του Στράτου Τσαγκαρή

Ο Πλάτωνας υποστήριζε ότι οι πολίτες μαθαίνουν από όλες τις τέχνες και τις κατασκευές, ακόμη και από τα κτήρια μιας πόλης (Πολιτεία, Βιβλίο Γ’, 401b-c). Όλα γύρω μας συμβάλλουν στην παιδεία μας και όλα προσφέρουν γνώσεις. Συνεπώς, δεν έχει μεγαλύτερη σημασία πώς μαθαίνει ο άνθρωπος, με ποια μέσα, με ποιες μεθόδους και τεχνικές απόκτησης της γνώσης από το τί μαθαίνει, πώς το επεξεργάζεται και τελικά με ποιον τρόπο και με ποιον σκοπό χρησιμοποιεί τη γνώση που κατακτά.
Στην εποχή μας με τα αμέτρητα και πολύπλοκα τεχνολογικά μέσα, με τις άπειρες δυνατότητες πρόσβασης στη γνώση χάρη στο διαδίκτυο και στα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης κυρίως, η μάθηση αλλάζει μορφή, δομή, σύσταση και εν τέλει ουσία και σκοπό. Παραδοσιακά η γνώση προέκυπτε από την ανάγνωση, την αποστήθιση, τη φωτογραφική απεικόνιση, την αισθητική εμπειρία, την παρακολούθηση ενός εκπαιδευτικού ή ψυχαγωγικού βίντεο, από μια συζήτηση, μια διάλεξη, μια διάδραση με άλλους ανθρώπους, από τη φύση και το κοινωνικό περιβάλλον γενικότερα. Σήμερα ωστόσο, η ευκολία με την οποία ένας μαθητής, για παράδειγμα, έχει τη δυνατότητα να ρωτήσει οτιδήποτε μέσω του κινητού τηλεφώνου του ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης και να πάρει μια πλήρη και ολοκληρωμένη απάντηση, να εμβαθύνει σε ένα ζήτημα που τον απασχολεί ή ακόμη και να συντάξει μια ολόκληρη εργασία για ένα μαθησιακό αντικείμενο, καθιστούν περίπου περιττό τον δάσκαλο, τον καθηγητή ή τον γονέα, τον προπονητή, τον γιατρό, τον σύμβουλο, τον τεχνικό, τον ειδικό σε ένα οποιοδήποτε θέμα.

Ο νέος άνθρωπος της εποχής μας αισθάνεται την παρεχόμενη γνώση με τη μορφή της αποστήθισης ή της απλής ανάγνωσης, με τη μορφή πρόσληψης οπτικοακουστικών δεδομένων ή εμπειρικής επαφής, σαν μια εύκολη και κατά έναν τρόπο βαρετή διαδικασία, η οποία ακυρώνει την πίεση απόκτησής της με σκοπό να έχει κάποια στιγμή στο μέλλον τα απαραίτητα ή απαιτούμενα γνωστικά εφόδια για την επαγγελματική του καριέρα και την ομαλή ένταξή του στην κοινωνική ζωή. Οι νέοι σήμερα γυρίζουν την πλάτη στη στείρα γνώση, επειδή η ευκολία απόκτησης και χρήσης της, θεωρητικής και πρακτικής, την καθιστούν ένα σχεδόν περιττό βαρίδιο στη ζωή τους, όταν μάλιστα τους στερεί τον πολύτιμο ελεύθερο χρόνο τους λόγω του βεβαρυμένου καθημερινού τους προγράμματος από εξωσχολικές δραστηριότητες και φροντιστήρια.
Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουν πολύ άδικο και ότι τα επιχειρήματα περί του αντιθέτου είναι μάλλον δυσεύρετα και έωλα προϊόντος του χρόνου. Οι όποιες προσπάθειες γίνονται από μερους κυρίως των εκπαιδευτικών πέφτουν συνήθως στο κενό, γιατί η προσοχή στρέφεται στην αποστήθιση κατά βάση ενός τεράστιου όγκου δεδομένων, τα οποία χρησιμοποιούνται ως αναλώσιμο υλικό για κάποιες ενδοσχολικές ή πανελλαδικές και πτυχιακές εξετάσεις (αν πρόκειται για φοιτητή) και όχι στη χρησιμοποίηση του όγκου αυτού με στόχο την παραγωγή μιας πρωτότυπης γνώσης που θα βασίζεται στην κριτική σκέψη και στη δημιουργική φαντασία του μαθητή ή του φοιτητή. Με απλά λόγια, ο μαθητής ή ο φοιτητής απεχθάνεται την παρεχόμενη γνώση από το σχολείο η το πανεπιστήμιο, γιατί δεν τη θεωρεί κτήμα του, δεν πηγάζει από τη δημιουργική, συνθετική και εν τέλει διαμορφωτική γνώση που παράγεται από τις ατομικές του διανοητικές του ικανότητες, από τα ήδη κεκτημένα πνευματικά εφόδια, από τη δική του κριτική και φαντασιακή σκέψη. Επειδή το υλικό που θα χρησιμοποιήσει είναι αποθηκευμένο και εν πολλοίς στοιβαγμένο μέσα του ως στείρα γνώση και ως ξένη ουσία προς τις ανάγκες του, τις επιθυμίες του, τα ενδιαφέροντά του και τις προσδοκίες του, είναι τελικά αδιάφορο και άχρηστο για την παραγωγή μιας γνώσης που θα έχει το χαρακτηριστικό της πρωτοτυπίας, εφόσον θα έχει προκύψει από την επεξεργασία και την κριτική σκέψη του υποκειμένου.

