβώς τα ουράνια σώματα καμπυλώνουν το χωροχρόνο του σύμπαντος με τη μάζα τους, έτσι και κάθε μέλος του κοινωνικού συνόλου, κάθε άνθρωπος που γεννιέται, αναπτύσσεται και ζει σε μια κοινωνία έχει τη δική του θέση στον ΚΧ και δημιουργεί τη δική του καμπύλωση στο ΚΒΠ.

Ανάλογη καμπύλωση του ΚΧ προκαλεί και μια κοινωνική ομάδα, δηλαδή ένα συντεταγμένο σύνολο ανθρώπων,  μια ομάδα κοινωνικού τύπου, με κοινά ενδιαφέροντα, στόχους, επιδιώξεις, πεποιθήσεις, ιδέες, απόψεις κλπ. Για παράδειγμα οι συγκεντρωμένοι οπαδοί μιας ομάδας σε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο, δεν αποτελούν ένα τυχαίο συνονθύλευμα ανθρώπων, μια τυχαία συνάντηση σε συγκεκριμένο χώρο και σε συγκεκριμένο χρόνο, όπως είναι για παράδειγμα οι συγκεντρωμένοι άνθρωποι σε μια στάση λεωφορείου ή σε ένα εμπορικό κέντρο. Αποτελούν μια ομάδα κοινωνικού τύπου με ειδικό ΚΒΠ, που προκαλεί καμπύλωση στον ΚΧ. Ο περαστικός έξω από το γήπεδο ή ο τηλεθεατής ενός ποδοσφαιρικού αγώνα «έλκεται» από αυτό το ΚΒΠ ή «απομακρύνεται» από αυτό αναλόγως της δικής του καμπύλωσης και η οποία είναι αποτέλεσμα της γενικότερης παιδείας του, των κοινωνικών καταβολών του, της έλξης που υφίσταται από άλλα ΚΒΠ άλλων ΚΧ ως απόρροια και της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που έχει ήδη διαμορφώσει το υλικό υπόβαθρο του δικού του Συνειδησιακού Πεδίου (ΣΠ- βλέπε παρακάτω). Κάτι ανάλογο συμβαίνει την περίπτωση της καμπύλωσης που προκαλούν στον ΚΧ οι συγκεντρωμένοι πιστοί σε μια εκκλησία ή οι συγκεντρωμένοι οπαδοί σε μια κομματική συγκέντρωση. Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα.

Η «μάζα» του ατόμου ή της κοινωνικής ομάδας –και συνεπώς το μέγεθος της καμπύλωσης που δημιουργεί στον ΚΧ- δεν είναι μόνον υλική –σωματική, αλλά και ψυχική-πνευματική, που περιέχει ενέργεια. Άλλωστε, ο Einstein με τον περίφημο μαθηματικό τύπο του (E=m.c2), απέδειξε ότι η ενέργεια είναι ισοδύναμη με τη μάζα ενός σώματος, αν την πολλαπλασιάσουμε με το τετράγωνο της ταχύτητας του φωτός ή αλλιώς ότι η μάζα ισούται με το πηλίκο της ενέργειας και του τετραγώνου της ταχύτητας του φωτός. Η ενέργεια δηλαδή, προκύπτει από τη μάζα και η μάζα είναι στην πραγματικότητα ενέργεια. Για την ακρίβεια, η μάζα είναι μια ιδιότητα που παρουσιάζει η ενέργεια. Υπό αυτό το πλαίσιο, δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να μιλάμε για διατήρηση της μάζας, αλλά για διατήρηση της ενέργειας. Είναι προϊόντα του ενιαίου υλικού και ενεργειακού χυλού του σύμπαντος.

Ο κάθε άνθρωπος ως άτομο αναπτύσσει τη δική του καμπυλότητα, τη δική του εξατομικευμένη τροχιά, η οποία όμως δεν είναι ανεξάρτητη, ούτε από τη «μάζα» των άλλων ανθρώπων γύρω του, ούτε από τη μάζα όλων των υπόλοιπων οντοτήτων ή υλικών αντικειμένων του ΚΒΠ.

Οι αρχαίοι Έλληνες σοφιστές του 5ου αιώνα π.Χ. και οι μετέπειτα μεγάλοι φιλόσοφοι, ο Σωκράτης , ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, περιέγραψαν για πρώτη φορά πολύ γλαφυρά την κοινωνική φύση του ανθρώπου. Ο Αριστοτέλης μάλιστα, υποστήριξε ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικό ζώο («φύσει πολιτικόν ζῷον ὁ ἄνθρωπος», «Πολιτικά», Α2, 5-6), δηλαδή προορισμένος να ζει σε οργανωμένη κοινωνία. Και χαρακτηρίζει εκείνον που μπορεί να επιβιώσει εκτός του κοινωνικού συνόλου, εφόσον δε συντρέχει κάποιος ειδικός λόγος, είτε κατώτερο από άνθρωπο, είτε θεό.

Και ο IrvinYalom με τη σειρά του στο μνημειώδες βιβλίο του “Στον κήπο του Επίκουρου : Αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου” (εκδ. Άγρα, 2008) υποστηρίζει ότι ένας από τους τρόπους, για να αποφύγουμε το αναπόφευκτο άγχος που επιφέρει η ιδέα του θανάτου είναι οι κυματισμοί. Γράφει ο Yalom (σελ. 92-93), “ο καθένας από εμάς παράγει- συχνά χωρίς συνειδητή πρόθεση ή χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε- ομόκεντρους κύκλους επιρροής, οι οποίοι μπορεί να επηρεάζουν άλλους ανθρώπους για πολλά χρόνια, ακόμη και για πολλές γενιές. Η επίδραση δηλαδή που έχουμε στους άλλους ανθρώπους μεταβιβάζεται με τη σειρά της σε άλλους, σαν τους κυματισμούς μέσα σε μια λιμνούλα που προεκτείνονται ολοένα, ώσπου παύουν να είναι ορατοί και συνεχίζονται πια στο νανο- επίπεδο”.

Ο Yalomμιλάει για το ατομικό βαρυτικό πεδίο, για τη βαρύτητα των πράξεων και των ενεργειών μας, οι οποίες δημιουργούν τους κυματισμούς εκείνους, με στους οποίους περιστρέφονται άλλοι άνθρωποι που επηρεάζονται από εμάς. Δημιουργούμε δηλαδή με τις πράξεις μας βαρυτικά κύματα, που απλώνονται στο χώρο και στο χρόνο. Όσο πιο μεγάλη βαρύτητα αποδίδουμε στις πράξεις αυτές, τόσο πιο επιδραστικοί είναι οι κυματισμοί τους. Με άλλα λόγια, όσο πιο σημαντικά είναι τα έργα μας, όσο μεγαλύτερη βαρύτητα έχουν οι πράξεις και τα λόγια μας, τόσο μεγαλύτερη καμπύλωση του ατομικού μας ΚΒΠ προκαλείται, τόσο περισσότεροι άλλοι άνθρωποι περιστρέφονται γύρω από την τροχιά μας και δέχονται την επίδρασή μας.

Συνεπώς, επιπλέουμε πάνω σε ένα ΚΒΠ αμέτρητων κυματισμών, άπειρων αλληλεπιδράσεων, αλλά καταλήγουμε να περιστρεφόμαστε μόνο γύρω από την τροχιά εκείνων, που έχουν ισχυρότερη βαρυτική δύναμη, όχι όμως με τη νευτώνεια λογική, αλλά με τη λογική της καμπύλωσης του χωροχρόνου, σύμφωνα με τη ΓΘΣ και της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που απορροφάμε.

*

Επιστρέφοντας σε ό,τι περιγράψαμε ως ΚΒΠ, μια απλή εμπειρική παρατήρηση γύρω μας αρκεί, για να διαπιστώσουμε ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν είναι απλώς ένα σύνολο ατόμων που συμβιώνουν σε ένα συγκεκριμένο φυσικό περιβάλλον. Υπακούουν σε κανόνες, γραπτούς και άγραφους νόμους, διακρίνονται σε άρχοντες και αρχόμενους, κυβερνώντες και κυβερνώμενους, συνάπτουν κοινωνικές, επαγγελματικές, φιλικές και ερωτικές σχέσεις, διατηρούν θεσμούς, ακολουθούν ήθη και έθιμα, οικονομικά και πολιτικά μοντέλα, παραδόσεις, αναπτύσσουν ιδεολογίες και φιλοσοφικές θεωρίες και διαμορφώνουν ηθικές στάσεις. Όλα αυτά έχουν ένα και μοναδικό σκοπό : να συμβιώσουν όσο πιο αρμονικά γίνεται στο πλαίσιο του κοινωνικού συνόλου και να ευδαιμονίσουν, να ζήσουν δηλαδή μια καλή ζωή.

Ο Αριστοτέλης- πάλι- στα «Ηθικά Νικομάχεια» υποστηρίζει ότι ο στόχος της ζωής του ανθρώπου είναι η ευδαιμονία, δηλαδή η ευτυχία. Στόχος τους ανθρώπου επομένως, δεν είναι το «ζῆν», αλλά το «εὖ ζῆν». Ό,τι πράττει στη ζωή του, το πράττει για να πετύχει αυτόν το στόχο. Και για να τον πετύχει, πρέπει να αποκτήσει ως μόνιμο στοιχείο του χαρακτήρα του (ἕξις) την αρετή. Η ἕξις δεν είναι για τον Αριστοτέλη μια αφηρημένη έννοια, αλλά καθορίζεται από τη μεσότητα που ακολουθεί ο καθένας στις πράξεις και στα πάθη του, δηλαδή τη μετρημένη συμπεριφορά, αποφεύγοντας την υπερβολή και την έλλειψη. Για τον σταγειρίτη φιλόσοφο, η μεσότητα είναι υποκειμενική. Καθορίζεται δηλαδή, από τα σωματικά προσόντα, τα ψυχικά και πνευματικά εφόδια που έχει ο καθένας και διαμορφώνουν τον χαρακτήρα του και την ιδιοσυγκρασία του, ώστε να μπορεί σε κάθε περίσταση της ζωής του να ανταποκρίνεται με τον πιο ενδεδειγμένο τρόπο, να αντιδρά και να δρα με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, να ακολουθεί επομένως τη μέση οδό (τη μεσότητα), πράγμα που είναι το ορθό και το επιλέγει με βάση τη λογική του. Συνεπώς, η αρετή δεν είναι μια αφηρημένη για τον καθένα έννοια, αλλά θα τολμούσαμε να πούμε, είναι μια κβαντισμένη (ποσοτικοποιημένη) ιδιότητα του ανθρώπου και μια καθορισμένη με βάση την παιδεία του, τα ερεθίσματα, τις πνευματικές καταβολές του και το κοινωνικό σύνολο, στο οποίο ανήκει. Διαμορφώνεται και επηρεάζεται από τα πρότυπα του ΚΧ, τα οικονομικά, πολιτισμικά, ιδεολογικά, φιλοσοφικά μοντέλα του. Άλλωστε, στα «Ηθικά Νικομάχεια» πάλι, η μεσότητα ορίζεται ως εκείνο που επιλέγει να πράξει ο καθένας και να νιώθει αναλόγως ευχάριστα ή θετικά συναισθήματα τη στιγμή που πρέπει, για τα πράγματα που πρέπει, σε σχέση με τους ανθρώπους που πρέπει, για τους λόγους που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει («Ηθικά Νικομάχεια», Β6, 10-13).

