Στίχ. 635-680

ΑΙ. Πατέρα, είμαι δικός σου·

και συ με καθοδηγείς σωστά με τις καλές σου συμβουλές,

τις οποίες εγώ, βέβαια, θα ακολουθή­σω·

γιατί εγώ κανένα γάμο δε θα θεωρήσω τόσο σπουδαίο

ώστε να τον βάλω πάνω από τη δική σου συνετή καθοδήγηση.

ΚΡ. Ναι, παιδί μου, γιατί αυτή τη γνώμη πρέπε ινα έχεις,

σ’ όλα δηλαδή ν’ ακολουθείς την πατρική συμβουλή.

Γι’ αυτό εξάλλου οι άνθρωποι εύχονται να αποκτήσουν υπάκουα παιδιά

και να τα ‘χουν σπίτια τους,

για να εκδικούνται τους εχθρούς και να τιμούν το φίλο

όπως ακριβώς [εκδικείται και τιμά] ο πατέρας·

όποιος όμως γεννάει παιδιά άχρηστα,

τι άλλο θα ‘λεγες πως γέννησε αυτός

παρά βάσανα για τον εαυτό του και πολύ γέλιο στους εχθρούς;

Ποτέ λοιπόν να μην αλλάξεις,γιε μου,

τις τωρινές σου σκέψεις από έρωτα για μια γυναίκα, γνωρίζοντας ότι αυτό,

μια γυναίκα δηλαδή όταν είναι κακή σύζυγος, είναι παγερό αγκάλιασμα·

γιατί τι μεγαλύτερη πληγή μπορεί να γίνει από τον κακό φίλο;

Περιφρονώντας την λοιπόν σαν να ήταν εχθρός σου,

άφησε αυτή την κόρη στον Άδη να παντρευτεί.

Γιατί αυτή μόνη απ’ όλους τους πολίτες την έπιασα επ’ αυτοφώρω

να παρα­βαίνει τη διαταγή μου και ψεύτης

δε θα βγω μπροστά σ’ όλους τους πο­λίτες,

αλλά θα τη θανατώσω.Γι’ αυτά ας επικαλείται το Δία,

τον προστάτη της συγγένειας·

γιατί, αν βέβαια αναθρέψω τους φυσικούς μου συγγενείς, ώστε να είναι απείθαρχοι,

θα ανέχομαι πολύ πιο απείθαρχους τους ξένους.

Γιατί, όποιος στους δικούς του είναι άνθρωπος καλός,

και στους πολίτες θα φανεί ότι είναι δίκαιος.

Αν όμως κάποιος αυθαιρετώντας ή νόμους παραβιάζει

ή σχεδιάζει να δίνει διαταγές σ’ αυτούς που κυβερνούν,

δεν είναι δυνατό να επαινεθεί από μένα.

Αλλ’ όποιον εκλέξει η πόλη άρχοντα,αυτόν πρέπει να τον υπακούνε όλοι

και στα μικρά και δίκαια και στ’ αντίθετα τους.

Κι εγώ θα μπορούσα να πιστέψω   ·

ότι ένας τέτοιος άντρας θα είχε τη θέληση και να κυβερνά καλά

και καλά να κυβερνιέται, και πως θα ‘μενε στη θύελλα της μάχης

πιστός και γενναίος σύντροφος εάν είχε παραταχθεί [δίπλα σε κά­ποιον].

Απ’ την αναρχία όμως δεν υπάρχει μεγαλύτερο κακό·

αυτή και πόλεις καταστρέφει,αυτή και σπίτια διαλύει,αυτή κάνει να σπάσει η παράταξη

και να τραπεί σε άτακτη φυγή ο συμμαχικός στρατός·

η πειθαρχία όμως σώζει τους πολλούς απ’ αυτούς που πειθαρχούν.

Γι’ αυτό πρέπει να υπερασπίζεται κανείς τους νόμους

και με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να νικιέται [ένας άντρας] από μια γυναίκα·

γιατί είναι προτιμότερο να χάσουμε την εξουσία από έναν άντρα,αν χρειαστεί,

κι έτσι δε θα αποκαλούμαστε κατώτεροι από γυναίκες.

Στίχ. 681-723

ΧΟ. Σε μας τουλάχιστον,αν δεν έχουμε χάσει το νου από τα γηρατειά,

φαίνεσαι ότι μιλάς σωστά για όσα τώρα κάνεις λόγο.

ΑΙ. Πατέρα μου, οι θεοί προικίζουν τους ανθρώπους με μυαλό,

το πιο πολύτιμο απ’ όλα τα πράγματα που υπάρχουν.

Κι εγώ ούτε θα μπορούσα και μακάρι να μη μάθω να πω

ότι εσύ δε λες σωστά αυτά εδώ.

θα μπορούσε όμως να έχει και κάποιος άλλος κάποια σωστή σκέψη.