Για να αποκτήσει λοιπόν νόημα η παρεχόμενη γνώση στην εποχή μας, θα πρέπει, νομίζω, να αλλάξει το μοντέλο της μαθησιακής διαδικασίας. Το βάρος πρέπει να πέσει στην καλλιέργεια της κριτικής σκέψης. Στην ανάλυση, επεξεργασία και αξιολόγηση της πληροφορίας ή της γνώσης, προτού αποτελέσει τη μαγιά δημιουργίας μιας πρωτότυπης γνώσης. Η συγκέντρωση των πληροφοριών, ο έλεγχος της εγκυρότητάς και της αξιοπιστίας τους, η αναζήτηση των πηγών τους, η ανάλυση των δεδομένων, η αναζήτηση αντίθετων απόψεων ή δεδομένων που αντικρούουν ή αποδομούν μια πληροφορία και αναθεωρούν μια παραδεδομένη γνώση, η λογική εφαρμογή τους σε πιθανές περιπτώσεις, η αποδοχή ή απόρριψή τους, θα πρέπει να είναι η σταθερή μέριμνα των μαθητών. Υποστηρικτής, διακριτός και διακριτικός επόπτης αυτής της μέριμνας ο καθηγητής, οφείλει να έχει καθοδηγητικό ρόλο, είτε χρησιμοποιώντας τη σωκρατική μαιευτική μέθοδο των στοχευμένων ερωτήσεων, είτε με ερωτήσεις που απαιτούν αιτιολόγηση και όχι μονολεκτική ή τυποποιημένη απάντηση. Ο μαθητής με άλλα λόγια είναι καλό να εμπλακεί σε μια διαδικασία παραγωγής ατομικής και όσο το δυνατόν πρωτότυπης γνώσης, στηριζόμενος ασφαλώς σε ήδη υπάρχοντα και δοκιμασμένα “υλικά”, χωνεμένα όμως και επεξεργασμένα με αυτόνομο τρόπο.

Το πρόβλημα, συνεπώς, της εποχής μας δεν έγκειται στο πώς θα μεταδώσουμε ή θα προσφέρουμε τη γνώση στους μαθητές, αλλά το τί και κυρίως με ποια μέθοδο θα κατευθύνουμε τον μαθητή να προσεγγίσει και ποια γνώση θα τον ωθήσουμε να παραγάγει ο ίδιος και απλώς όχι να καταναλώσει. Το βάρος της μάθησης θα πρέπει να αποτελέσει η διαδικασία παραγωγής της γνώσης, είτε αυτή είναι εξωτερική, είτε εσωτερική από τον ίδιο τον μαθητή. Η “κονσερβοποιημένη” γνώση που εύκολα παράγεται από μηχανές τεχνητής νοημοσύνης (και όχι μόνο) και προσφέρεται για κατανάλωση, χωρίς έλεγχο και επεξεργασία, χωρίς αμφισβήτηση, χωρίς στοιχειώδη κριτική στάση απέναντί της, δεν είναι γνήσια γνώση, αλλά μια παρωχημένη μορφή μετάδοσης, που έχει απλώς αλλάξει το εξωτερικο της περίβλημα. Είναι η ώρα, νομίζω, να εκμεταλλευτούμε στο έπακρο τα εργαλεία της σύγχρονης τεχνολογίας, για να αξιοποιήσουμε στο έπακρο τα μοναδικά εφόδια που πιθανόν θα παραμείνουν στο μέλλον αμιγώς ανθρώπινα, τη διάνοια και τη λογική – κριτική σκέψη μας.