Παρ’ όλα αυτά, οι ηθικές έννοιες ίσως είναι λάθος αν εξετάζονται ως άχρονες έννοιες που ανάγονται σε ένα υπερβατικό υπερ-χρονικό και επομένως α-χρονικό επίπεδο, παραμένοντας αναλλοίωτες με το πέρασμα των αιώνων, όπως θα υποστήριζε ο Σωκράτης, ο οποίος αναζητούσε καθολικές έννοιες με ισχύ πανανθρώπινη. Οι ηθικές έννοιες διαμορφώνονται και εφαρμόζονται σε ένα χωροχρονικό συνεχές, το οποίο αποτελεί ένα χωροχρονικό εργαστήρι που δουλεύει ασταμάτητα, καθώς η μια στιγμή διαδέχεται την άλλη. Το παρόν, ως χρονικό όριο, είναι το μόνο αναγνωρίσιμο συνειδητό χρονικό πεδίο. Μέσα σε αυτό λαμβάνουν χώρα όλες οι αδιάκοπες ωσμώσεις των ηθικών αξιών και αρχών.

Κάθε άνθρωπος συνεπώς, κινείται σε συγκεκριμένο ΚΧ δημιουργώντας το δικό του ΚΒΠ. Κάθε σωματική κίνηση, κάθε συναισθηματική έξαρση ή ψυχική ανάδραση  και κάθε σκέψη του προκαλεί Βαρυτικά Κύματα (ΒΚ) όμοια με τα κοσμικά βαρυτικά κύματα, τα οποία ανακαλύφθηκαν σχετικά πολύ πρόσφατα και επιβεβαίωσαν και πειραματικά την ύπαρξή τους, έτσι όπως είχαν ήδη προβλεφθεί από τον Einstein στη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας. Συγκεκριμένα, στις 11 Φεβρουαρίου 2016, οι ομάδες συνεργασιών LIGO και Virgo ανακοίνωσαν επίσημα ότι έκαναν την πρώτη παρατήρηση των ΒΚ, που προέρχονταν από ένα ζευγάρι μαύρων τρυπών που συγχωνεύονταν, χρησιμοποιώντας τους ανιχνευτές του αναβαθμισμένου LIGO (είχε προηγηθεί μια πρώτη ανακάλυψη βαρυτικών κυμάτων στις 26 Δεκεμβρίου 2015). Μια εξέλιξη η οποία χαιρετίστηκε ως η μεγαλύτερη ανακάλυψη του αιώνα καθώς: α) επιτρέπουν την άμεση παρατήρηση της Μεγάλης Έκρηξης, κάτι που τα συμβατικά τηλεσκόπια τα οποία συλλέγουν ακτινοβολία φωτός αδυνατούσαν καθώς μπορούν να παρατηρήσουν μόνο έως 400.000 έτη μετά τη Μεγάλη Έκρηξη λόγω της μη επαρκούς διασποράς του φωτός, β) επιτρέπουν την παρατήρηση αντικειμένων στο σύμπαν τα οποία δεν εκπέμπουν φως, όπως μαύρες τρύπες και σκοτεινή ύλη.

Πιο συγκεκριμένα, η επιτάχυνση μιας μάζας παράγει βαρυτική ακτινοβολία που μπορεί να θεωρηθεί ως ένας κυματισμός της χωροχρονικής καμπυλότητας που διαδίδεται με την ταχύτητα του φωτός. Για να κατανοήσουμε καλύτερα πώς λειτουργούν τα ΒΚ, ας φανταστούμε την επιφάνεια μιας λίμνης, η οποία βρίσκεται σε απόλυτη ηρεμία. Αν ρίξουμε μια πέτρα στην επιφάνειά της θα προκληθούν ρυτιδώσεις (βαθουλώματα και εξογκώματα) με τη μορφή κυμάτων. Όσο πιο μεγάλη μάζα έχει η πέτρα ή το σώμα που θα ρίξουμε στην επιφάνεια, τόσο πιο μεγάλα θα είναι τα ΒΚ που θα δημιουργηθούν. Το ίδιο θα συμβεί με την περιστροφική κίνηση μιας μάζας πάνω στην υδάτινη επιφάνεια.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει στο χωροχρόνο : όταν το βαρυτικό κύμα περάσει μέσα από την ύλη, οι κυματισμοί στη χωροχρονική καμπυλότητα θα ασκήσουν «δυνάμεις» στην ύλη. Η κίνηση μιας μάζας προκαλεί ΒΚ, τα οποία είναι δύσκολο να ανιχνευθούν, γιατί απλώνονται με την ταχύτητα του φωτός. Ακόμα και οι πιο ισχυρές βαρυτικές διακυμάνσεις δημιουργούν πολύ μικρές παραμορφώσεις στο χωροχρόνο φτάνοντας στη Γη. Η αλληλεπίδραση των ΒΚ με την ύλη είναι αμελητέα και οι παραμορφώσεις που αυτά προκαλούν στα σώματα είναι απειροελάχιστες.

Παρόμοια συμπεριφορά παρατηρούμε στην Ηλεκτρομαγνητική θεωρία, όπου η επιτάχυνση ενός φορτισμένου σωματιδίου (φωτονίου) παράγει ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία (φως, ραδιοκύματα, ακτίνες X κτλ.). Η πρώτη ανακάλυψη που είχε γίνει στις 26 Δεκεμβρίου 2015 επιβεβαίωνε τις μεγάλες δυνατότητες του ανερχόμενου πεδίου της Αστρονομίας Βαρυτικών Κυμάτων στο να εντοπίζει κατακλυσμικά και υψηλής ενέργειας αστροφυσικά φαινόμενα στο σύμπαν, τα οποία, χάρη στην τεράστια μάζα τους, είναι ικανά να στρεβλώσουν αισθητά τον χωροχρόνο.

Ανακεφαλαιώνοντας, σημειώνουμε ότι τα ΒΚ είναι διαταραχές, οι οποίες διαδίδονται στον χωροχρόνο. Είναι οι ρυτιδώσεις που προκαλούνται από την κίνηση των υλικών σωμάτων μέσα στο χωροχρονικό συνεχές. Συνεπώς, ο λόγος για τον οποίο η Γη περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο είναι ότι η τεράστια μάζα του κάμπτει το χώρο γύρω του. Δεν υπάρχει κάτι που «τραβάει» τους πλανήτες γύρω από τον ήλιο – όπως θα υποστήριζε ο Νεύτων- πρόκειται απλώς για καμπύλωση του χώρου. Η Γη και οι άλλοι πλανήτες «επιπλέουν» πάνω στις ρυτιδώσεις που προκαλεί η μάζα του Ήλιου. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τα άλλα άστρα και τους γαλαξίες του σύμπαντος.  Οτιδήποτε με μάζα/ενέργεια μπορεί να δημιουργήσει ΒΚ, όπως, για παράδειγμα, δύο άνθρωποι που χορεύουν ο ένας γύρω από τον άλλο. Οι διακυμάνσεις στον χωροχρόνο όμως, που θα προέκυπταν από αυτό, θα ήταν πολύ ασθενείς και πρακτικά αδύνατον να ανιχνευτούν.

Αν επομένως δεχόμαστε ότι ο καθένας από εμάς ζει και κινείται σε ένα συγκεκριμένο ΚΧ, τότε δημιουργεί το δικό του ΚΒΠ και προκαλεί συνεχώς με τις κινήσεις του, από τις πιο ανεπαίσθητες, όπως είναι για παράδειγμα το πετάρισμα των βλεφάρων, ως τις πιο ισχυρές, όπως είναι το επιταχυνόμενο σπριντ, αμέτρητα (ΒΚ). Η θέση μας μέσα στο ΚΒΠ είναι μια συνεχής αλληλεπίδραση ΒΚ. Εκπέμπουμε συνεχώς ΒΚ και κολυμπάμε μέσα σε μια συνεχώς ρυτιδωμένη λίμνη από αμέτρητα ΒΚ, των οποίων η πηγή δεν είναι μόνο οι άνθρωποι, τα ζώα, το θρόισμα των φύλλων και η κίνηση των κλαδιών από το φύσημα του αέρα, του άμεσου, δηλαδή,  αισθητού περιβάλλοντός μας. Η πηγή των ΒΚ που δεχόμαστε και επιδρούν πάνω μας έχει ξεκινήσει πιθανόν από οποιοδήποτε σημείο της γης ή ακόμη και από οποιοδήποτε σημείο του σύμπαντος πριν από δισεκατομμύρια χρόνια. Δεχόμαστε την επίδραση τρισεκατομμυρίων τρισεκατομμυρίων βαρυτονίων (ή γκραβιτονίων) από κάθε γωνιά του σύμπαντος. (Στη φυσική, το βαρυτόνιο ή γκραβιτόνιο είναι ένα υποθετικό στοιχειώδες σωματίδιο, που θεωρείται πως είναι ο φορέας της δύναμης της βαρύτητας).