Πάντως, από τη φύση μου έχω χρέος να προσέχω από πριν για σένα

όλα όσα λέει κάποιος ή κάνει ή μπορεί να σε κατηγορεί·

γιατί το βλέμμα σου προκαλεί φόβο στον απλό πολίτη για τέτοια λόγια

ώστε εσύ να μην ευχαριστιέσαι ακούγοντας τα.

Σ’ εμένα όμως είναι δυνατό ν’ ακούω αυτά εξαιτίας της ασημότητας της θέσης μου,

πόσο δηλαδή θρηνεί η πόλη την κόρη αυτή,

λέγοντας πόσο πιο ανάξια απ’ όλες τις γυναίκες με τον πιο ατιμωτικό τρόπο πεθαίνει

για μια τόσο ένδοξη πράξη·γιατί αυτή τον αδερφό της

πεσμένο μέσα στο αίμα δεν άφησε άταφο να κατασπαραχτεί

ούτε από άγρια σκυλιά ούτε από κάποιο όρνιο·

δεν αξίζει αυτή να τιμηθεί με λαμπρή τιμή;

Τέτοια σκοτεινή φήμη κυκλοφορεί κρυφά [στην πόλη].

Για μένα όμως, πατέρα μου,

κανένα   πολυτιμότερο αγαθό δεν υπάρχει από τη δική σου ευτυχία·

γιατί ποια χαρά είναι μεγαλύτερη για τα παιδιά

από τη δόξα του ευτυχισμένου πατέ­ρα

ή ποια [χαρά είναι μεγαλύτερη] για τον πατέρα [από τη δόξα] των ευτυχισμένων παι­διών;

Μην έχεις λοιπόν μέσα σου έναν τρόπο σκέψης μόνο,

ότι είναι σωστό αυτό που λες εσύ και τίποτε άλλο.

Γιατί όσοι νομίζουν ή ότι μόνο αυτοί σκέφτονται σωστά

ή ότι έχουν γλώσσα ή θάρρος που δεν έχει άλλος,

αυτοί, όταν ανοιχτούν και εξεταστούν σε βάθος,φαίνονται ότι είναι άδειοι.

Αλλά για έναν άνθρωπο να μαθαίνει πολλά,κι αν ακόμη κάποιος είναι σοφός,

δεν είναι καθόλου ντροπή, και, ακόμη, να μην παρατραβάει το σκοινί.

Βλέπεις πως όσα (από τα) δέντρα υποχωρούν κοντά στο ορμητικό ρεύμα

διασώζουν τα κλαδιά τους,

όσα όμως αντιστέκονται, αυτά καταστρέφονται σύρριζα.

Επίσης, όποιος τεντώνει πολύ τα πανιά του πλοίου

ώστε να είναι σταθερά και δεν τα χαλαρώνει καθόλου στον άνεμο,

[αυτός]  αφού  αναποδογυρίσει  το πλοίο,

από κει και πέρα ταξιδεύει με ανεστραμμένο το κατάστρωμα (του πλοίου).

Μα δώσε τόπο στην οργή κι άλλαξε γνώμη.

Γιατί, αν κι εγώ, αν και νεότερος, μπορώ να προσθέσω κάποια γνώμη,

εγώ, βέβαια, λέω ότι το πιο καλό είναι να γεννιέται κανείς πάνσοφος·

διαφορετικά, γιατί αυτό συνήθως δε συμβαίνει έτσι,

είναι καλό να μαθαίνει και απ’ όσους μιλούν ορθά.

Στίχ. 724-780

ΧΟ. Βασιλιά, είναι λογικό και συ ν’ ακούσεις [τον Αίμονα], αν λέει κάτι ορθό,

και συ πάλι αυτόν εδώ· γιατί κι από τους δυο έχουν ειπωθεί σωστά λόγια.

ΚΡ. θα διδαχτούμε λοιπόν εμείς σ’ αυτήν την ηλικία να σκεφτόμαστε σωστά από έναν άντρα τόσο νέο στην ηλι­κία;

ΑΙ. Να μη διδαχτείς τίποτε το άδικο· κι αν εγώ είμαι νέος,

δεν πρέπει να κοιτάς τα χρόνια μου περισσότερο από τις πράξεις μου.

ΚΡ. Είναι λοιπόν πράξη σωστή να τιμά κανείς όσους παρανομούν;

ΑΙ. Ούτε και θα συμβούλευα κανέναν να δείχνει σεβασμό στους κακούς.

ΚΡ. Αυτή εδώ λοιπόν δεν έχει προ­σβληθεί από τέτοια αρρώστια;

ΑΙ. Δεν το ομολογούν αυτό όλοι οι πολίτες αυτής της Θήβας.

ΚΡ. Και λοιπόν η πόλη θα μας πει τι πρέπει εγώ να διατάζω;

ΑΙ. Βλέπεις πως έχεις πει αυτό το λόγο σαν ανόητος;

ΚΡ. Για λογαριασμό άλλου ή για δικό μου

πρέπει να κυβερνάω εγώ αυτήν εδώ τη χώρα;

ΑΙ. Πόλη δεν υπάρχει που ανήκει σ’ έναν άνθρωπο.

