Παρίσι Με κόμμένη την ανάσα

Eνα τριήμερο εκτός προγράμματος στην πόλη που αναγεννάται συνεχώς από τα κλισέ του μύθου της

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΒΑΛΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: AGNES DAHAN, CHARLES ROUSSEAU

Ένα ταξίδι-αστραπή. Αυτό χρειαζόμουν. Ηξερα ότι, αν έπαιρνα άδεια από τη δουλειά για να ξεκουραστώ στο σπίτι μου, δεν θα άλλαζε τίποτα. Το μυαλό θα παρέμενε κολλημένο σε προθεσμίες, φωτογραφίσεις και άρθρα που κάποτε έπρεπε να τελειώσουν. Ενα βράδυ, λίγο μετά τις εννιά και αφού η πρώτη γουλιά βότκας μού έκαψε τον ουρανίσκο, έκανα τη ζαβολιά: άρχισα να ψάχνω αεροπορικά εισιτήρια για την πόλη που το καλοκαίρι είχε παρόμοια επίδραση με το ποτό που μόλις είχα δοκιμάσει. Μέθη, ολοκληρωτική και τυφλωτική. Σαν να έπαιζε μαζί μου ζάρια ο θεός των αεροπορικών εταιρειών, τα πιο φτηνά, προς έκπληξή μου, εισιτήρια εμφανίζονταν στην οθόνη δέκα ημέρες μετά! Λίγα λεπτά αργότερα, είχε κλείσει: το πακέτο της φυγής είχε οριστεί άμεσα και προορισμός, ποιος άλλος, το Παρίσι.
JOUR 1
Πέρασαν δέκα ημέρες και δέκα ώρες αναμονής μέχρι να ζήσω πάλι την εμπειρία του παριζιάνικου υπογείου. Ηξερα γιατί, παρά τις τρομακτικές αντιθέσεις του, το λάτρευα. Γιατί μια λάθος αποβίβαση σε πάει αλλού σε σχέση με τον αρχικό προορισμό σου. Εχασα λοιπόν τη στάση όπου έπρεπε να κατέβω. Μια βόλτα από το Chatelet είναι πάντοτε ενδιαφέρουσα. «Ο,τι κι αν κάνεις, μην αλλάζεις γραμμές, είναι εξοντωτικό», θυμάμαι τη je m’en fou πλην ενδιαφέρουσα άποψη του ενίοτε μπλαζέ φίλου Αντουάν. Βέρος Παριζιάνος, κυκλοφορεί με το ποδηλατάκι του τώρα που επίσημα οι ποδηλατόδρομοι είναι της μόδας, φορά τον καρό μπερέ και το σακάκι του και αποφεύγει το μετρό. Δεν είναι η βρόμα, ούτε οι άστεγοι – αυτές οι τρομακτικές αντιθέσεις του Παρισιού, άνθρωποι που ζουν μέσα σε τσάντες σκουπιδιών συγχρωτίζονται με αυτούς που ζουν για τις τσάντες Hermes. Είναι που για να αλλάξεις γραμμές υπογείως περπατάς περισσότερο απ’ ό,τι υπεργείως, χωρίς να πάρεις καν το μετρό. Μέσα όμως στο σταθμό του Chatelet, τον οποίο ο Αντουάν δεν θα δει ποτέ, μια μπάντα παίζει κλασική μουσική με το μπρίο φιλαρμονικής και οι άνθρωποι τούτοι είναι αληθινοί μουσικοί. Μόνο που την τέχνη τους επέλεξαν να τη δείχνουν δίπλα σε κολλημένες τσίχλες, συνθήματα και επαίτες. Μέχρι και μάνατζερ έχουν! Ε, βέβαια, αφού είναι πάνω από δέκα άτομα, πώς να διαχειριστούν το υλικό τους; Τρία CD, πέντε διαφορετικές χώρες, δυο-τρεις ήπειροι και το φως της ημέρας το βλέπουν μόνο όταν δεν παίζουν μουσική. Ενα είδος κλαμπ είναι και τούτο. Να τι χάνει ο Αντουάν…