          Εκτός όμως, από βαρυτόνια που μεταφέρονται από ΒΚ, δεχόμαστε και απορροφάμε σε ένα μεγάλο ποσοστό και φωτόνια. Τα φωτόνια είναι μικροσωματίδια που μεταφέρουν φως και είναι μονάδα μέτρησης ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας. Πώς παράγονται όμως, τα φωτόνια και ποιες οι ιδιότητές τους ; Σύμφωνα με το ατομικό πρότυπο του NilsBohr, ενός πρωτοπόρου της κβαντομηχανικής, ισχύουν οι εξής δύο συνθήκες : 1) τα ηλεκτρόνια περιστρέφονται γύρω από τον πυρήνα σε ορισμένες μόνο κυκλικές τροχιές (επιτρεπόμενες τροχιές). Το σύνολο των τροχιών αυτών ονομάζονται στοιβάδες. Κάθε επιτρεπτή τροχιά έχει καθορισμένη τιμή ενέργειας και λέμε ότι είναι κβαντισμένη, 2) τα ηλεκτρόνια, όταν κινούνται στις επιτρεπόμενες τροχιές, έχουν ορισμένη ενέργεια και δεν εκπέμπουν ακτινοβολία. Αντίθετα, όταν ένα ηλεκτρόνιο μεταπηδήσει από τροχιά με ενέργεια Ε2 σε τροχιά μικρότερης ενέργειας Ε1, τότε το άτομο εκπέμπει ακτινοβολία ενώ όταν μεταπηδήσει από χαμηλότερη σε ψηλότερη τροχιά απορροφά ακτινοβολία. Σε κάθε περίπτωση η ενέργεια που εκπέμπεται ή απορροφάται είναι ίση με τη διαφορά Ε2-Ε1. Η ενέργεια αυτή είναι το μικρότερο, το στοιχειώδες ποσό ενέργειας, που λέγεται κβάντο ενέργειας,  γνωστό και ως φωτόνιο. Κάθε φορά που ένα άτομο θερμαίνεται, προκαλεί μεταπηδήσεις ηλεκτρονίων από τροχιά σε τροχιά, δηλαδή αλλαγή στοιβάδας, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, δηλαδή φωτονίων.

Στην κλασική θεωρία, οι δυνάμεις διαδίδονται μέσω των πεδίων. Όμως στις πιο σύγχρονες κβαντικές θεωρίες πεδίων, όπως είναι η κβαντική ηλεκτροδυναμική (QED), τα πεδία δυνάμεων θεωρείται ότι συγκροτούνται από στοιχειώδη σωματίδια, τα μποζόνια, τα οποία είναι τα σωματίδια φορείς των αλληλεπιδράσεων -δυνάμεων.

Τα σωματίδια αυτά θεωρείται ότι πηγαινοέρχονται μεταξύ των σωματιδίων της ύλης, που ονομάζονται φερμιόνια, μεταδίδοντας σε αυτά τις δυνάμεις. Έτσι έχουμε δυο ειδών σωματίδια, τα σωματίδια ύλης, τα φερμιόνια και τα σωματίδια φορείς των δυνάμεων, τα μποζόνια.

Σε αυτή την ταξινόμηση, το ηλεκτρόνιο που είναι ένα λεπτόνιο, όπως και τα quarks από τα οποία αποτελούνται τα νουκλεόνια, θεωρούνται σωματίδια ύλης και άρα είναι φερμιόνια, που υπακούουν στην απαγορευτική αρχή του Pauli. Σύμφωνα με αυτή, είναι αδύνατο να υπάρξουν στο ίδιο άτομο ή σύμπλεγμα ατόμων πάνω από δύο ηλεκτρόνια στην ίδια ενεργειακή στάθμη.

Το φωτόνιο όμως, δεν είναι σωματίδιο ύλης, αλλά σωματίδιο φορέας δύναμης και μάλιστα είναι ο φορέας της ηλεκτρομαγνητικής δύναμης-αλληλεπίδρασης. Το φωτόνιο είναι λοιπόν ένα μποζόνιο και δεν υπακούει στην απαγορευτική αρχή του Pauli.

Η αλληλεπίδραση μεταξύ δυο ηλεκτρικών φορτίων π.χ δυο ηλεκτρονίων γίνεται ως εξής: Το ηλεκτρόνιο (σωματίδιο ύλης), εκπέμπει ένα φωτόνιο (σωματίδιο δύναμης) και σκεδάζεται, δηλαδή διασκορπίζεται. Κατόπιν το σωματίδιο δύναμης συγκρούεται με ένα άλλο σωματίδιο ύλης, π.χ το δεύτερο ηλεκτρόνιο, απορροφάται από αυτό και έτσι μεταβάλλεται και η κίνηση του δεύτερου ηλεκτρονίου.

Όπως αποδείχτηκε πειραματικά πολλές φορές (Πείραμα Διπλής Σχισμής) ένα σωματίδιο, επομένως κι ένα φωτόνιο, λειτουργεί με δύο τρόπους : και ως ύλη, και ως κύμα. Το κύμα έχει την ιδιότητα να μεταδίδεται μέσα από υλικά σώματα. Όταν ένα κύμα συναντήσει ένα πυκνότερο μέσο, τότε ένα τμήμα του κύματος διαδίδεται και ένα τμήμα ανακλάται. Εάν η ταχύτητα στο πυκνότερο μέσο είναι μικρότερη, τότε το μήκος κύματος είναι μικρότερο.

Αν υποθέσουμε ότι ένα φωτόνιο (στοιχειώδες σωματίδιο της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας) προσκρούει σε ένα κάτοπτρο, τότε ένα μέρος του φωτονίου θα ανακλαστεί στα τεμαχίδια του αργύρου, από τα οποία αποτελείται το κάτοπτρο, και θα γυρίσει πίσω σύμφωνα με τους νόμους της ανάκλασης και ένα μέρος θα περάσει στο γυαλί σύμφωνα με τους νόμους της διάθλασης. Αυτό συμβαίνει, γιατί το φωτόνιο λειτουργεί και ως σωματίδιο, οπότε ανακλάται, και ως κύμα , οπότε διαθλάται (κυματοσωματιδιακός δυϊσμός)

Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι στο ΚΒΠ, μέσα στο οποίο κινούμαστε, δε δεχόμαστε μόνο ΒΚ, τα οποία μας «συγκρατούν» σε ένα συγκεκριμένο ΚΧ, αλλά και αμέτρητα φωτόνια ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, τα οποία εκπέμπονται από οποιοδήποτε υλικό σώμα του σύμπαντος και όχι μόνο από όσα βρίσκονται σε μια μικρή σχετικά απόσταση από εμάς.

Εξάλλου, υπάρχει και το Φωτοηλεκτρικό Φαινόμενο, εισηγητής του οποίου ήταν ο AlbertEinstein. Το φωτοηλεκτρικό φαινόμενο είναι το φαινόμενο κατά το οποίο μια μεταλλική επιφάνεια απελευθερώνει ηλεκτρόνια στο περιβάλλον, όταν πάνω της προσπίπτει φως.Τα ηλεκτρόνια που υπάρχουν στο εσωτερικό ενός αγωγού περιορίζονται στο χώρο που καταλαμβάνει ο αγωγός, από δυνάμεις που εμποδίζουν τη διάχυσή τους στο περιβάλλον. Όταν μια δέσμη φωτός προσπίπτει πάνω στην επιφάνεια του αγωγού κάποια ηλεκτρόνια απορροφούν ενέργεια αρκετή για να υπερνικήσουν αυτές τις δυνάμεις και βγαίνουν από το μέταλλο (φωτοηλεκτρόνια).

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεχόμαστε την επίδραση τρισεκατομμυρίων φωτονίων, τα οποία ανακλώνται πάνω μας, αλλά και διαθλώνται μέσα μας, εφόσον λειτουργούν και ως υλικά σωματίδια, και ως κύματα. Το είδος αυτής της επίδρασης, ο βαθμός επίδρασης και κυρίως τα αποτελέσματα αυτής της επίδρασης είναι αδύνατον να καθοριστούν με ακρίβεια με τις γνώσεις και τα μέσα που διαθέτουμε. Είναι όμως, θέμα χρόνου να το καταφέρουμε.

Ωστόσο, είναι αδιανόητο να πιστεύουμε ότι η υλική υπόστασή μας είναι ακέραια και η ατομικότητά μας είναι μια κρυστάλλινη αδιαπέραστη μάζα. Αυτό που είναι δεδομένο, είναι ότι ζούμε και κινούμαστε μέσα σε έναν απέραντο χυλό ύλης και ενέργειας. Βρισκόμαστε σε μια αδιάκοπη αλληλεπίδραση με αυτή την ύλη και αυτή την ενέργεια, η οποία μετασχηματίζει συνεχώς τη δομή της υλικής μας υπόστασης, έστω και απειροελάχιστα, έστω και ανεπαίσθητα. Οι αισθήσεις αδυνατούν να κωδικοποιήσουν τις αλλαγές που προκύπτουν από το συνεχή και αδιάκοπο βομβαρδισμό μας από αμέτρητα φωτόνια και την εκπομπή άλλων τόσων από εμάς τους ίδιους, κάθε φορά που τα ηλεκτρόνια, τα οποία βρίσκονται στα άτομα, από τα οποία συντίθεται το σώμα μας, αλλάζουν στοιβάδα λόγω της θερμότητας, δηλαδή τροχιακό πεδίο, και είτε απορροφούν, είτε εκπέμπουν ενέργεια. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η σύνδεση ανάμεσα στον υλικό κόσμο του σύμπαντος και στο σύνολο της δικής μας ύλης βρίσκεται σε μια αδιάκοπη και εξελισσόμενη με ασύλληπτη ταχύτητα αλληλεξάρτηση · ότι είμαστε ένα εύπλαστο υλικό μέσα σε ένα απέραντο ενοποιημένο σύμπαν και οτιδήποτε αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, ακόμη κι εμάς τους ίδιους, δεν είναι τίποτε άλλο από ένα στιγμιότυπο, από μια φωτογραφική απεικόνιση της στιγμής, ως αποτέλεσμα της συνείδησης που εγγράφεται ανά πάσα στιγμή στον εγκέφαλό μας ως πληροφορία και αναπαράγεται κάτω από τις συνεχείς αλληλεπιδράσεις αμέτρητων φωτονίων ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας. Ο ΚΧ μας είναι μια τεράστια λίμνη βαρυτικών κυμάτων, τα οποία μας συγκρατούν σε τροχιά γύρω από τα υπόλοιπα υλικά μέρη του και ενέργειας, που παράγεται από την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, η οποία διαχέεται από την κυματοειδή φύση των ηλεκτρονίων, τα οποία αλλάζοντας τροχιές γύρω από τον πυρήνα των ατόμων, μετατρέπονται σε φωτόνια, τα οποία με τη σειρά τους ταξιδεύουν με την ταχύτητα του φωτός. Κάποια (πολλά) από αυτά «προσκρούουν» πάνω μας και τότε ένας μέρος τους ανακλάται, ενώ ένα μέρος τους διαθλάται μέσα μας.

