
Όταν ήμουν μικρός (ως τα δεκαπέντε μου περίπου), ο ένας παππούς μου -μεταξύ πολλών άλλων- μου έμαθε να ποτίζω ντομάτες και πιπεριές στον μπαχτσέ του και να μαζεύω σύκα και να τα ταξινομώ σε ξύλινα τελάρα. Ο άλλος παππούς μου -μεταξύ πολλών άλλων- μου έμαθε να παίζω τάβλι (δεν τον κέρδισα ποτέ) και εγώ του έφερνα να διαβάζει βιβλία από τη δανειστική βιβλιοθήκη του σχολείου. Επίσης, τα καλοκαίρια, τον συνόδευα κάθε πρωί στις 9 στο ΚΑΠΗ του χωριού, γιατί δεν μπορούσε πια να περπατήσει μόνος του και προγραμμάτιζα το παιχνίδι μου, ώστε στις 12.30 ακριβώς να τον φέρω πάλι το σπίτι μας. Στο μεταξύ, ήμουν πάντοτε πρόθυμος για τους ηλικιωμένους και τις ηλικιωμένες της γειτονιάς να κάνω τα ψώνια τους και άλλα θελήματα με το ανάλογο, βέβαια, πουρμπουάρ για την ηλικία μου.
Αυτά όμως, συνέβαιναν πριν από αρκετές δεκαετίες. Οι φετινοί υποψήφιοι των Πανελλαδικών Εξετάσεων κλήθηκαν να απαντήσουν στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και στο ερώτημα της παραγωγής λόγου : “να προτείνετε τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να συνεργάζονται οι νέοι με τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας, ώστε να θεραπευτεί η μοναξιά και των δύο γενεών”.
Αστεία πράγματα ! Πώς να απαντήσουν οι νέοι υποψήφιοι σήμερα σε ένα ένα τέτοιο ερώτημα ; Πώς να έχουν παράσταση της εικόνας μιας συνεργασίας μεταξύ νέων και ανθρώπων της τρίτης ηλικίας, από τη στιγμή που όχι μόνο δεν έρχονται σε επαφή με τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους, αλλά, ακόμη και όταν το κάνουν στο πλαίσιο μιας εθιμοτυπικής επίσκεψης ή μιας κοινωνικής ή οικογενειακής εκδήλωσης, η επαφή εξαντλείται σε λίγα λεπτά ή απουσιάζει εντελώς, γιατί κάποιο μήνυμα στο κινητό θα απορροφήσει οσονούπω την προσοχή του εφήβου ;
Με άλλα λόγια, οι φετινοί υποψήφιοι κλήθηκαν και πάλι να απαντήσουν σε ένα θέμα που μόνο αν εντελώς τυχαία το είχαν διδαχθεί (ή και αποστηθίσει), θα μπορούσαν να το αναπτύξουν ικανοποιητικά.
Για μια ακόμη φορά η γνώση που πρέπει να έχει συν τοις άλλοις και βιωματικό χαρακτήρα πήγε…περίπατο. Για μια ακόμη φορά, η αποστήθιση, η μηχανιστική γραφή, η στερεοτυπική διατύπωση και η κουραστική (για εμάς κυρίως τους βαθμολογητές) επανάληψη κακοχωνεμένων τσιτάτων, μαζί με την παντελή απουσία πρωτότυπης σκέψης κυριάρχησαν και σκόρπισαν απογοήτευση.
Κυρίως όμως, γέμισαν με ενοχές και τύψεις όσους συνεχίζουμε να “υπηρετούμε” ένα γελοίο σύστημα εξετάσεων, που κάθε χρόνο συμβάλλει σε μια πειστική εξάσκηση στην τυποποιημένη σκέψη, στην βιομηχανοποιημένη εκπαίδευση και στην απύθμενη υποκρισία…