Κι εγώ το ίδιο βράδυ κερδίζω, γιατί θα ανέβω στο ποδήλατό του – προς έκπληξή του, όχι σαν γνήσιο κοριτσάκι, στο πλάι, αλλά σαν συνεπιβάτης σε μηχανή. Θα διασχίσουμε τον Σηκουάνα για να φάμε στο Μαραί που σερβίρει μέχρι αργά. Πρώτα, μια σύντομη βόλτα σε ένα μπαρ με ομοφυλόφιλα κορίτσια. Τα κοντά μου μαλλιά είναι παραπλανητικά. Πλησιάζει μια γλυκιά κοπέλα, Αουρελί τη λένε, και ρωτάει αν σπουδάζω εδώ. Η φίλη της βγαίνει έξω για τσιγάρο. Ούτε στο χώρο εργασίας μας να ήμαστε! Το σηματάκι «Interdiction de fumer» (Απαγορεύεται το κάπνισμα) στέκει απειλητικό σε όλα τα καφέ, σε όλα τα μπαρ, σε όλα τα εστιατόρια. Απειλεί με πρόστιμο 68 ευρώ. Το ίδιο σήμα προσφέρει και τηλεφωνική γραμμή βοήθειας για να κόψεις το κάπνισμα. Η Αουρελί είναι δικηγόρος – αναρωτιέται τι κάνω εδώ στο Παρίσι. Σηκώνω τους ώμους στο ύφος της πόλης που σε θέλει γοητευτικά αδιάφορο.
«Παρατηρώ…» Τι; Την πλανεύτρα πόλη με τις μαγικές γωνιές, τους ποικιλόμορφους ανθρώπους που θα είναι είτε φιλικοί και δεκτικοί και ανοιχτοί σαν την κοντομάλλα κοπέλα ή αδιάφοροι και αφιλόξενοι. Με άδειο βλέμμα σαν τον μεσήλικα που συναντώ το επόμενο πρωί όταν αποφασίζω να αγοράσω όσα μουσικά περιοδικά διαθέτει. Ε, όχι, λοιπόν! «Ποιο θέλετε;» ρωτά ξερά αλλά με ειλικρινή απορία. «Δεν ξέρω… Δείξτε μου και θα σας πω», επιμένω. «7.000 περιοδικά έχουμε, δεσποινίς, αλλά, αν δεν ξέρετε εσείς ποιο θέλετε, δεν ξέρω ούτε εγώ ποιο να σας δώσω!» Πάω πιο κάτω. Ενας συμπαθής έγχρωμος θα με εξυπηρετήσει και θα εισπράξω και κομπλιμέντο για τα παπούτσια μου. Ετσι είναι όμως οι Γάλλοι, μόνο που δεν καταλαβαίνουν πόσο αστείοι γίνονται. Γιατί όσο δεν τους απασχολεί εκείνους να είναι ευγενικοί, τόσο δεν με αφορά η φιλοξενία τους.
Στη rue Etienne Marcel, στο μικροσκοπικό «Le Cafe», η ιδιοκτήτρια δηλώνει ευθαρσώς την περιφρόνησή της για την τουρίστρια που μιλάει τάχα άπταιστα γαλλικά. Πώς; Μα απαντώντας της στα αγγλικά, φυσικά! Θεέ και Κύριε, στη Γαλλία ήρθα, αγγλικά θα μιλήσω; Ενίοτε, αγαπητέ ταξιδιώτη, κρίνεται απαραίτητο.
Εξω στον ήλιο, δύο κοπελίτσες που εδώ στον μικρόκοσμό μας θα αποκαλούσαμε emo -με όλο το ντεκόρ, φράντζα, μελαγχολικό ύφος, κινητό ως προέκταση του χεριού και βαριές αντιθέσεις στο ντύσιμο- ρίχνουν πλάγια βλέμματα στην τάρτα με μανιτάρια που παρήγγειλα. Ωστόσο, εδώ δεν σε κοιτάζουν παράξενα όταν απολαμβάνεις τον καφέ, το φαγητό ή το ποτό σου μόνος.
Απολαμβάνεις και να κοιτάζεις τις Γαλλίδες οι οποίες, ειλικρινά, είναι κατά μέσο όρο ομορφότερες από τους άντρες. Είναι όμως και οι διαφορές μεταξύ τους βαθιές. Μπαίνεις στο μετρό, δέκα γυναίκες με αδιάφορο ντύσιμο. Μπαίνεις στο μαγαζί με τα vintage γυαλιά του ’60 και του ’70 και νομίζεις ότι προσγειώθηκες στη γαλλική Vogue. Ψάχνουν σαν τρελές τα δερμάτινα μποτίνια με το μπάλωμα στο πλάι, τα φαρδιά πουλόβερ και επιδεικνύουν το ύψος τους με μαύρα κολάν. Στο ίδιο μαγαζί, στη rue Etienne Marcel, βρίσκεις μερικά από τα καλύτερης ποιότητας ρούχα δεύτερο χέρι. Δεν είναι φτηνά. Αλλά κουβαλάνε μια ιστορία πίσω τους. Το Kiliwatch -με καταστήματα σε Γαλλία, Γερμανία και Ιαπωνία- φέρνει εκλεκτά κομμάτια κάθε τύπου ένδυσης και υπόδησης, δεύτερο χέρι και μη. Στο τμήμα αυτό, ακόμη και η διαρρύθμιση του χώρου αλλάζει – φέρνει περισσότερο σε βερολινέζικο λοφτ παρά σε παριζιάνικο κατάστημα. Αλλά και η ποικιλία του μαγαζιού σε περιοδικά δεν είναι ανάξια λόγου. Από γαλλικά αντεργκράουντ φανζίν μέχρι μόδα για μυημένες. Από εκδόσεις taschen μέχρι επετειακά μουσικά αφιερώματα. Για χάζι δηλαδή…
JOUR 3
Για το χάζι θα κατευθυνθώ το επόμενο πρωί -δύο ημέρες έμειναν!- στο καφέ του ξενοδοχείου Costes. Από λάθος της σερβιτόρας, μια αγνώστου ταυτότητος ανερχόμενη ηθοποιός χρεώνεται τον πανάκριβο καπουτσίνο μου. Το κοριτσάκι στα κόκκινα, ασορτί με τους σουέντ καναπέδες του λόμπι, χαμογελά ανέμελα και φτιάχνει τη χωρίστρα της. Η ηθοποιός ρίχνει ένα βλέμμα μπλαζέ προς το μέρος μου και συνεχίζει τη συνέντευξη και τη φωτογράφιση. Πενήντα μέτρα πιο κάτω, στη rue Saint Honore, στην Galerie Colette, μια ανορεξική πρώην μοντέλα σεργιανίζει ανάμεσα στα ρούχα της μπουτίκ του πρώτου ορόφου. Την αποφεύγω επιδέξια καθώς πάει να ρίξει μια κούκλα που κοσμεί ένα φόρεμα Dior. Αλλά δεν είναι όλα τα ενδύματα μόνο για χάζι. Υπάρχουν ρούχα σε προσιτές τιμές και επίσης γκάτζετ, βιβλία, περιοδικά, CD ακυκλοφόρητα στην Ελλάδα, βινύλια σπάνιας συλλεκτικής αξίας. Εκεί βρίσκεις υλικό για το αυτοκαταστροφικό ποπ είδωλο Pete Doherty και βιβλία με όλη τη φωτογραφική δουλειά του Ιάπωνα Nobuyoshi Araki. Το παιχνίδι της φωτογραφίας παίζεται όμως στο Μαραί. Στο Maison Europeenne de la Photographie, πέραν των εκάστοτε αφιερωμάτων, οι μόνιμες συλλογές σε ταξιδεύουν – κι άλλο. Οι πρώτες δουλειές του εξαιρετικού Peter Knapp, που δεν είχαν να κάνουν με τη μόδα αλλά με την παραμόρφωση της φωτογραφίας. Και μετά, μια βόλτα από το καλύτερο φαλάφελ τoυ Παρισιού, στη rue de Roisiers. Τα περιστέρια είναι εξίσου ενοχλητικά σε κάθε χώρα, απλώς στο Μαραί τρέφονται με πνεύμα και χούμους.