ΚΡ. Η πόλη δε θεωρείται ότι ανήκει στον άρχοντα;

ΑΙ. Ωραία, βέβαια, θα κυβερνούσες μόνος σου εσύ μια έρημη χώρα.

ΚΡ. Αυτός εδώ, όπως φαίνεται, είναι σύμμαχος της γυναίκας.

ΑΙ. Ναι, αν βέβαια γυναίκα είσαι συ·γιατί πραγματικά για σένα ενδιαφέ­ρομαι.

ΚΡ. Αχρείε, [ενδιαφέρεσαι για μένα]ενώ έρχεσαι να αντιδικήσεις με τον πατέρα σου;

ΑΙ. Ναι, γιατί σε βλέπω να παίρνεις άδικες αποφάσεις.

ΚΡ. Αδικώ λοιπόν τιμώντας την εξουσία μου;

ΑΙ. Ναι, γιατί δεν την τιμάς,με το να καταπατείς τους νόμους των θεών.

ΚΡ. Πρόστυχε χαρακτήρα και δούλε μιας γυναίκας.

ΑΙ. Ναι, αλλά δεν μπορείς να με βρειςνα υποκύπτω σε αισχρές πράξεις.

ΚΡ. Όλα, βέβαια, αυτά εδώ τα λόγια σου είναι για κείνη.

ΑΙ. Και για σένα, βέβαια, και για μένα

και για τους θεούς του κάτω κόσμου [ενδιαφέρομαι].

ΚΡ. Με κανέναν τρόπο πια δε θα την παντρευτείς ποτέ αυτή ζωντανή.

ΑΙ. Αυτή λοιπόν θα πεθάνει και με το θάνατο της θα καταστρέψει κάποιον.

ΚΡ. Αλήθεια, έρχεσαι εναντίον μου με τόσο θράσος, ώστε να με απειλείς ακόμα;

ΑΙ. Και τι απειλή είναινα μιλάει κανείς ενάντια σε ανόητες γνώμες;

ΚΡ. Με κλάματα θα με συνετίσεις,αν και είσαι ο ίδιος άμυαλος;

ΑΙ. Αν δεν ήσουν πατέρας μου,θα ‘λεγα ότι εσύ δε σκέφτεσαι σωστά,

ΚΡ. Μην προσπαθείς να με κολακέ­ψεις,δούλε μιας γυναίκας.

ΑΙ. θέλεις μόνο να μιλάς και να μην παίρνεις καμιά απάντηση στα λόγια;

ΚΡ. Αλήθεια; Αλλά,μα τον ίδιο τον Όλυμπο,

να ξέρεις ότι δε θα με βρίζεις ατιμώρητα με τις συνεχείς κατηγορίες σου.

Φέρε το μισητό πράμα για να πεθάνει αμέσως

μπροστά στα μάτια [του] κοντά, παρουσία του μνηστήρα.

ΑΙ. Όχι βέβαια,αυτή δε θα πεθάνει κοντά μου του­λάχιστον,

αυτό ποτέ σου μην το φανταστείς κι εσύ ποτέ πια δε θα δεις

το πρόσωπο μου κοιτάζοντας με με τα μάτια σου,

για να δείχνεις την τρέλα σου σε όσους από τους φίλους σου μπορούν να την ανεχτούν.

ΧΟ. Ο άντρας, βασιλιά,από την οργή του έφυγε γρήγορα·

κι η ψυχή τόσο νέου,αν πονέσει, είναι επίφοβη.

ΚΡ. Αφού πάει, ας κάνει κι ας σκέφτεται πράγματα ανώτερα

απ’ αυτά που ταιριάζουν σ’ έναν άνθρωπο·

αυτές όμως τις δυο κόρες δε θα τις γλιτώσει απ’ το θάνατο.

ΧΟ. Αλήθεια, σκέφτεσαι και τις δυο αυτές να τις σκοτώσεις;

ΚΡ. Όχι βέβαια αυτήν που δεν άγγι­ξε [το νεκρό]·

πράγματι μιλάς σωστά.

ΧΟ. Και με ποιόν τρόπο, σκέφτεσαι να σκοτώσεις αυτήν;

ΚΡ. Αφού την οδηγήσω εκεί όπου είναι δρόμος απάτητος,

θα τη θάψω ζωντανή σε πέτρινη σπηλιά,

δίνοντας της τόση τροφή όση μόλις να είναι αρκετή για εξα­γνισμό,

για ν’ αποφεύγει το μίασμα όλη η πόλη.

Και κει,παρακαλώντας τον Άδη που μόνο από τους θεούς τιμά,

ίσως γλιτώσει το θάνατο,ή τουλάχιστον θα καταλάβει,αν και αργά,

ότι είναι μάταιος κόπος να τιμά κανείς όσους βρίσκονται στον Άδη.

Αφήστε μια απάντηση