Η διάθλαση αυτή είναι καθοριστική για τη δημιουργία της Συνείδησης, για τη δημιουργία αυτού που στο εξής θα αποκαλούμε Συνειδησιακό Πεδίο (ΣΠ). Προτού τολμήσουμε όμως, να αποδώσουμε ορισμένα χαρακτηριστικά στο ΣΠ, ας προσπαθήσουμε να αναλύσουμε την πιο γοητευτική και πιο πειστική θεωρία για της δημιουργία της συνείδησης, έτσι όπως διατυπώθηκε κυρίως από τον RogerPenrose (https://www.youtube.com/watch?v=lJmzfdF4CZk) και αργότερα από τον  Stuart Hameroff(https://www.youtube.com/watch?v=mH3FvA8zDdY).

Ο μεγάλος θεωρητικός και φυσικομαθηματικός Roger Penrose (γενν. 1938) περιέγραψε τη συνείδηση ως μια φυσική διεργασία που συνδέεται με το χωροχρόνο. Οτιδήποτε εισέρχεται στο μυαλό μας με τη μορφή εξωτερικού σήματος,  κάπου εγγράφεται. Είναι το έγγραμμα των νευροβιολόγων. Για να εγγραφεί όμως κάποιο επίγραμμα, κάτι θα πρέπει να αλλάζει φυσικά και δομικά στον εγκέφαλό μας. Συγκεκριμένα, μέσα στους μικροσωληνίσκους που αποτελούν τους νευρώνες του εγκέφαλου εδρεύουν τουμπουλίνες (πρωτεΐνες), οι οποίες μεταφέρουν πληροφορίες από τον ένα μικροσωληνίσκο στον άλλον και διατηρούνται για μεγάλο διάστημα ενεργοποιώντας με αυτόν τον τρόπο τη συνείδηση. Οι πρωτεΐνες αυτές στην ουσία προκαλούν αντικειμενικές καταρρεύσεις κυματοσυναρτήσεων, δηλαδή κυματοειδών κινήσεων σωματιδίων στο χώρο. (Σημείωση : το σωματίδιο ανακλάται, το κύμα διαθλάται). Ο Penrose βρήκε λοιπόν, το βιολογικό υπόβαθρο για τη δημιουργία της συνείδησης.

Και καλά ως εδώ. Γιατί, όλα τα παραπάνω ερμηνεύουν τη συνείδηση που αποκτούμε όσον αφορά την ύλη που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας. Τι συμβαίνει όμως, με τη συνείδηση των ιδεών, των συναισθημάτων, της θέσης μας στον κόσμο, της ύπαρξής μας εντέλει ; Πώς δημιουργείται δηλαδή η ηθική συνείδηση ; Τι καθορίζει και υπαγορεύει την ενδεδειγμένη κάθε φορά (σωστή) συμπεριφορά, την αριστοτελική μεσότητα ; Ποια φυσική διεργασία μας ωθεί να επιλέγουμε τι είναι σωστό και τι λάθος, τι είναι καλό και τι είναι κακό, τι είναι ωραίο και τι άσχημο, τι είναι δίκαιο και τι είναι άδικο, τί τελικά είναι ηθικό και τί είναι ανήθικο ; Αν οι πληροφορίες που λαμβάνουμε για τον υλικό κόσμο είναι «αντικειμενικές», τότε οι πληροφορίες για την ηθική στάση μας στον κόσμο από ποιους παράγοντες καθορίζονται ;

Οι καμπυλότητες του χωροχρόνου ίσως θα μπορούσαν να είναι μια απάντηση. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (η άποψή του, όσο και αν διαφοροποιείται σε μεταγενέστερους στοχαστές, παραμένει κυρίαρχη και κοινώς αποδεκτή), η κοινωνία στην οποία ζούμε, oKX και το ΚΒΠ, ορίζει την ηθική στάση απέναντι στα πράγματα, δηλαδή την ενδεδειγμένη κάθε φορά συμπεριφορά μας. Όπως ακριβώς οι πλανήτες διαγράφουν τις τροχιές τους λόγω της καμπυλότητας του χωροχρόνου γύρω από βαρύτερους και με μεγαλύτερη μάζα αστέρες που την προκαλούν (σύμφωνα με τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας του Einstein), με παρόμοιο τρόπο οι άνθρωποι είναι απολύτως και φυσικώς («φύσει πολιτικόν ζῷον ὁ ἄνθρωπος») εξαρτημένοι από τις «καμπυλότητες» των υπολοίπων μελών του κοινωνικού συνόλου, τις δομές και τους θεσμούς του.

Κάθε άνθρωπος δημιουργεί γύρω του ένα κβαντισμένο ΚΒΠ, του οποίου η επιρροή δεν είναι δυνατόν να μετρηθεί και να μελετηθεί  με ακρίβεια. Το βέβαιο είναι ότι με βάση τους βαρυτικούς νόμους που γνωρίζουμε ως σήμερα η έλξη που ασκεί το φανερό υλικό μέρος, το σώμα του, είναι απειροελάχιστή και συνεπώς ανεπαίσθητη. Τί συμβαίνει όμως, με την επιρροή που ασκεί γύρω του κάποιος, όταν ακτινοβολεί ενέργεια προς τους ανθρώπους που περιστρέφονται στο δικό του ΚΒΠ ; Η απάντηση δεν μπορεί ασφαλώς να δοθεί με ακρίβεια, αλλά δε θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι η επιρροή αυτή είναι υπαρκτή και τηρουμένων των συνθηκών είναι ισχυρή. Την παρατηρούμε διαρκώς στους ανθρώπους που «έλκουν» άλλους ανθρώπους γύρω τους και «έλκονται» από του ίδιους ή άλλους. Παρατηρούμε αυτή την έλξη σε επίπεδο σωματικό, ψυχικό και πνευματικό. Η σωματική κατασκευή κάποιου, η φυσιολογία του σώματός του, οι μύες, οι καμπύλες, τα μαλλιά του, το σχήμα του προσώπου του κλπ, προκαλούν θαυμασμό, αισθητική απόλαυση, σεξουαλική έλξη ή αποστροφή. Ανάλογη έλξη ή αποστροφή προκαλούν τα συναισθήματα και σίγουρα οι ιδέες, οι σκέψεις, η φαντασία και γενικότερα η άποψη κάποιου απέναντι σε αισθητικά, επιστημονικά, καλλιτεχνικά, πολιτικά, ιδεολογικά και άλλα ζητήματα. Η «χημεία» των σωμάτων, των ψυχών και των πνευμάτων, όπως υποστήριξαν οι Penrose και Hammeroff, είναι μια υλική, εγγεγραμμένη ουσία στους νευρώνες του εγκεφάλου. Μεταδίδεται μέσω των πρωτεϊνών (τουμπουλίνες) από τα μικροσωληνίδια που δομούν τους νευρώνες και των οποίων ο συνδυασμός δημιουργούν τους κόμβους των πληροφοριών. Αυτές οι πληροφορίες εγγράφονται και αποκτούν μια σταθερή και μόνιμη υλική υπόσταση, κρυσταλλοποιούνται. Και έχουν τη δυνατότητα, με τα κατάλληλα ενεργειακά ερεθίσματα να ανακαλούνται, να προκαλούν αυτόματες καταρρεύσεις κυματοσυναρτήσεων και να δημιουργούν καινούρια «πακέτα» κβάντων συνείδησης.  

Όπως μάλιστα σημειώσαμε νωρίτερα, η ελεύθερη επιλογή μιας ενάρετης πράξης (Αριστοτέλη, «Ηθικά Νικομάχεια»,Β 6, 14-16 ), (έτσι όπως αυτή ορίζεται από την εκάστοτε κοινωνική σύμβαση και από τον «όγκο» και τη «βαρύτητά» της) προκαλεί ευχάριστα –άρα αποδεκτά- συναισθήματα, κι επομένως «αντικειμενική» κατά μια έννοια κατάρρευση μιας συγκεκριμένης κυματοσυνάρτησης, η οποία εγγράφεται στους μικροσωληνίσκους των νευρώνων και αποκτά υλική υπόσταση. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην περίπτωση της κατάρρευσης μιας κυματοσυνάρτησης, που προκαλεί αρνητικά –μη αποδεκτά- συναισθήματα.

Οι ηθικές ή ανήθικες πράξεις διαμορφώνονται από τις καμπυλότητες του χωροχρόνου μέσα στον οποίο κινούμαστε, αλλά η επιλογή τους δεν εξαρτάται από τυχαίες επιδράσεις κυματοσυναρτήσεων, αλλά από την ενεργοποίηση των ήδη αποθηκευμένων πληροφοριών στους νευρώνες μας. Έτσι ίσως εξηγείται η δημιουργία ολογραμμάτων (καταρρεύσεις κυματοσυναρτήσεων) για καταστάσεις που ποτέ δεν έχουμε ζήσει, για εικόνες που ποτέ δεν έχουμε δει, για τόπους στους οποίους ποτέ δεν έχουμε ταξιδέψει, για ανθρώπους που ποτέ δεν έχουμε συναντήσει, για ιδέες και σκέψεις που γεννιούνται ανά πάσα στιγμή μέσα στον εγκέφαλό μας, έτσι εξηγείται η φαντασία μας.

Με παρόμοιο τρόπο παγιώνεται και η συνείδησή μας, τόσο για τα υλικά, όσο και για τα άυλα μέρη του κόσμου μας. Με την επανάληψη των καταρρεύσεων μιας κυματοσυνάρτησης (ακόμη και αν ποτέ δεν είναι ακριβώς ίδια), δημιουργούνται τα σταθερά για ένα τουλάχιστον χρονικό διάστημα ολογράμματα  των υλικών και των νοητών αντικειμένων (Σύνδεση της ηθικής φιλοσοφίας του Αριστοτέλη και της κβαντικής θεωρίας). Αυτά με τη σειρά τους εγγράφονται μέσω των τουμπουλίνων που διαπερνούν τους μικροσωληνίσκους στο πλέγμα των βρόγχων που σχηματίζουν (Νανόπουλος) και δημιουργούν τη σκέψη από το συνδυασμό των πληροφοριών που λαμβάνουν ως εξωτερικά ερεθίσματα. Τα ερεθίσματα αυτά, με βάση την κβαντομηχανική, είναι κβάντα, φωτόνια ηλεκτρομαγνητικής αντινοβολίας, των οποίων ένα μέρος ανακλάται στα αισθητήρια όργανα κι ένα μέρος τους διαχέεται σαν κύμα, διαπερνά τα τοιχώματα των νευρώνων και εγγράφονται στους μικροσωληνίσκους, δηλαδή αποθηκεύονται στις πρωτεΐνες (τουμπουλίνες), οι οποίες ταξιδεύουν ασταμάτητα στους κόμβους των νευρώνων δημιουργώντας σκέψη, φαντασία, μνήμη, συνείδηση.

Αυτό που πρότεινε η ομάδα του Δημήτρη Νανόπουλου είναι ότι υπάρχουν ήδη στην φύση κβαντικά μπιτ και κβαντικοί υπολογιστές, οι οποίοι λειτουργούν σε θερμοκρασία δωματίου. Με βάση την κβαντική ηλεκτροδυναμική και γενικότερα την κβαντική θεωρία πεδίου, ανέλυσαν τη δομή των μικροσωληνιδίων και της πρωτεΐνης τουμπουλίνης και αναγνώρισαν ότι η ηλεκτρική διπολική ροπή της πρωτεΐνης αυτής, υπό συγκεκριμένες συνθήκες όπως αυτές στο εσωτερικό ενός ζωντανού κυττάρου, μπορεί να βρίσκεται σε επαλληλία δύο καταστάσεων δίνοντας μας έτσι ένα κβαντικό μπιτ. Επίσης, η ανάλυση έδειξε ότι μικροσωληνίδια ή ακόμη και ολόκληροι νευρώνες είναι δυνατόν να βρίσκονται σε κατάσταση επαλληλίας για χαρακτηριστικούς χρόνους συγκρίσιμους με αυτούς νευροβιολογικών συστημάτων. Έτσι εξηγείται η φύση της ολοκληρωμένης μνήμης, καθώς νευρώνες που διαθέτουν πληροφορίες που ανήκουν στην ίδια μνήμη, (π.χ. το σχήμα του προσώπου και ή χροιά της φωνής ενός γνωστού), δεν χρειάζεται να ενεργοποιηθούν εξατομικευμένα με αργά-κινούμενους νευροδιαβιδαστές, παρά φτάνει να λάβει σήμα ένας νευρώνας και αμέσως όλοι οι νευρώνες που βρίσκονται σε επαλληλία με αυτόν ενεργοποιούνται ταυτοχρόνως.

Η κβαντική θεωρία εγκεφάλου δεν διίσταται με καμία από τις καλά εμπεριστατωμένες παρατηρήσεις και ανακαλύψεις της νευροβιολογίας του τελευταίου αιώνα, απλά δίνει στους νευρώνες την δυνατότητα να «καλούν υπεραστικά» και γρήγορα άλλους σχετικούς νευρώνες, έτσι ώστε να μπορεί να αρχίσει η διαδικασία κλασσικής ταυτόχρονης λειτουργίας μερών του εγκεφάλου, όπως παρατηρείται στα σημερινά πειράματα fMRI (functionalMagneticResonanceImaging), και PET (Positron Emission Tomography).

Το «έγγραμμα» της μνήμης στο μοντέλο αυτό συνίσταται από την διάταξη των πρωτεϊνών MAPs που γεφυρώνουν τα μικροσωληνίδια, φτιάχνοντας κόμβους, οι οποίοι σε αναλογία με τα δάκτυλα του κιθαρίστα, αναγκάζουν τα μικροσωληνίδια να έχουν διαφορετικές χαρακτηριστικές συχνότητες αλληλεπίδρασης με άλλα μικροσωληνίδια ή και νευρώνες.

Αν επομένως, η κβαντική θεωρία είναι σωστή, ακόμη και η συνείδηση δεν είναι ένα αφηρημένο και άυλο νοητικό κατασκεύασμα του ανθρώπου, αλλά κβαντισμένη (ποσοτικοποιημένη) κυματοσυνάρτηση, που περιέχει πληροφορίες για την κίνηση σωματιδίων στο χώρο, τα οποία συμπεριφέρονται ως κύματα. Συνεπώς, έχουν μήκος κύματος και συγκεκριμένη υλική ποσότητα επίδρασης, δηλαδή ασκούν κβαντισμένη (ποσοτικοποιημένη) επιρροή στη ζωή μας. 

*

          Ο ΚΧ είναι επίσης ιδανικός για την εφαρμογή τόσο των φιλοσοφικών προεκτάσεων της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας, όσο και του ρόλου που παίζει ο κβαντικός παρατηρητής. Οι σχετικιστές φυσικοί παραδέχονται ότι η ταχύτητα, το μήκος ενός σώματος και η κίνηση είναι έννοιες σχετικές, καθώς σύμφωνα με την Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας (ΕΘΣ), ο παρατηρητής παίζει καθοριστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο τις βιώνει. Η θέση του στο χώρο, η αδρανειακή του κατάσταση ή η ταχύτητα της κίνησης του επηρεάζουν την αίσθηση του χωροχρόνου, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η αίσθηση παραδοξοτήτων, όπως η διαστολή του χρόνου ή η συστολή του μήκους, αλλά και η ισοδυναμία μάζας- ενέργειας. 

Ο Einstein απέδειξε ότι η φυσιολογία των αισθήσεών μας δεν είναι ό καλύτερος σύμβουλος αντίληψης του κόσμου που μας περιβάλλει. Τα πάντα είναι σχετικά και εξαρτώνται από την οπτική γωνία του παρατηρητή, τη θέση του και την κίνησή του. Παρόλο που  οι νόμοι με τους οποίους οι καταστάσεις των φυσικών συστημάτων υπόκεινται σε αλλαγές δεν μεταβάλλονται, είτε δεχόμενοι τις αλλαγές αυτές ως προς ένα σύστημα αναφοράς είτε ως προς άλλο που κάνει ομοιόμορφη μεταφορική κίνηση σε σχέση με αυτό (1ο αξίωμα της ΕΘΣ) και παρόλο που το φως πάντα διαδίδεται στο κενό με μια καθορισμένη ταχύτητα (c),  η οποία είναι ανεξάρτητη από το είδος της κίνησης του σώματος που το εκπέμπει, δηλαδή είναι σε κάθε περίπτωση σταθερή (2ο αξίωμα της ΕΘΣ), όλα εξαρτώνται από το σημείο αναφοράς, που είναι πάντα ο παρατηρητής.

Τον εξέχοντα ρόλο του παρατηρητή δέχεται αξιωματικά και η κβαντομηχανική. Η Αρχή της Αβεβαιότητας ή της Απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ είναι ότι δεν μπορούμε να ορίσουμε ταυτόχρονα τη θέση και την ταχύτητα ενός σωματιδίου. Μπορούμε να μετρήσουμε είτε το ένα είτε το άλλο. Η απροσδιοριστία αυτή δεν αναφέρεται στην ανικανότητα του ανθρώπου να παρατηρήσει ορισμένα φαινόμενα στον μικρόκοσμο, αλλά σε μία πραγματική ιδιότητα του Φυσικού Κόσμου, η οποία εμφανίζεται και πειραματικά. Ο λόγος που δεν βλέπουμε αυτή την αβεβαιότητα στην καθημερινότητα είναι ότι εμφανίζεται σε πολύ μικρή κλίμακα και γίνεται κυρίως εμφανής στον μικρόκοσμο.

Ο Γ. Βίγκνερ θεωρεί ότι όταν παρατηρούμε ένα σωματίδιο επιδρούμε στην συμπεριφορά του. Δεν μπορούμε να παρατηρούμε κάτι ή κάποιον χωρίς να επιδρούμε σε αυτόν. Αυτό σημαίνει ότι ως παρατηρητές έχουμε μια αλληλοεπίδραση σε οτιδήποτε υπάρχει γύρω μας. Μπορούμε να φανταστούμε τους άλλους σαν κύματα πιθανοτήτων (κυματοσυναρτήσεις) που μπορούν να συμπεριφέρονται με διάφορους τρόπους και ότι ο καθένας, ανάλογα με δικά του συναισθήματα και προκαταλήψεις, έλκει και προκαλεί από αυτά τα άτομα διαφορετικές συμπεριφορές.

Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, το αντικείμενο της παρατήρησης ξεπηδάει από το κβαντικό πεδίο, παίρνοντας συγκεκριμένη μορφή και μετρήσιμη υπόσταση, μόνον όταν ο παρατηρητής το παρατηρήσει. Μπορούμε να παρομοιάσουμε το κβαντικό πεδίο, σημείο μηδέν ή οικουμενική συνειδητότητα, με το αγνό άσπρο φως της τηλεόρασης, πριν να μορφοποιηθεί από εντολές ή πληροφορίες από κάποιο σταθμό. Όταν δέχεται πληροφορίες, μορφοποιείται – αλλά η αληθινή φύση του, στην οποία γυρίζει ξανά και ξανά είναι το λευκό αγνό φως. Όλες οι εικόνες που εμφανίζονται στην οθόνη αποτελούνται από το ένα φως. Αν υπάρχει μια σκηνή με αγάπη, έρωτα, βία, κωμωδία ή σύγκρουση, όλοι και όλα, και οι αλληλοεπιδράσεις μεταξύ τους που εμφανίζονται στην οθόνη, αποτελούνται από το ένα αγνό αρχικό φως. Με την ίδια έννοια, φαίνεται ότι όλη η ύλη γύρω μας – άνθρωποι, ζώα, φυτά, περιβάλλον και αντικείμενα- είναι προσωρινές εκφράσεις της μιας οικουμενικής συνειδητότητας ή του ενός κβαντικού πεδίου ή της υπονοούμενης (ενυπάρχουσας) τάξης του Ντέιβιντ Μπομ.

Είναι λοιπόν κατανοητό πως η αναγωγή των παραπάνω σχετικιστικών και κβαντικών απόψεων και θεωριών μπορούν να εφαρμοστούν στον ΚΧ. Το άτομο επιπλέει πάνω σε αμέτρητα ΒΚ που μεταδίδονται με την ταχύτητα του φωτός, βαδίζει πάνω σε έναν καμπυλωμένο χωροχρόνο, όπως ένας αθλητής του τραμπολίνο, δέχεται αμέτρητο αριθμό φωτονίων λόγω της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας στην οποία είναι εκτεθειμένος και αντλεί τις εμπειρίες του από τις παραπλανητικές αισθήσεις του, εξαιτίας της φυσιολογίας τους, και ένα κβαντικό πεδίο υπονοούμενης τάξης, από το οποίο προέρχονται τα αντικείμενα, τα ζώα, οι άνθρωποι και γενικότερα ολόκληρο το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον του. Συνεπώς, αφηρημένες έννοιες, όπως δίκαιο και άδικο, αγαθό και κακό, ωραίο, άσχημο και άλλες, είναι έννοιες σχετικές και προσδιορίσιμες μόνον από την ιδιοσυστασία του.

Η αριστοτελική αρετή μάλιστα, η οποία αποτελεί το βασικό συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης ευδαιμονίας, είναι μια έννοια μερικώς σχετική, που καθορίζεται από τον κοινωνικό περίγυρο, τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής. Ό,τι θεωρείται ενάρετο για μια κοινωνία μιας συγκεκριμένης εποχής, δε θεωρείται ενάρετο για μια άλλη κοινωνία της ίδιας ή μιας άλλης εποχής. Η σχετικότητα της αρετής διαφοροποιεί την έννοια της αρετής από κοινωνία σε κοινωνία και γίνεται προσπάθεια να περιοριστεί στο πλαίσιο της ίδιας της κοινωνίας. Με απλά λόγια δεν είναι ένα απόλυτο μέγεθος, αλλά έχει μια υπερβατική διάσταση, μια κοινωνική διάσταση. Το δίκαιο και το άδικο, το καλό και το κακό, το ενάρετο και το μη ενάρετο ορίζονται τελικά και καθορίζονται από τον ΚΧ στον οποίο βρισκόμαστε, από το ΚΒΠ μέσα στο οποίο «επιπλέουμε». Αυτό σε καμιά περίπτωση δε σημαίνει ότι είναι μια έννοια άκρατου σχετικισμού ή ότι επιτρέπει στον καθένα να την ερμηνεύει κι επομένως να τη χρησιμοποιεί, όπως τον βολεύει και τον συμφέρει καλύτερα. Η αντικοινωνική συμπεριφορά, οι παράνομες ενέργειες και οι ανήθικες πράξεις (δηλαδή οι μη αποδεκτές από την κοινωνία-από τον ΚΧ) δεν μπορούν να είναι αποδεκτές και παραδεκτές στο όνομα του σχετικισμού της αρετής ή στο όνομα της υποκειμενικής ερμηνείας της. Απεναντίας, το περιεχόμενο της αρετής καθορίζεται από αυστηρά κοινωνικά κριτήρια και από πανανθρώπινες αξίες, όπως για παράδειγμα το φυσικό δίκαιο ή ακόμη και η ελεύθερη ως κάποιο βαθμό βούληση. Ο σχετικισμός της αρετής αφορά τελικά μόνον τις επιλογές που κάνει το άτομο που κινείται σε συγκεκριμένο ΚΧ και ΚΒΠ και από αυτή την άποψη είναι μια ελεύθερη επιλογή που στηρίζεται στη λογική του ατόμου με βασική προϋπόθεση να μην παραβιάζει τους κανόνες δικαίου και τους νόμους –γραπτούς και άγραφους- του ΚΧ και όχι αναγκαστικά αυτούς που υπαγορεύει η εκάστοτε πολιτική και πολιτειακή εξουσία.

Η λογική εν προκειμένω είναι απαραίτητη για την επιλογή και συνακόλουθη εφαρμογή μιας ενάρετης πράξης. Είναι δυνατόν όμως, να προσδιοριστεί πλήρως μια φόρμουλα λογικής, μια μαθηματική εξίσωση για παράδειγμα, που να επιτρέπει στο υποκείμενο τη σταθερή και μόνιμη επιλογή της –έστω και με αυτοματοποιημένο τρόπο- ώστε να γνωρίζει το υποκείμενο εν πλήρει συνειδήσει ότι αυτή η μαθηματική εξίσωση τον οδηγεί με ασφάλεια σε μια ενάρετη πράξη ; Οι γνώσεις και τα μέσα που διαθέτουμε είναι προφανώς ανεπαρκή ως σήμερα. Τα πάντα εξελίσσονται και αλλάζουν, ακόμη και οι φυσικοί νόμοι. Αρκεί να αλλάξει μια σταθερά ενός συστήματος αναφοράς, ώστε να ακολουθήσουν αλυσιδωτές μεταβολές και τελικά να οδηγηθούμε σε εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα. Όσες φορές μάλιστα επαναλαμβάνουμε μια πειραματική επαλήθευση, εισάγοντας νέα ή διαφοροποιημένα δεδομένα, τόσο επιβεβαιώνεται η πληθώρα των αποτελεσμάτων, τα οποία δυνητικά μπορούμε να έχουμε. Αν μάλιστα θεωρήσουμε ότι το κάθε υποκείμενο- παρατηρητής αποτελεί μια οντότητα στην οποία «εφαρμόζονται» ξεχωριστοί κανόνες και νόμοι, τότε γίνεται αντιληπτό πόσο δύσκολο είναι να προσδιοριστεί ο αριθμός των αποτελεσμάτων που επιφέρει έστω και μια μόνο μεταβολή. Αν ωστόσο, η λογική θεμελιωνόταν κάποτε σε μια αντικειμενική κυματοσυνάρτηση δυνατή να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή με τρόπο αναμφισβήτητο και αντικειμενικό, σε αυτή την περίπτωση η συνακόλουθη ενάρετη πράξη ως «υλική» και επομένως μετρήσιμη έκφραση, θα μπορούσε να είναι σταθερή και αποδεκτή (και αξιωματικά αποδεδειγμένη) από το σύνολο των υποκειμένων που κινούνται και δρουν στο ίδιο ΚΒΠ.

Κι ενώ θα περίμενε κανείς να αποτελεί κβαντισμένη έννοια, ποσοτικοποιημένη λόγω της υλικής υπόστασης που έχει και αυτή αποκτήσει, η αρετή διατηρεί τη σχετικιστική της διάσταση, εξαρτημένη πλήρως από τη «θέση αναφοράς» του παρατηρητή. Μια ενάρετη πράξη είναι μια κυματοσυνάρτηση, έχει δηλαδή πιθανή θέση στο χώρο και στο χρόνο, που καταρρέει, όταν ένας παρατηρητής, σε ένα συγκεκριμένο ΚΒΠ την παρατηρήσει και αποφασίσει να της προσδώσει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία αντλεί από την υπονοούμενη τάξη του ΚΧ μέσα στον οποίο «κινείται».

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η ενδιαφέρουσα άποψη του JohnBarbour περί χρόνου. Στο βιβλίο του «Το τέλος του χρόνου: Η επόμενη επανάσταση στην κατανόησή μας για το σύμπαν»υποστηρίζει ότι ο χρόνος υπάρχει μόνο ως ψευδαίσθηση:   «αν ένα σύμπαν αποτελείται από διαχρονικές στιγμές με την έννοια των συνθέσεων της ύλης που δεν υπομένουν, θα μπορούσε κανείς να έχει την εντύπωση ότι ο χρόνος ρέει. Το ρεύμα συνείδησης και η αίσθηση του παρόντος, που διαρκούν περίπου ένα δευτερόλεπτο, είναι όλα στο μυαλό μας, κυριολεκτικά. Ο Barbour ονομάζει τη συλλογή όλων των στιγμών «σωρό στιγμών» (LeeSmolin, Χρόνος : αναγέννηση, εκδ. «Τραυλός», σελ. 148). Οι στιγμές στο σωρό δεν ακολουθούν η μια την άλλη. Δεν υπάρχει κάποια σειρά. Απλώς υπάρχουν. Ό,τι βιώνουμε όλοι μας είναι στιγμές- στιγμιότυπα εμπειρίας. «Χτύπα τα δάχτυλά σου στο τραπέζι –αυτό ήταν ένα στιγμιότυπο, μια στιγμή από το σωρό. Χτύπα τα δάχτυλά σου ξανά-ορίστε ακόμη μια στιγμή. Η εντύπωση πως η δεύτερη ακολούθησε την πρώτη, δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση. Έχεις αυτή την εντύπωση, επειδή στη δεύτερη στιγμή διαθέτεις την ανάμνηση της πρώτη στιγμής» (ο.π, σελ. 149).

Στο μυαλό μας υπάρχουν πληροφορίες για το πρόσφατο παρελθόν, αλλά όχι ως αποτέλεσμα μιας αιτιώδους αλυσίδας που οδηγεί πίσω σε προηγούμενες στιγμές. Αντίθετα, είναι μια ιδιότητα σκέψης των πραγμάτων, ίσως απαραίτητο για να σκεφτούμε καταρχάς, ότι αυτές οι πληροφορίες είναι παρούσες. Σύμφωνα με τα λόγια του Barbour, οι εγκέφαλοι είναι «κάψουλες χρόνου». Είναι αναμνήσεις, βιβλία, τεχνουργήματα, απολιθώματα, DNA και άλλες παρόμοιες οντότητες. Αφηγούνται μια ιστορία, ανοιχτή σε ερμηνεία, με βάση μια ακολουθία στιγμών, κατά την οποία συμβαίνουν πράγματα στηριγμένα το ένα στο άλλο που οδηγούν στην πολυπλοκότητα. Δηλαδή, οι «κάψουλες του χρόνου» ενισχύουν την ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος κυλάει.

Προκειμένου να εξηγήσει την ευρέως διαδεδομένη στάση σχετικά με τα παρελθόντα γεγονότα, ο Barbour αναλύει λεπτομερώς πώς δημιουργούνται τα ιστορικά αρχεία. Το κύριο παράδειγμα του είναι τα ίχνη σε ένα θάλαμο σύννεφο στο οποίο αφιερώνει το προτελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου. Εκτός από το ανύπαρκτο χρόνο, παραδέχεται ότι ο John Bell είχε λύσει ήδη τις περισσότερες δυσκολίες.