Πνεύμα πουλάνε και τα πιτσιρίκια της γειτονιάς, δίπλα από το μετρό του Saint Paul, ντυμένα με την τελευταία λέξη της μόδας, καθόσον πίνουν φτηνό κρασί σε ένα από τα in μπαράκια της περιοχής, το Perle. Πάντως, για να βρεις πραγματική διασκέδαση, θα πρέπει να ψάξεις αρκετά. Αν η Αθήνα είναι η πόλη που δεν κοιμάται ποτέ, το Παρίσι κινείται αδιάλειπτα. Μαζί του κι εγώ, για να δω τι συναυλία παίζει στο Nouveau Casino. Νοτιοδυτικά, στα σοκάκια των βορειοδυτικών διαμερισμάτων (19, 10, 11, 20, 12), στις κακόφημες γειτονιές, ο κόσμος περιμένει υπομονετικά μήπως εμφανιστεί κάποιος για να αγοράσει μαύρα εισιτήρια. Γιατί εδώ οι συναυλίες έχουν 20 ευρώ… και τα εισιτήρια εξαντλούνται άμεσα. Στο Le Baron, πάλι, το ποτό είναι ακριβό και καθαρό, αλλά η μουσική έχει έρθει από την εποχή της «βρόμικης» ντίσκο. Γύρω-γύρω, παλαιοβιβλιοπωλεία κοσμούν την περιοχή και ο Andre Breton κοστίζει μόλις 3 ευρώ. Ο μαγαζάτορας έχει μείνει σε άλλη εποχή, αναρωτιέμαι πώς επιβιώνουν τέτοια μαγαζιά-φαντάσματα σε μια τέτοια πόλη. Ολους τους χωράει;
TOUJOURS PARIS
Οχι, κάπου-κάπου το Παρίσι ξεχειλίζει από τους άστεγους που γίνονται θέαμα σε σταθμούς εξαιρετικής αισθητικής ομορφιάς, όπως τα Tuileries ή το Saint Germain de Pres. Μέρος του τοπίου; Μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής πριν από την τελική πινελιά. Κάπου σε πνίγει με την ομορφιά του, κάπου σε εξαντλεί με το πάθος του. Αλλά σαν το ομότιτλο έργο του Godard, σε αφήνει πάντοτε με κομμένη την ανάσα.
Για κρατήσεις που αφορούν τη διαμονή σας επισκεφθείτε τo:
www.booking.com


Le cafe: 62, rue Tiquetonne, 2o arr.
Kiliwatch: 64, rue Tiquetonne, 2ο arr.
Hotel Costes: 239, rue St. Honore, 1o arr. 213, rue Saint-Honor? 1o arr. Maison
Europeenne de la Photographie: 5-7, rue de Fourcy, 4o arr.
Falafel: rue de Roisiers, 4o arr.
Nouveau Casino: 109, rue Oberkampf, 11o arr.
Club Le Baron: 6, avenue Marceau, 8o arr.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων