Δημοσθένους, «Ὑπέρ τῆς Ῥοδίων ἐλευθερίας» , 33-35

Αρχαία Ρόδος

Νῦν δὲ τῶν μὲν συμμάχων τοὺς τὸν αὐτὸν ἐχθρὸν καὶ φίλον κρινεῖν ὀμωμοκότας νομίζετ’ εὐνουστάτους, τῶν δὲ πολιτευομένων οὓς ἴστε σαφῶς τοὺς τῆς πόλεως ἐχθροὺς ᾑρημένους, τούτους πιστοτάτους ἡγεῖσθε. Ἀλλὰ γὰρ οὐχ ὅ τι τις κατηγορήσει τούτων ἢ τοῖς ἄλλοις ὑμῖν ἐπιπλήξει χαλεπὸν εὑρεῖν, ἀλλ’ ἀφ’ ὁποίων λόγων ἢ πράξεως ποίας ἐπανορθώσεταί τις ἃ νῦν οὐκ ὀρθῶς ἔχει, τοῦτ’ ἔργον εὑρεῖν. Ἴσως μὲν οὖν οὐδὲ τοῦ παρόντος καιροῦ περὶ πάντων λέγειν· ἀλλ’ ἐὰν ἃ προῄρησθε δυνηθῆτ’ ἐπικυρῶσαι συμφερούσῃ τινὶ πράξει, καὶ τἄλλ’ ἂν ἴσως καθ’ ἓν ἀεὶ βέλτιον σχοίη. Ἐγὼ μὲν οὖν οἶμαι δεῖν ὑμᾶς ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν πραγμάτων τούτων ἐρρωμένως, καὶ πράττειν ἄξια τῆς πόλεως, ἐνθυμουμένους ὅτι χαίρετ’ ἀκούοντες, ὅταν τις ἐπαινῇ τοὺς προγόνους ὑμῶν καὶ τὰ πεπραγμένα ἐκείνοις διεξίῃ καὶ τὰ τρόπαια λέγῃ.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

«τοὺς τὸν αὐτὸν ἐχθρὸν καὶ φίλον κρινεῖν ὀμωμοκότας»: ὄμνυμί τι = ορκίζομαι κάτι, δίδω κάποιον όρκο. ὄμνυμι + ειδικό απαρέμφατο (μέλλοντα) = ορκίζομαι ότι θα… Σημείωση: Τα ρήματα που σημαίνουν υπόσχεση, όρκο, ελπίδα, προσδοκία και απειλή συντάσσονται με απαρέμφατο μέλλοντα, γιατί αναφέρονται σε μελλοντική πράξη. Το απαρέμφατο είναι ειδικό, αλλά έχει άρνηση «μή». Μεταφράζεται δε και σαν ειδικό και σαν τελικό, για να δηλωθεί είτε η κρίση, είτε η επιθυμία του υποκειμένου. π.χ. Ὤμοσαν μὴ προδώσειν ἀλλήλους = ορκίστηκαν ότι δεν θα / να μην προδώσει ο ένας τον άλλον. «νομίζετ’ εὐνουστάτους»: ὁ εὐνούστατος,-η, -ον < ὁ, ἡ εὔνους, τὸ εὔνουν = ο ευνοϊκός, ο φιλικός «τῶν δὲ πολιτευομένων»: πολιτεύομαι = ασχολούμαι με τα πολιτικά, είμαι ελεύθερος πολίτης «οὓς ἴστε σαφῶς»: οἶδά τι = γνωρίζω κάτι οἶδα + ειδική πρόταση ή ειδικό απαρέμφατο ή κατηγορηματική μετοχή = γνωρίζω ότι… οἶδα + πλάγια ερωτηματική πρόταση = γνωρίζω αν…,τι..,ποιος… «τῆς πόλεως ἐχθροὺς ᾑρημένους»: αἱροῦμαί τινα = εκλέγω, προτιμώ κάποιον αἱροῦμαι + τελικό απαρέμφατο = προτιμώ να… αἱροῦμαί τινά (αντικ.) τι (κατηγ.) = εκλέγω κάποιον ως κάτι αἱροῦμαι + κατηγορούμενο του υποκειμένου = εκλέγομαι «τοῦτ’ ἔργον εὑρεῖν»: ἔργον (ἐστὶ) = είναι επίπονο «ἐπανορθώσεταί τις ἃ νῦν οὐκ ὀρθῶς ἔχει»: ἐπανορθῶ τι = διορθώνω, βελτιώνω κάτι «Ἴσως μὲν οὖν οὐδὲ τοῦ παρόντος καιροῦ περὶ πάντων λέγειν»: οὐδὲ τοῦ παρόντος καιροῦ (ενν.) ἐστὶ(ν) = δεν είναι της παρούσας περίστασης να… καιρὸς (ὁ) = ευκαιρία, περίσταση καιρός ἐστὶ(ν) (απρόσ. έκφραση) = είναι η κατάλληλη στιγμή «ἀλλ’ ἐὰν ἃ προῄρησθε δυνηθῆτ’ ἐπικυρῶσαι συμφερούσῃ τινὶ πράξει»: προαιροῦμαι = εκλέγω, προτιμώ προαιροῦμαί τι = εκλέγω, προτιμώ κάτι ἐπικυρόω -ῶ τι = επιβεβαιώνω, επικυρώνω, εκτελώ. «ἐγὼ μὲν οὖν οἶμαι δεῖν ὑμᾶς ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν πραγμάτων ἐρρωμένως»: ἀντιλαμβάνομαί τινος = εννοώ, κατανοώ, καταλαβαίνω ἐρρωμένως = με σθένος, με ανδρεία «ὅτι χαίρετ’ ἀκούοντες»: χαίρω τινι / ἐπί τινι = χαίρομαι για κάτι χαίρω + κατηγορηματική μετοχή = χαίρομαι να… «τὰ πεπραγμένα ἐκείνοις διεξίῃ»: διεξίῃ < ρ. διεξέρχομαι = εξέρχομαι διά μέσου διεξέρχομαί τι = διηγούμαι κάτι λεπτομερώς

Αφήστε μια απάντηση