Η άποψη ότι ο χρόνος δεν είναι συνεχής, είναι μια «αιρετική», αλλά σίγουρα ενδιαφέρουσα άποψη. Ο χρόνος με βάση τη θεωρία του ΚΒΠ δε χαρακτηρίζεται από τη διαδοχή των στιγμών του, αλλά μόνον από τη διάταξη ελάχιστων χρονικών «πακέτων» (κβάντων χρόνου). Ο καθένας έχει τη δυνατότητα να επιλέγει τα «πακέτα» αυτά, είτε βυθίζοντας τη σκέψη του στη μνήμη, είτε κάνοντας προβολές στο μέλλον και να τα τοποθετεί σε όποια σειρά επιθυμεί, όπως αλλάζει τη θέση των βιβλίων στα ράφια μιας τεράστιας βιβλιοθήκης. Ο χρόνος είναι στην περίπτωση αυτή άχρονος. Δεν υπάρχει παρελθόν και μέλλον. Μόνο παρόν. Ή αλλιώς, δεν υπάρχει παρόν, αλλά μόνο παρελθόν και μέλλον. Τα χρονικά «πακέτα» έχουν μόνο σημασία· και ο ευφάνταστος συνδυασμός τους.

Ποιες ακριβώς είναι οι επιδράσεις όλων των παραπάνω στο ΚΒΠ και πώς μπορούμε να μετρήσουμε τα αποτελέσματα αυτών των επιδράσεων, είναι ακόμη άγνωστο για δυο λόγους : πρώτον, γιατί δεν έχουμε τα μέσα και τα «εργαλεία», ώστε να κάνουμε τέτοιες μετρήσεις, τουλάχιστον ακόμη, και δεύτερον, γιατί όλες αυτές οι υποθέσεις υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να παραμείνουν για πάντα υποθέσεις, εφόσον δε θα υπάρξει πειραματική απόδειξη, κάτι που για την επιστήμη είναι απαραίτητη προϋπόθεση αξιωματικής τεκμηρίωσης μιας θεωρίας. Στον αντίποδα βέβαια, υπάρχουν αμέτρητα παραδείγματα θεωριών, των οποίων η πειραματική απόδειξη καθυστέρησε δεκαετίες ή ακόμη και αιώνες. Το βέβαιο είναι πως η επίδραση αυτού που ονομάσαμε Κοινωνικό Βαρυτικό Πεδίο υπάρχει με κάποιο τρόπο και αντιλαμβανόμαστε καθημερινά την επίδρασή του, αρκεί να παρατηρήσουμε τα πλούσια εμπειρικά δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας επικεντρώνοντας την προσοχή μας στις λεπτομέρειες.  Η ερμηνεία της επίδρασης του ΚΒΠ τόσο στο ατομικό, όσο και στο συλλογικό Συνειδησιακό Πεδίο (ΣΠ) με βάση τους φυσικούς νόμους και τις πιο σύγχρονες θεωρίες της φυσικής είναι απλώς μια από τις αμέτρητες προσπάθειες να ερμηνευθεί, να καταγραφεί και τελικά να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο ο τρόπος λειτουργίας του ατόμου μέσα στον ΚΧ, όπου κινείται, δρα και ζει, ώστε να επινοηθεί –αν αυτό είναι ποτέ δυνατόν- μια μαθηματική εξίσωση ή συνάρτηση, η οποία θα μπορεί να καθορίζει με απόλυτη ή τουλάχιστον με μεγάλη ακρίβεια την ηθική στάση του ατόμου και την ενδεδειγμένη σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση στάση του απέναντι σε ηθικά προβλήματα, καθημερινά ζητήματα και καθημερινές πρακτικές με ένα και μοναδικό σκοπό, να βελτιώσει τη ζωή του μέσω της κατανόησης ότι η ηθική του δεν είναι ούτε απολύτως σχετική, ούτε όμως και απολύτως προβλέψιμη. Στο ΣΠ διαθέτει ίσως όλα τα εργαλεία που είναι απαραίτητα, ώστε να επιλέξει τελικά με βάση ένα διαμορφωμένο μαθηματικό πλαίσιο και ένα ΚΒΠ καθορισμένο σε μεγάλο βαθμό –αν όχι εξ ολοκλήρου- από τους βαρυτικούς νόμους της θεωρίας της Γενικής Σχετικότητας και της κβαντομηχανικής, την κατάλληλη ηθική στάση, εκείνη δηλαδή που είναι προσαρμοσμένη στον ΚΧ και προσιδιάζει στην αριστοτελική «ευδαιμονία».

Ωστόσο, αν η κβαντομηχανική έφτανε στο σημείο κάποτε να κβαντίσει (ποσοτικοποιήσει) όχι μόνον τα υλικά μέρη του κόσμου, αλλά ακόμη και αυτές τις αποκαλούμενες αφηρημένες (νοητές) έννοιες, και μάλιστα να τις αναπαραστήσει με μαθηματικές συναρτήσεις ή εξισώσεις σαν αυτή του Αϊνστάιν, τότε πιθανόν θα συνέβαινε το εξής : θα αρκούσε η κατασκευή ενός κβαντικού υπέρ-υπολογιστή, ο οποίος θα ήταν δυνατό να υποκαταστήσει, δικαστές, νομοθέτες, κυβερνήτες. Θα μπορούσε για παράδειγμα, μέσα σε νανοδευτερόλεπτα, όχι μόνο να κρίνει αν κάποιος είναι αθώος ή ένοχος με βάση τη «συνάρτηση του δικαίου», αλλά και να επιβάλει την ανάλογη ποινή σε συνδυασμό με τη «συνάρτηση / εξίσωση της ποινής». Αυτή η εξέλιξη θα γεννούσε αυτομάτως τεράστια ηθικά διλήμματα και θα περιόριζε τόσο πολύ την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου, με αποτέλεσμα η ανθρωπότητα να οδηγηθεί σε μια κβαντική τεχνοκρατική  δικτατορία, η οποία θα καθόριζε αυστηρά και αναπόδραστα και ανά πάσα στιγμή όλες τις αντιλήψεις για έννοιες, όπως ελευθερία, δίκαιο- άδικο, ωραίο- ωραίο, καλό- κακό, ηθικό- ανήθικο.

Τελικά συμπεράσματα (αντί επιλόγου) :

1.Αποτελούμαστε ως άνθρωποι από ένα τεράστιο αριθμό σωματιδίων ίδιο και απαράλλαχτο με τα σωματίδια που αποτελούν και όλα τα υπόλοιπα υλικά στοιχεία του σύμπαντος. Η λογική λέει, ότι ο άνθρωπος υπόκειται στους ίδιους φυσικούς νόμους, στους οποίους υπόκεινται και τα μικροσωματίδια του υποατομικού μικρόκοσμου.

2.Επιπλέουμε σε ένα τεράστιο ωκεανό ύλης και ενέργειας, στον οποίο ισχύουν ίδιοι νόμοι για όλα τα σωματίδια. Το ζήτημα είναι να καταφέρουμε κάποτε να συνδέσουμε τους νόμους που ισχύουν στον υποατομικό μικρόκοσμο και φαίνεται πως διαφέρουν αισθητά από  τους νόμους που ισχύουν στο μακρόκοσμο. Όλες οι θεωρίες που έχουν ως τώρα προταθεί ( σημαντικότερη όλων η Θεωρία των Χορδών), με σκοπό να «παντρέψουν» τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας και της Κβαντομηχανικής παραμένουν ανεπαρκείς, για να δώσουν ολοκληρωμένες και πειστικές απαντήσεις.

Σύμφωνα με τη Θεωρία των Χορδών τα πάντα αποτελούνται από μικρές μονοδιάστατες οντότητες ενέργειας που εύλογα ονομάζουμε χορδές. Οι χορδές έχουν μέγεθος μικρότερο από κάθε στοιχειώδες σωματίδιο, ύλης ή αγγελιαφόρου. Στην ουσία κάθε σωματίδιο είναι μία και μοναδική χορδή που πάλλεται. Τα σωματίδια διαφοροποιούνται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο πάλλεται η χορδή που τα αποτελεί. Και το φωτόνιο και το γλουόνιο, και το ηλεκτρόνιο και τα κουάρκ και κάθε άλλο σωματίδιο είναι ένας διαφορετικός τρόπος με τον οποίο πάλλεται η χορδή.

Μπορούμε να θεωρήσουμε τις μικροσκοπικές χορδές που αποτελούν το σύμπαν μας ως χορδές μουσικού οργάνου. Όπως οι χορδές του οργάνου πάλλονται καθεμία με διαφορετικό τρόπο για να δημιουργήσει μια διαφορετική νότα, έτσι και οι χορδές της θεωρίας μας πάλλονται με διαφορετικό τρόπο για να δημιουργήσουν διαφορετικά σωματίδια. Και όπως οι νότες δημιουργούν στη συνέχεια τη μουσική, έτσι και τα σωματίδια δημιουργούν το σύμπαν.
Η θεωρία των χορδών, για να δημιουργήσει όλα τα γνωστά σωματίδια, απαιτεί από τις χορδές να πάλλονται σε 11 διαστάσεις. Εμείς μπορούμε να αντιληφθούμε μόνο τρεις χωρικές διαστάσεις και το χρόνο διότι οι υπόλοιπες επτά είναι κουλουριασμένες στον κόσμο του υπερβολικά μικρού.

Η μαθηματική απόδειξη αυτών των θεωριών δε συμβαδίζει με την πειραματική απόδειξη. Γιατί, αν οι μαθηματικοί ικανοποιούνται με την αφηρημένη αναπαράσταση και απόδειξη του κόσμου, οι φυσικοί ικανοποιούνται μόνον με την αντίστοιχη υλική.

3.Η κυματοσωματιδιακή φύση της ύλης, η δυνατότητα ενός φωτονίου για παράδειγμα, να λειτουργεί, άλλοτε ως σωματίδιο που μεταφέρει υλική ποσότητα (κβάντο), και άλλοτε ως κύμα που διαχέεται, αποτελεί τη θεωρητική βάση, πάνω στην οποία στηρίζεται η άποψη ότι το άτομο, ως μέλος του κοινωνικού συνόλου, υπόκειται συνεχώς την επίδραση της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που δέχεται σε συγκεκριμένο χωροχρονικό πλαίσιο (ΚΧ).

4. Αν υποθέσουμε ότι τα πάντα στο σύμπαν είναι ύλη και ενέργεια, τότε πρέπει λογικά να υποθέσουμε ότι και οι αφηρημένες έννοιες, οι σκέψεις, οι ιδέες, τα συναισθήματα, η ηθική και γενικά η ανθρώπινη συνείδηση αποτελούνται από ένα υλικό μέρος, από φωτόνια που μεταφέρουν ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, η οποία διαχέεται παντού. Κάθε στιγμή «βομβαρδιζόμαστε» από αμέτρητα φωτόνια ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, η οποία εκπέμπεται από κάθε τι υλικό γύρω μας και εμείς με τη σειρά μας «βομβαρδίζουμε» με τη δική μας ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία τα πάντα γύρω μας. Αυτό αποτελεί μια θεωρητική βάση ότι τελικά τα φωτόνια αυτά ως φορείς ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας «εισχωρούν» και «εγγράφονται» στο ΣΠ.

5.Το έγγραμα αυτό, όπως ονομάζεται από τους νευροβιολόγους είναι το αποτέλεσμα φυσικών διεργασιών, οι οποίες λαμβάνουν χώρα στους μικροσωληνίσκους που δημιουργούν κόμβους επικοινωνίας μέσα στους νευρώνες του εγκεφάλου, καθώς μεταφέρουν πληροφορίες μέσω των τουμπουλίνων, των ειδικών πρωτεϊνών, οι οποίες «κυκλοφορούν» στους μικροσωληνίσκους των νευρώνων. Το έγγραμα τελικά, είναι το σύνολο των δεδομένων (αναμνήσεις, ιδέες, σκέψεις, έννοιες, αξίες, αρχές κ.ά), το οποίο στοιχειοθετεί το ΣΠ.

6.Το Κοινωνικό Βαρυτικό Πεδίο (ΚΒΠ) ενός συγκεκριμένου Κοινωνικού Χώρου (ΚΧ) είναι το πεδίο ενός χωροχρονικού συνεχούς, μέσα στο οποίο λαμβάνουν χώρα όλες οι ανθρώπινες σωματικές και ψυχοπνευματικές λειτουργίες. Οριοθετείται τόσο από τη δύναμη της βαρύτητας, έτσι όπως ορίζεται από τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, ως καμπύλωση δηλαδή του χωροχρόνου, όσο και από τις ηλεκτρομαγνητικές δυνάμεις, οι οποίες δρουν στο συγκεκριμένο πεδίο. Και παρόλο που η καμπύλωση του χωροχρόνου που προκαλεί ένα ΚΒΠ είναι ελάχιστη και αμελητέα, παρόλο που το κάθε μέλος του ΚΧ μέσα στο οποίο δρα, καμπυλώνει απειροελάχιστα το δικό του χωροχρόνο, προκαλώντας ανεπαίσθητες σχεδόν ρυτιδώσεις λόγω των βαρυτικών κυμάτων, τα οποία προκαλεί, είναι πολύ μεγάλη η επιρροή που ασκείται, τόσο σε κάθε μέλος του ΚΧ χωριστά, όσο και στον ίδιο τον ΚΧ. με ορατά αποτελέσματα, χωρίς καμιά ωστόσο, πειραματική απόδειξη ως τώρα. Με άλλα λόγια, μπορούμε να παρατηρήσουμε και να μελετήσουμε τα αποτελέσματα που προκαλούν οι ρυτιδώσεις του ΚΒΠ στον ΚΧ, αλλά δεν μπορούμε να υπολογίσουμε από πριν τα αποτελέσματα αυτά ή να τα μετρήσουμε.

Σε κάθε Συνειδησιακό Πεδίο (ΣΠ) χωριστά είναι διάχυτη η εντύπωση και η πεποίθηση ότι η επιδραστική δύναμη του ΚΒΠ είναι μεγάλη και ορισμένες φορές καθοριστική στη διαμόρφωση της σωματικής, ψυχικής και πνευματικής φυσιολογίας του ανθρώπου, της ιδιοσυστασίας, της ιδιοσυγκρασίας και του χαρακτήρα του. Τα «κβάντα» αυτής της επιρροής δεν είναι δυνατόν να μετρηθούν ως σήμερα και πολύ περισσότερο δεν είναι δυνατόν να ελέγξουμε τα αποτελέσματα της επιρροής τους, αλλά μόνο να τα παρατηρήσουμε και να τα μελετήσουμε βάσει στατιστικών κυρίως δεδομένων. Η τελική ερμηνεία για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται το ΣΠ και λειτουργεί εν γένει ο ανθρώπινος εγκέφαλος, θα έδινε οπωσδήποτε απαντήσεις και το θεωρητικό πλαίσιο θα αποκτούσε μια ισχυρή πειραματική βάση.   

7. Το ΚΒΠ είναι στην πραγματικότητα ένα κβαντικό πεδίο πληροφοριών, τις οποίες λαμβάνει το άτομο, το οποίο συμμετέχει σε έναν ΚΧ, ανά πάσα στιγμή και κάτω από τις φυσικές διεργασίες του εγκεφάλου μπορεί να τις επεξεργάζεται και να δίνει συγκεκριμένα αποτελέσματα. Οι πληροφορίες αυτές είναι καταρρεύσεις κυματοσυναρτήσεων. Οι κυματοσυναρτήσεις καταρρέουν, είτε επειδή ένας μοναδικός παρατηρητής, είτε ένα σύνολο παρατηρητών τις παρατηρεί και οι οποίοι έχουν την κοινή δυνατότητα να αντιλαμβάνονται τα ίδια στοιχεία του Συνειδησιακού Πεδίου (ΣΠ). Το σύνολο των κυματοσυναρτήσεων, οι οποίες είναι δυνατόν να παρατηρηθούν σε ένα συγκεκριμένο ΚΒΠ ενός συγκεκριμένου ΚΧ, είναι άπειρες σε αριθμό. Αφορούν το σύνολο των αφηρημένων εννοιών, των ηθών , των εθίμων, των πολιτισμικών στοιχείων, των κοινωνικών σχέσεων, των πολιτικών ιδεολογιών και απόψεων, των πάσης φύσεως θεωριών (επιστημονικών, καλλιτεχνικών κ.ά), των θρησκευτικών πεποιθήσεων, και γενικότερα το σύνολο των ιδεών που είναι σε θέση να συλλάβει ο ανθρώπινος εγκέφαλος και να τις επεξεργαστεί, ώστε να δημιουργήσει μνήμη και τελικά συνείδηση.

8. Το ΚΒΠ δημιουργείται από τις καμπυλώσεις του χωροχρόνου, έτσι όπως αυτές αποδείχτηκαν από τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, σε συνδυασμό με τις επιδράσεις της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, τις άπειρες ανταλλαγές φωτονίων ανάμεσα στα μέλη του. Συνδυάζει τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας με την Κβαντική θεωρία πεδίου, με σκοπό να ερμηνεύσει την επίδραση που υπάρχει ανάμεσα στα μέλη ενός ΚΒΠ, με αποτέλεσμα να δημιουργείται κοινό ΣΠ σε διάφορα θέματα και κυρίως σε θέματα ηθικής και κοινωνικής συμπεριφοράς. Η θεωρία του ΚΒΠ δε φιλοδοξεί να απαντήσει οριστικά στο ερώτημα πώς δημιουργείται η κοινή συνείδηση ότι ανήκει κάποιος σε ένα συγκεκριμένο ΚΧ, αλλά προτείνει μια ερμηνεία σχετικά με την επίδραση που ασκεί το ανθρώπινο υποκείμενο στο ΚΧ, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο ο ΚΧ- και το συνακόλουθο ΚΒΠ του- επιδρά στο άτομο διαμορφώνοντας την ηθική και εντέλει τη συνείδησή του.

9. «Τελικά, αντιλαμβανόμαστε και δημιουργούμε μια πραγματικότητα, που βασίζεται στις εμπειρίες, στους προγραμματισμούς, στις πεποιθήσεις, στα συναισθήματα και στις προσδοκίες μας. Είμαστε «θύματα» του παρελθόντος μας. Αφήνουμε τις εμπειρίες και συμπεράσματα του παρελθόντος μας να περιορίζουν την αντίληψη τις πεποιθήσεις και την πραγματικότητα του παρόντος.

Μπορούμε να δημιουργήσουμε μια νέα πιο ευτυχισμένη, πιο αρμονική πραγματικότητα αν αλλάξουμε τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, τους άλλους και τη ζωή.

Επιδρούμε στους άλλους και στον κόσμο γύρω μας θετικά και αρνητικά με τους τρόπους που σκεφτόμαστε, νιώθουμε και συμπεριφερόμαστε. Οι άνθρωποι και η ζωή γενικά είναι ένα καθρέφτισμα που καθρεφτίζει σε μας τον τρόπο που σκεφτόμαστε – και ειδικά αυτά που φοβόμαστε, απορρίπτουμε, μισούμε και γενικά δεν αγαπάμε. Καθρεφτίζει επίσης αυτά που αγαπάμε και αυτά που θέλουμε.

Ο παρατηρητής, το παρατηρούμενο, η διαδικασία της παρατήρησης είναι όλα ένα και έχουν την πηγή τους στο κβαντικό πεδίο, σε μια ανεκδήλωτη συνειδητότητα. Εμείς και αυτό που βλέπουμε και ακόμα η διαδικασία να βλέπουμε, είναι όλα τελικά ένα –εκφράσεις μιας συνειδητότητας» (https://awakengr.com/kvantiki-fysiki-ke-archees-didaskalies/).

Σημειώσεις

1. www.wikipedia.org

2.www.physics4u.gr

3.www.physiclessons.blogspot.com

4. www.dimitris.webgalaxy.gr

5.www.physicsgg.me

6. https://www.kathimerinifysiki.gr/

7. Brian Green, “Το κομψό σύμπαν”, εκδ. Ωκεανίδα

8. Lee Smolin, “Χρόνος : η αναγέννηση”, εκδ. Τραυλός, 2013

9. Irvin Yalom, “Ο κήπος του Επίκουρου : αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου”, εκδ. Άγρα, 2008

10. Αριστοτέλης, “Ηθικά Νικομάχεια”, εκδ. Ζήτρος

11. Αριστοτέλης, “Πολιτικά”, εκδ. Ζήτρος

12. Πλάτων, “Πολιτεία”, εκδ. Ζήτρος

13. www.awakengr.com

 9 Αυγούστου 2018

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων